«ΜΙΚΡΑΙΝΟΥΝ» ΟΙ ΘΕΣΜΟΙ, όταν φωτογραφίζονται από τα media, υπό ένα λιγότερο στρυφνό πρίσμα; Κινδυνεύει η αξιοπιστία, η αισθητική και o απώτερος στόχος ενός εντύπου, όταν επιλέγει να φιλοξενήσει στο εξώφυλλό του μία μεγάλης σημασίας πολιτική προσωπικότητα; Πόσο οικεία μπορεί να αισθανθεί ο δημοσιογράφος, ο φωτογράφος, ο διευθυντής φωτογραφίας απέναντι σε μία ξεχωριστή κορυφαία της αμερικανικής κυβέρνησης;

 

Σε κάποια άλλη χρονική στιγμή και για κάποια άλλη προσωπικότητα, η Vogue θα χαρακτήριζε τα ερωτήματα ουτιδανά και η αιωνίως «σιδηρά» Anna Wintour θα ασχολείτο ήδη με τα επόμενα εξώφυλλα, πολλή δουλειά, business as usual.

 

Όμως, τώρα δεν μπορεί να προσπεράσει αλαζονικά την οργή για το κακής ποιότητας –και εκτός πραγματικότητας– εξώφυλλο της Κάμαλα Χάρις και σίγουρα δεν μπορεί να αγνοήσει τις φωνές για ασεβή αντιμετώπισή της.

 

Γιατί είναι το εξώφυλλο της πρώτης γυναίκας Αντιπροέδρου των ΗΠΑ. Σε μια δραματική συγκυρία για τη χώρα της εν μέσω πανδημίας. Λίγο μετά από κάτι που έμοιαζε με πραξικόπημα, αλλά ήταν κυρίως μια ντροπή με πολυεπίπεδες συνέπειες. Με ένα σημαντικό μήνυμα να στείλει, που, όμως, δεν έφτασε ποτέ, λόγω των αστοχιών της Wintour, η οποία επιμελείται προσωπικώς τα εξώφυλλα της (κάποτε) «Βίβλου της Μόδας».

 

Εκεί που οι χρήστες των social media και ειδικά αυτοί της δημοκρατικής πτέρυγας θα έπρεπε να πανηγυρίζουν, αναδημοσιεύοντας το εξώφυλλο με ταχύτητα πολυβόλου, τώρα αντιδρούν οργισμένα για τη «λεύκανση» στην επιδερμίδα της τζαμαϊκανής Κάμαλα, για τις αφύσικες πόζες, για την προχειρότητα στις λήψεις, για το απρεπές –από κάθε άποψη– τελικό αποτέλεσμα.

Εκεί που οι χρήστες των social media και ειδικά αυτοί της δημοκρατικής πτέρυγας θα έπρεπε να πανηγυρίζουν, αναδημοσιεύοντας το εξώφυλλο με ταχύτητα πολυβόλου, τώρα αντιδρούν οργισμένα για τη «λεύκανση» στην επιδερμίδα της τζαμαϊκανής Κάμαλα, για τις αφύσικες πόζες, για την προχειρότητα στις λήψεις, για το απρεπές –από κάθε άποψη– τελικό αποτέλεσμα.

 

Στις φωτογραφίες εξωφύλλου, η μία εκ των οποίων διέρρευσε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες (!), η Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ φορά μπλέιζερ Donald Deal και Convers-άκια, ενώ σταυρώνει με αμηχανία τα χέρια στο ύψος της μέσης της. Πατάει δε κάτι που μοιάζει με χιλιόμετρα από μετάξι, ριγμένα κάτω από τα πόδια της... Πόσο λάθος εικόνα, πόσο καμία σχέση το μήνυμα που εκπέμπεται με την ουσία της συνέντευξης της!

