Μεσημέρι 28ης Ιουνίου του 2007. Ο Εθνικός Δρυμός της Πάρνηθας παραδίνεται στις φλόγες. H καταστροφική πυρκαγιά εξαπλώνεται γρήγορα, καίγοντας δεκάδες χιλιάδες στρέμματα και επηρεάζοντας καταλυτικά το οικοσύστημα όχι μόνο της Πάρνηθας αλλά και ολόκληρου του Λεκανοπεδίου. Το φυσικό τοπίο άλλαξε για πάντα και οι επιπτώσεις ήταν πολλαπλές, τόσο στο φυσικό περιβάλλον όσο και στην καθημερινότητα των κατοίκων της πρωτεύουσας. 

 

Το εμβληματικό βουνό της Πάρνηθας αποτελεί τον πιο σημαντικό πνεύμονα πρασίνου της Αττικής καθώς και τον κυριότερο μηχανισμό μείωσης της θερμοκρασίας του αέρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Πάρνηθα καταλαμβάνει μια μεγάλη έκταση, στην οποία περιλαμβάνονται δεκάδες κορυφές, χαράδρες, ρεματιές και οροπέδια, γι’ αυτό και από το 1961 ο μεγαλύτερος όγκος του βουνού έχει ανακηρυχθεί Εθνικός Δρυμός.

 

Σύμφωνα με τον θλιβερό απολογισμό της πύρινης λαίλαπας του 2007, 48.744 στρέμματα γης κάηκαν συνολικά στην περιοχή, εκ των οποίων περίπου 36.338 στρέμματα αποτελούν τμήμα του Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας. Ουσιαστικά, αφάνισε περίπου 10.500 στρέμματα πευκοδάσους, 21.800 στρέμματα ελατοδάσους και 4.300 στρέμματα μακκίας.

 

Η πυρκαγιά κατέκαψε το 62% του ελατοδάσους και αυτό από μόνο του είχε σημαντικές συνέπειες στο Λεκανοπέδιο, ενώ και η διαδικασία των αναδασώσεων ήταν ιδιαίτερης δυσκολίας.

 

Ο Φορέας Διαχείρισης Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας ιδρύθηκε με τους νόμους 2742/99 και 3044/02 και σκοπό τη διατήρηση των φυσικών πόρων και της βιοποικιλότητας της προστατευόμενης περιοχής.

 

Τι ζημιά προκάλεσε, λοιπόν, η φωτιά της Πάρνηθας; Ο δασοπόνος Βασίλης Φίλος εξηγεί, μιλώντας στη LiFO: «Πρώτα απ’ όλα, προκλήθηκε μια τεράστια καταστροφή στο μεγαλύτερο μέρος του Εθνικού Δρυμού, με τη χλωρίδα, την πανίδα της περιοχής όπως και την ποιότητα των υδάτων να δέχονται ένα σημαντικό πλήγμα. Όσον αφορά την πανίδα, αρκετά ζώα όπως οι χελώνες, διάφορα είδη θηλαστικών, πτηνά και ερπετά έχασαν τη ζωή τους.

 

Επίσης, υπολογίζεται ότι περίπου τριάντα-πενήντα κόκκινα ελάφια είτε κάηκαν είτε πέθαναν από ασφυξία κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς, ενώ το γεγονός ότι συνέβη στις αρχές του καλοκαιριού επηρέασε πολλά πουλιά, τα οποία έκλειναν τον κύκλο της διαδικασίας αναπαραγωγής τους. Επιπρόσθετα, όσον αφορά την καθημερινότητά μας, μεγάλες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα εκπέμφθηκαν στην ατμόσφαιρα και παρατηρήθηκε αύξηση της θερμοκρασίας στην Αθήνα. Έχει υπολογιστεί ότι η μέση θερμοκρασία στην Αττική αυξήθηκε από τρεις έως πέντε βαθμούς Κελσίου σε όλη τη διάρκεια του χρόνου.

