Ο ρόλος των παιδιών στην πανδημία του κορωνοϊού παραμένει ένα από τα βασικά μυστήρια που διερευνούν οι επιστήμονες. Η εξέλιξη της νόσου είναι ήπια στα παιδιά- στην πλειονότητα των περιπτώσεων- ενώ φαίνεται πως αυτά δεν αποτελούν σημαντική πηγή μετάδοσης.

 

Την τελευταία εκτίμηση φαίνεται πως ενισχύει μια έρευνα για την περίπτωση 9χρονου, ο οποίος μολύνθηκε από τον κορωνοϊό, αλλά δεν τον μετέδωσε, παρότι ήρθε σε επαφή με 172 ανθρώπους.

 

Το αγόρι ήταν μία από τις περιπτώσεις που συνδέθηκαν με τον Στιβ Γουόλς, έναν επιχειρηματία που ήταν ο πρώτος Βρετανός που βρέθηκε θετικός στον κορωνοϊό, έπειτα από τη συμμετοχή του σε συνέδριο στη Σιγκαπούρη, τον Ιανουάριο. Εν αγνοία του, ο Γουόλς μετέδωσε τον ιό όταν πήγε σε σαλέ, σε χειμερινό θέρετρο, στη Γαλλία.

 

Οι περισσότεροι που βρίσκονταν στο σαλέ μολύνθηκαν από τον ιό, αλλά έρευνα που έγινε από το σύστημα δημόσιας υγείας της Γαλλίας κατέληξε ότι ο 9χρονος δεν τον μετέδωσε ούτε στα αδέλφια του, ούτε σε κάποιον άλλο, παρότι ήρθε σε επαφή με 172 ανθρώπους, που μπήκαν σε καραντίνα για προληπτικούς λόγους.

 

Μετά βίας ανιχνεύσιμος ο ιός

 

Αναφορά για την έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Clinical Infectious Diseases περιγράφει πώς τα τεστ αποκάλυψαν ότι το αγόρι είχε μολυνθεί από κορωνοϊό, γρίπη και κοινό κρυολόγημα. Παρότι και τα δύο του αδέλφια κόλλησαν γρίπη και κοινό κρυολόγημα, δεν μολύνθηκαν από τον κορωνοϊό.

 

«Το παιδί, που είχε μολυνθεί και από άλλους ιούς του αναπνευστικού, πήγε σε τρεις σχολές του σκι, ενώ είχε συμπτώματα, αλλά δεν μετέδωσε τον ιό, κάτι που δείχνει πιθανόν διαφορετική δυναμική μετάδοσης στα παιδιά», δήλωσε ο επιδημιολόγος του γαλλικού συστήματος υγείας, Κώστας Ντάνης, μιλώντας στο AFP.

 

Το αγόρι είχε ήπια συμπτώματα και όταν υποβλήθηκε σε τεστ διαπιστώθηκε ότι τα επίπεδα του ιού στον οργανισμό του ήταν μετά βίας ανιχνεύσιμα. Αυτό εκτιμάται ότι εξηγεί γιατί δεν μετέδωσε τον ιό σε άλλους ανθρώπους.

 

Οι ερευνητές πιστεύουν ότι από τη στιγμή που τα παιδιά, συνήθως, έχουν μόνο ήπια συμπτώματα, μπορεί να μεταδίδουν σε πολύ μικρότερο βαθμό τον ιό από τους ενήλικες φορείς του. «Τα παιδιά μπορεί να μην είναι σημαντική πηγή μετάδοσης αυτού του νέου κορωνοϊού», αναφέρουν.

 

Ήπια τα συμπτώματα στα παιδιά

 

Η κατανόηση της νόσου στα παιδιά αποτελεί σημαντικό βήμα για την ανάπτυξη στρατηγικών θεραπείας, αλλά και περιορισμού της μετάδοσής της, αναφέρει η Θεραπευτική Κλινική της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, που πραγματοποιεί αποδελτίωση των πιο σημαντικών δημοσιεύσεων και ανακοινώσεων.

 

Σε μια πολύ πρόσφατη δημοσίευση στο περιοδικό PEDIATRICS της Αμερικανικής Ακαδημίας Παιδιατρικής, οι ερευνητές μελέτησαν δεδομένα από 2.135 περιπτώσεις παιδιών με COVID-19 που καταγράφηκαν στο κέντρο Ελέγχου νοσημάτων και πρόληψης της Κίνας.