 

 

Αν δεν ήταν η σημειολογία να τα σακατεύει όλα –μιλάμε για τη δεύτερη τη τάξει κορυφαία αξιωματούχο της χώρας– ίσως και να μην υπήρχε πρόβλημα, ίσως ακόμη και η αμηχανία της να φάνταζε χαριτωμένη. Επίσης, κανείς δεν ξεχνά ότι η Χάρις έβγαλε όλη την προεκλογική εκστρατεία της με Converse. Τώρα πια, όμως, δεν είναι υποψήφια. ΕΙΝΑΙ Αντιπρόεδρος. Και είναι τουλάχιστον προσβλητικό να επιμένει κανείς να την παρουσιάζει σαν το κορίτσι που ακόμη «τρέχει», ακόμη «προσπαθεί». Τα κατάφερε και πλέον, όπως εξελίσσονται τα πράγματα με τις παρανοϊκές αντιδράσεις του Τραμπ, καλείται να τα καταφέρει ξανά. Και σίγουρα δεν πατά πάνω σε ροζ μετάξι. Στην παρούσα φάση, Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι πατούν πάνω σε κινούμενη άμμο, στην καλύτερη περίπτωση.

 

Το ζητούμενο από ένα τέτοιο εξώφυλλο ήταν να πειστούν οι πάντες –και ειδικώς οι αντίπαλοι της Χάρις– ότι είναι σίγουρη, γεμάτη αυτοπεποίθηση, πεπεισμένη ότι όλα θα γίνουν όπως πρέπει. Όμως, όχι.

 

Στην άλλη φωτογραφία εξωφύλλου, ένα κλισέ πολιτικάντικο πορτρέτο, η Χάρις εμφανίζεται πιο στιλιζαρισμένη, πιο preppy, πιο «πολιτικός». Το χαμόγελο της –φωτεινό και ανεπιτήδευτο– θα μπορούσε να σώσει τη λήψη, αλλά, δυστυχώς δεν αρκεί για να σκεπάσει την "call of duty" πόζα. Και πάλι, απουσιάζει η φυσικότητα στις κινήσεις, η προσήνεια, η πραγματική γυναίκα πίσω από το αυστηρό Michael Korrs κοστούμι.

 


Ή του ύψους ή του γκρεμού και τα δύο εξώφυλλα και η Κάμαλα πουθενά. Πουθενά επίσης και η προσοχή, η φροντίδα στις λεπτομέρειες που χάρισαν πανέμορφα, φυσικά, πειστικά εξώφυλλα στη Χίλαρι Κλίντον ή στη Μισέλ Ομπάμα.


Και ναι, η αλήθεια είναι ότι η Χάρις είναι μία γυναίκα καριέρας, μια προσγειωμένη επαγγελματίας, μόνη επέλεξε τα ρούχα της και μόνη της ζήτησε ελαφρύ μακιγιάζ. Σίγουρα, όμως, δεν ζήτησε φωτογραφίες μαθήτριας που στέκεται αγχωμένη μπροστά στον φακό. Ακόμη πιο σίγουρα, δεν περίμενε ελαφρύ «ξάσπρισμα» στην επιδερμίδα από ένα έντυπο με αρκετές ρατσιστικές αμαρτίες στην πλάτη.

 

Δικαίως, το επιτελείο της βρέθηκε στα κάγκελα, να δυσφορεί ότι καμία από τις δύο απεικονίσεις δεν αντιπροσωπεύει τη γυναίκα που όλοι εμπιστεύθηκαν κατά την προεκλογική της καμπάνια τους προηγούμενους μήνες και ότι σίγουρα η φωτογραφία με τα Converse δεν είχε πάρει έγκριση ποτέ.

 

Δικαίως, και η Washington Post κατακεραυνώνει την έκδοση, γράφοντας ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι η συντακτική ομάδα του περιοδικού αισθάνθηκε ενοχλητική οικειότητα για τη σημαντική –από όλες τις απόψεις– φιλοξενούμενη του τεύχους Φεβρουαρίου.

Κατά τα λοιπά, ήταν μια σπουδαία συνέντευξη. Τι κρίμα που δεν «ακούστηκε», με όλον αυτό τον θόρυβο για δύο μη αντιπροσωπευτικά εξώφυλλα να μετατοπίζουν αγρίως την κουβέντα...