 

Ξέρετε, ένα δάσος έχει τη δυνατότητα να απορροφά ρύπους, όπως το διοξείδιο του άνθρακα, και να προσφέρει ανάσες οξυγόνου. Συγχρόνως, τα πολυάριθμα φύλλα συγκρατούν τα αιωρούμενα σωματίδια, γι’ αυτό οι προβλέψεις που είχαμε μετά την πυρκαγιά αναφέρονταν σε μια αύξηση των ρύπων της τάξεως του 15-20%. Συγκεκριμένα, να θυμίσουμε ότι η κεφαλληνιακή ελάτη και η χαλέπιος πεύκη αποτελούν κυρίαρχο είδος δέντρου στον Εθνικό Δρυμό της Πάρνηθας. Όμως, η κεφαλληνιακή ελάτη, η οποία είναι ψυχρόβιο είδος, δεν είναι προσαρμοσμένη στις πυρκαγιές και ανήκει σε ένα από τα τρία είδη ελάτης που συναντάμε στην Ελλάδα, αποτελώντας ενδημικό είδος της χώρας. Η πυρκαγιά κατέκαψε το 62% του ελατοδάσους και αυτό από μόνο του είχε σημαντικές συνέπειες στο Λεκανοπέδιο, ενώ και η διαδικασία των αναδασώσεων ήταν ιδιαίτερης δυσκολίας.

 

Έναν χρόνο μετά την πυρκαγιά προχωρήσαμε στην πρώτη αναδάσωση, στην οποία φέραμε 45.000 φυτάρια κεφαλληνιακής ελάτης, προερχόμενα από το φυτώριο της Βυτίνας. Στη συνέχεια ανακατασκευάστηκε το δασικό φυτώριο στην Αγία Τριάδα με σκοπό την παραγωγή φυτευτικού υλικού για την αναδάσωση των καμένων εκτάσεων. Η έκταση του φυτωρίου είναι 7.000 τ.μ. και έχει δυνατότητα παραγωγής έως και 300.000 φυτάρια. Από το 2008 και έπειτα συλλέγονται σπόροι ελάτης από την περιοχή για την παραγωγή φυταρίων, τα οποία, αφού μείνουν τρία έτη στο φυτώριο, είναι διαθέσιμα για τις αναδασωτικές επεμβάσεις».

 

Πάρνηθα – 14 χρόνια μετά
«Οι συνθήκες αποκατάστασης του ελατοδάσους στην Πάρνηθα δεν είναι ευνοϊκές, λόγω των ιδιαίτερων κλιματεδαφικών συνθηκών, των υψηλών θερμοκρασιών και της επιδημίας φλοιοφάγων εντόμων που θέτουν ισχυρούς περιορισμούς για την επιβίωση της ελάτης».

 

Σύμφωνα με όσα μας λέει ο κ. Φίλος, έχουν καταφέρει να αναγεννήσουν το ελατοδάσος σε ποσοστό 60%, κάτι για το οποίο δηλώνουν αρκετά ικανοποιημένοι, αφού ήταν κάτι που κανείς δεν περίμενε ότι θα συνέβαινε εξαιτίας του ότι: «Οι συνθήκες αποκατάστασης του ελατοδάσους στην Πάρνηθα δεν είναι ευνοϊκές, λόγω των ιδιαίτερων κλιματεδαφικών συνθηκών, των υψηλών θερμοκρασιών και της επιδημίας φλοιοφάγων εντόμων που θέτουν ισχυρούς περιορισμούς για την επιβίωση της ελάτης».

 

Από την πλευρά της η δασολόγος Μαρία Παπανδρέου επισημαίνει ότι η ένταση της φωτιάς ήταν τόσο μεγάλη, ώστε η βλάστηση σε ένα μεγάλο τμήμα αυτής να καταστραφεί σε μεγάλο βαθμό. «Όπως αντιλαμβάνεστε, αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αναμενόμενη εμφάνιση έντονων περιβαλλοντικών και οικολογικών επιπτώσεων στο δασικό περιβάλλον του Εθνικού Δρυμού. Ειδικότερα, επηρεάστηκαν η χλωρίδα και πανίδα της περιοχής, η συγκράτηση και στη συνέχεια η κατανομή της βροχής που φθάνει στην επιφάνεια του εδάφους, η πλημμυρική απορροή και οι παροχές των υδατορευμάτων της, οι φυσικές και χημικές ιδιότητες του εδάφους της, καθώς και η ποιότητα του νερού και του αέρα», υποστηρίζει. 