 

 

Η μέση ηλικία των παιδιών ήταν τα 7 έτη (εύρος ηλικιών 2-13 έτη) και 1.208 ήταν αγόρια. Πάνω από το 90% των παιδιών ήταν ασυμπτωματικά ή εμφάνισαν ήπια ή ενδιάμεσης κλινικής βαρύτητας συμπτώματα, ενώ η μέση περίοδος από την εμφάνιση συμπτωμάτων μέχρι τη διάγνωση ήταν 2 ημέρες. Τα παιδιά όλων των ηλικιών διαπιστώθηκε ότι είναι δεκτικά σε μόλυνση από τον ιό, χωρίς στατιστικά σημαντικές διαφορές όσον αφορά στο φύλο.

 

 

Αν και η κλινική εικόνα των παιδιών με Covid-19 είναι σημαντικά πιο ήπια σε σχέση με τους ενήλικες (καταγράφηκε ένας θάνατος μεταξύ των 2.135 παιδιών), η νόσος στα βρέφη είναι δυνατόν να εμφανίσει σοβαρή κλινική εικόνα.

 

Αυτή η διαφοροποίηση της κλινικής εικόνας παιδιών και ενηλίκων πιθανώς σχετίζεται με τη μικρότερη έκφραση στα παιδιά του υποδοχέα ACE2, μέσω του οποίου ο ιός επιμολύνει τα ανθρώπινα κύτταρα. Επίσης, η συχνή έκθεση των παιδιών σε ιογενείς επιμολύνσεις του αναπνευστικού τη χειμερινή περίοδο ίσως συντηρεί ένα πιο ενεργό ανοσοποιητικό σύστημα σε σχέση με τους ενήλικες.

 

Εναλλακτικά, καθώς το ανοσοποιητικό σύστημα των παιδιών δεν έχει ολοκληρώσει την ανάπτυξη του ίσως αποκρίνεται διαφορετικά, σε σχέση με τους ενήλικες στα παθογόνα. Σε κάθε περίπτωση αυτές οι υποθέσεις παραμένουν υποκείμενες περαιτέρω έρευνας.

 

Λιγότερο πιθανό το θετικό τεστ κάτω των 10 ετών

 

Άλλη μεγάλη μελέτη που έγινε στην Ισλανδία, με στοχευμένους ελέγχους σε 9.199 ανθρώπους και ελέγχους χωρίς συγκεκριμένα κριτήρια σε 13.080 άτομα, επιβεβαίωσε ότι τα παιδιά κάτω των 10 ετών ήταν λιγότερο πιθανό να έχουν θετικό τεστ από τους υπόλοιπους, τόσο κατά το στοχευμένο όσο και κατά τον πληθυσμιακό έλεγχο.

 

Στην Ελλάδα, σύμφωνα με την ειδική επιτροπή που συντονίζεται από τις καθηγήτριες Βάνα Παπαευαγγέλου και Μαρίζα Τσολιά, έλεγχος για COVID-19 θα πρέπει να διενεργείται στα παιδιά ηλικίας κάτω των 16 ετών με:

  • Σοβαρή Οξεία Λοίμωξη του Αναπνευστικού που χρειάζονται νοσηλεία η που νοσηλεύονται με πυρετό χωρίς άλλη σαφή αιτιολογία
  • Φιλοξενούμενα σε κλειστές δομές που εκδηλώνουν οξεία λοίμωξη του αναπνευστικού με πυρετό και βήχα ή δύσπνοια
  • Παιδιά με σοβαρή χρόνια υποκείμενη νόσο (π.χ. χρόνια πνευμονοπάθεια, χρόνιο καρδιαγγειακό νόσημα, σακχαρώδη διαβήτη, σοβαρή ανοσοκαταστολη που εκδηλώνουν οξεία λοίμωξη του αναπνευστικού με πυρετό και βήχα ή δύσπνοια.

Έλεγχοι σε κέντρο βρεφών

 

Στο μεταξύ, υπενθυμίζεται ότι έλεγχοι διενεργούνται στο κέντρο βρεφών «Η Μητέρα», έπειτα από τον εντοπισμό κρούσματος στο προσωπικό.

 

Θετική βρέθηκε βρεφονηπιοκόμος και άμεσα διενεργήθηκαν τεστ σε όλα τα βρέφη της πτέρυγας στην οποία εργαζόταν, τα οποία ήταν αρνητικά. Ο έλεγχος επαναλαμβάνεται σήμερα, για τις περιπτώσεις που κρίνεται απαραίτητο, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν υπάρχει κρούσμα ανάμεσα στα βρέφη.

 

Με πληροφορίες από Guardian, ΑΠΕ