Δυο ετεροθαλή αδέλφια προχώρησαν σε αιμομικτική σχέση, απέκτησαν έξι παιδιά και σκότωσαν τα δυο από αυτά με την υπόθεση να λαμβάνει σήμερα σοκαριστικές διαστάσεις κατά την καταδίκη τους στη Βρετανία.

 

Η 35χρονη Σάρα Μπάρας και ο 39χρονος Μπράντον Μάτσιν από το Σέφιλντ καταδικάστηκαν σε ποινή ισόβιας κάθειρξης, που σημαίνει ότι θα περάσουν τουλάχιστον 35 χρόνια στη φυλακή για τα εγκλήματά τους. Όπως αποδείχθηκε από τα στοιχεία που κατατέθηκαν στο δικαστήριο, οι δράστες σκόπευαν να δολοφονήσουν όλα τα παιδιά τους.

 

Ο Τρίσταν και ο Μπλέικ, ηλικίας 13 και 14 ετών αντίστοιχα, στραγγαλίστηκαν από το ζευγάρι σε ακίνητο στην περιοχή Σάιργκριν, του Σέφιλντ, στις 24 Μαΐου. Αρχικά έδωσαν στα παιδιά φάρμακα παρά τη θέλησή τους, αλλά όταν αυτό δεν στάθηκε αρκετό για να τα σκοτώσουν, αποφάσισαν να αναζητήσουν online άλλους τρόπους για να τα δολοφονήσουν.

 

Από αριστερά προς τα δεξιά τα θύματα: Τρίσταν (13) και ο Μπλέικ (14)
Από αριστερά προς τα δεξιά τα θύματα: Τρίσταν (13) και ο Μπλέικ (14)

 

«Εγώ τους έδωσα ζωή και εγώ μπορώ να την αφαιρέσω», φέρεται να είναι η κυνική ομολογία της μητέρας, όπως μεταδίδει ο Guardian. Αφορμή για το διπλό φονικό των γονιών στάθηκε το γεγονός πως πίστευαν ότι θα έχαναν την κηδεμονία των παιδιών τους. Το ζευγάρι προσπάθησε επίσης να σκοτώσει ένα από τα μικρότερα παιδιά, επιχειρώντας να το πνίξει στο μπάνιο.

 

Το ζευγάρι είχε γεννηθεί από την ίδια μητέρα, αλλά είχε σεξουαλική σχέση, κάτι που κανείς άλλος δεν γνώριζε για χρόνια. Τα έξι παιδιά ζούσαν μόνο με την μητέρα τους η οποία έδινε την εικόνα πως απλά τα μεγαλώνει με την βοήθεια του αδελφού της, ο οποίος ήταν στην πραγματικότητα ο πατέρας τους. Άλλωστε ακόμη και τα ίδια τα παιδιά είχαν πιστέψει πως ο πατέρας τους πέθανε στον πόλεμο, όπως τόνισε η εισαγγελέας Κάμα Μέλι.

 

Κατά την ανάγνωση της ποινής, ο δικαστής Γκος είπε στην Μπάρας: «Θεωρήσατε ότι η αγάπη σας για τα παιδιά σας και ο φόβος πως θα τα χάσετε, σας έδιναν το δικαίωμα να τους στερήσετε τη ζωή».

 

Το χρονικό της παιδοκτονίας

 

Στις 23 Μαΐου, οι δράστες συγκέντρωσαν χάπια από το σπίτι της Μπάρας και τα μοίρασαν στα τέσσερα μεγαλύτερα παιδιά, θέλοντας να τα σκοτώσουν. «Κανένα από τα παιδιά δεν ήθελε να πάρει τις κάψουλες, αλλά αναγκάστηκαν να το πράξουν», πρόσθεσε η εισαγγελέας.

 

Το ίδιο βράδυ, η μητέρα των παιδιών έγραφε παραπλανητικά στάτους στα social media, ισχυριζόμενη με χαλαρό ύφος πως τα παιδιά είχαν αρρωστήσει από κάποιο μικρόβιο. «Αποφάσισαν ότι τα παιδιά θα ήταν καλύτερο να πεθάνουν από το να ανατεθούν αλλού». Αφού στραγγάλισαν τα αγόρια, οι παιδοκτόνοι έβαλαν σακούλες σκουπιδιών πάνω από τα κεφάλια τους για να σιγουρευτούν τον θάνατό τους. 

 

Μετά το φονικ, η Μπάρας πήρε όσα παιδιά επέζησαν (όλα κάτω των 13 ετών) στο υπνοδωμάτιό της και κάλεσε την αστυνομία. «Τίποτα δεν μπορούσε να προετοιμάσει τους δύο αξιωματικούς της αστυνομίας για το σκηνικό που θα αντίκριζαν». 

 

«Οι αξιωματικοί βρήκαν την Σάρα Μπάρας ταμπουρωμένη σε ένα δωμάτιο με τα τέσσερα παιδιά. Είπε ψέματα στους αστυνομικούς ότι τα άλλα δύο παιδιά ήταν με γείτονες», εξήγησε η εισαγγελέας. «Όσο όμως η μητέρα μιλούσε στους ένστολους, ένα από τα παιδιά τους έκανε νόημα ότι τα αδέλφια της ήταν νεκρά, κουνώντας το χέρι του κατά μήκος του λαιμού του. Η Σάρα Μπάρας απαίτησε από το παιδί να σταματήσει αυτό που έκανε: "Σταμάτα, μην το λες αυτό"». 

 

Παρά τους εμετούς και τις παραισθήσεις, τα νεότερα παιδιά επέζησαν της απόπειρας δολοφονίας τους και ανένηψαν. Τα δύο μικρότερα από αυτά, είναι κάτω των τριών ετών. Ο συνήγορος της μητέρας, Μπράιαν Κοξ, αναγνώρισε ότι τα εγκλήματα της πελάτισσάς του δεν ήταν «τίποτα άλλο παρά διαβολικά», υποστηρίζοντας πως και η ίδια είχε «καταστραφεί κατά την παιδική της ηλικία», σε μία προσπάθεια να εξασφαλίσει κάποιο ελαφρυντικό. Ωστόσο δεν κατάφερε να πείσει τους δικαστές. 

 

Με πληροφορίες από Guardian