 

Και συμπληρώνει: «Από το δάσος χαλεπίου πεύκης κάηκαν 10.561 στρέμματα, για τα οποία εμείς δεν κάναμε τίποτα, αφού αναγεννιέται μόνη της, με φυσικό τρόπο. Ουσιαστικά, δεν επιδιώχθηκε καμία αναδασωτική επέμβαση, καθώς οι μηχανισμοί αποκατάστασης αναπτύχθηκαν φυσικά και η παρακολούθηση της φυσικής αναγέννησης μας υπέδειξε πως δεν απαιτούνται επεμβάσεις. Κατά τη διάρκεια της περιόδου 2008-2020 φυτεύτηκαν 280.000 φυτάρια μαύρης πεύκης, 220.000 φυτάρια κεφαλληνιακής ελάτης και 800 φυτάρια χνοώδους δρυός. Μάλιστα, η μαύρη πεύκη χρησιμοποιείται για τη δημιουργία προδάσους σε δύσκολες περιοχές, για να δεχτεί τις μελλοντικές αναδασώσεις της κεφαλληνιακής ελάτης». 

 

Πάρνηθα – 14 χρόνια μετά
Η έκταση του φυτωρίου είναι 7.000 τ.μ. και έχει δυνατότητα παραγωγής έως και 300.000 φυτάρια.

 

Ο Φορέας Διαχείρισης της Πάρνηθας διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην αποκατάσταση του Εθνικού Δρυμού, όπως και η συμμετοχή των εθελοντικών οργανώσεων και οργανώσεων αλλά και το Δασαρχείο Πάρνηθας και η Διεύθυνσης Αναδασώσεων. Εκτός από τις αναδασωτικές επεμβάσεις, ακολούθησαν και αντιπλημμυρικά, αντιδιαβρωτικά, τεχνικά και εργολαβικά έργα. 

 

Όταν καίγεται το δάσος, είναι επόμενο να αυξάνεται ο κίνδυνος διάβρωσης του εδάφους και να γίνονται πιο έντονες οι πλημμύρες. Μάλιστα, όπως σημειώνει η κ. Παπανδρέου: «Για τη μείωση του κινδύνου εκδήλωσης πλημμυρικών φαινομένων εκτελέστηκαν αντιπλημμυρικά έργα στις κοίτες των υδατορευμάτων των λεκανών. Συνολικά, κατασκευάστηκαν 44 λιθοπλήρωτα συρματοκιβώτια στα ρέματα Αγίας Τριάδας, Χούνης, Αγίου Γεωργίου και Γιαννούλας. Είναι ενδεικτικό ότι τα αποτελέσματα τόσο από τα αντιδιαβρωτικά όσο και από τα αντιπλημμυρικά έως σήμερα έχουν δείξει ότι ήταν πολύ ικανοποιητικά και μείωσαν κατά μεγάλο βαθμό τη διάβρωση του εδάφους, όπως και τα πλημμυρικά φαινόμενα της περιοχής».

 

Η φύλαξη της περιοχής είναι αρμοδιότητα του Φορέα Διαχείρισης Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του διαχειριστικού του ρόλου. Οι αναδασώσεις συνεχίζονται. Η φύση επουλώνει τις πληγές της. Το παράδειγμα του μεγαλύτερου βουνού της Αττικής δείχνει ότι ένα μεγάλο κομμάτι του έχει πρασινίσει ξανά, ωστόσο απέχει πολύ από την Πάρνηθα της περιόδου πριν από το 2007. Και όπως λέει η κ. Παπανδρέου: «Θα χρειαστούν πολλά ακόμη χρόνια για να επανέλθει στο πρότερο επίπεδο».