 

«Πάντα λέω ότι "μπορεί να είμαι η πρώτη για πολλά πράγματα, αλλά θα σιγουρευτώ να μην είμαι η τελευταία"», λέει η Χάρις σ' αυτή την κομβική συνέντευξη και συνεχίζει: «Σκεφτόμουν τα ανίψια μου, που θα γνωρίσουν σε αυτό τον κόσμο μόνο μία γυναίκα Αντιπρόεδρο των ΗΠΑ, μία έγχρωμη γυναίκα, μία μαύρη γυναίκα, μία γυναίκα με γονείς που γεννήθηκαν εκτός των ΗΠΑ».

 

Ωραία μηνύματα χαμένα στις τσέπες του art director της Vogue..! Και πάλι, όμως, είναι απορίας άξιο, τόσα λάθη σε μία τόσο σημαντική στιγμή για όλους: για τη φιλοξενούμενη προσωπικότητα, για τις ΗΠΑ (εν μέσω πανδημίας και συνταγματικών «εξετάσεων»), για το περιοδικό, για την ίδια τη Wintour, η οποία αν δεν είναι σε πανικό, διαπράττοντας ένα από τα μεγαλύτερα λάθη της καριέρας της, τότε είναι πλέον χαμένη στο οπορτουνιστικό της όραμα.

 

Γιατί, ακριβώς πριν από έναν μήνα, η Wintour έζησε ακόμη μία προαγωγή στη μακρά δημοσιογραφική της πορεία –πάντα με το δίχτυ ασφαλείας της Condé Nast– κάτω από τα πόδια της. Από υπερδιευθύντρια, βρέθηκε Παγκόσμια Επικεφαλής Περιεχομένου του συνόλου των εκδόσεων του ομίλου και Παγκόσμια Διευθύντρια Σύνταξης της Vogue. Και αναλαμβάνει να «στρίψει το τιμόνι» προς το Διαδίκτυο, σε μία περίοδο, που εν μέσω πανδημίας η διαφημιστική αγορά «ματώνει», προκαλώντας ξαφνικά «λουκέτα» σε έντυπα παντού στον κόσμο.

 

Με μία τέτοια κακή εκκίνηση, σε ένα λάθος ουσίας (μετά και το mea culpa του προηγούμενου διαστήματος για ρατσιστικά δημοσιεύματα της Vogue) η ανάληψη ευθύνης από τη Wintour λίγα λέει και τα λέει σε απαράδεκτο τόνο και απαράδεκτο ύφος.

 

«Προφανώς και ακούμε και κατανοούμε τις αντιδράσεις για το έντυπο εξώφυλλο και θέλω απλώς να επαναλάβω ότι σε καμία περίπτωση η πρόθεσή μας δεν ήταν να μειωθεί η σπουδαιότητα της απίστευτης νίκης της Αντιπροέδρου», δήλωσε σε μία λιτή της ανακοίνωση η Παγκόσμια Επικεφαλής Περιεχομένου του κολοσσού των εκδόσεων.

 

Κατά την ίδια, πρόκειται για ένα «άμεσο, γεμάτο χαρά και θετική ενέργεια εξώφυλλο», το οποίο αναδεικνύει το πόσο προσιτή και άμεση είναι η Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ. (Πόσο περίεργο για μία «γκουρού» της εικόνας που για την αισθητική και το κριτήριο της έχει χυθεί «αίμα» στους διαδρόμους της Vogue...).

 

Ατυχώς, η συγκυρία ταπεινώνει την Wintour και ενοχλητικά αποκαλύπτει το πόσο έχει κόψει όλους τους δεσμούς με την πραγματικότητα, με την εποχή, με τις ταχύτητες που το διαδίκτυο (που ΔΕΝ γνωρίζει, παρά μόνο μέσω των νεότερων συνεργατών της) αποφασίζει τι πετιέται και τι αξίζει. Και δυστυχώς με τη δήλωση αυτή, άθελά της, απαντά –για ακόμη μία φορά– στο πάγιο ερώτημα των τελευταίων ετών για το ποιος πραγματικά διαβάζει τη Vogue.