ΗΤΑΝ ΜΕΓΑΛΟ ΠΛΗΓΜΑ για τους ανθρώπους της εστίασης τα δύο lockdowns, τα αποτελέσματα θα φανούν σύντομα και δεν θα είναι ευχάριστα.


Μα κι εμάς, τους ανθρώπους που αγαπούν τη μαγειρική, το φαγητό και τα ρεστοράν, που εκτιμούν την έκπληξη της γεύσης και την προσπάθεια του κάθε εστιάτορα να ικανοποιήσει τον πελάτη του, τα lockdowns μάς «τσάκισαν». Όχι ότι ξημεροβραδιαζόμασταν στα ακριβά εστιατόρια, όχι, αλλά είχαμε στέκια, αγαπημένες ψαροταβέρνες και σουβλακερί, αγροτικές ψησταριές και μεζεδοπωλεία που μας παρηγορούσαν και μας διασκέδαζαν χορταίνοντάς μας.

 

Η εστίαση είναι ερωτική πράξη, έχει δούναι και λαβείν και προκαλεί έντονα συναισθήματα ευφορίας (τις περισσότερες φορές) και βαθιάς απογοήτευσης (η εξαίρεση), ενώ το καθημερινό μαγείρεμα στο σπίτι για έναν, άντε δύο, ε, μοιάζει λίγο σαν... άσε τώρα. Και να φανταστείς ότι δεκαετίες τώρα υπερασπίζομαι σφόδρα την αξία του σπιτικού μαγειρέματος, σπρώχνω τις κόρες μου να μαγειρεύουν, αποφεύγω το take-away και το delivery. Όμως φέτος, το 2020, εκτίμησα περισσότερο το «τρώω έξω».

 

Περπάτησα μέχρι την πλατεία, με την πιτζάμα, το παλτό, το σκουφί, τη μάσκα και τις γούνινες μπότες, χωρίς κάλτσες. Έκατσα στο παγκάκι, ξεδίπλωσα το σάντουιτς και έβαλα τα κλάματα. 


Μόνο μία φορά θυμάμαι που έφαγα έξω το 2020 – όχι σε εστιατόριο ή ταβέρνα. Ήταν στα μέσα του Απρίλη και είχα πήξει, όπως όλοι μας. Είχα κάνει γυμναστική από το Διαδίκτυο, είχα «μπει» σε τρανά μουσεία και μεταμοντέρνες γκαλερί της Νέας Υόρκης, είχα ξαναδιαβάσει Καζαντζάκη να δω αν θα με συγκινήσει όπως στα νιάτα μου (όχι), είχα μιλήσει ώρες στο WhatsApp, είχα περπατήσει με ρυθμό που σου είναι δύσκολο να μιλήσεις για αεροβική άσκηση, όλα καλά.

 

Αλλά μου έλειπε ο φίλος σε συνδυασμό με τη μάσα, αυτό που δαγκώνεις το αρνίσιο παϊδάκι και με τα μάτια συμφωνείς ότι ναι, ρε φίλε, και τσουπ! σκας κι ένα χαμόγελο ενώ η γλώσσα γλείφει τη ριγανίτσα που ξέμεινε στα χείλη σου. Η αγκαλιά, τα φιλιά, οι ματιές, τα ορατά χείλη όλο νόημα και μηνύματα. Πήρα κάνα δυο τηλέφωνα, μπα, κανείς δεν μπορούσε, ο ένας φοβόταν για την υπερήλικη μαμά, ο άλλος είχε την υποψία, τον φόβο, την αποτρεπτική τεμπελιά...


Λέω «ρε, πήγαινε μόνη σου, άντε έξω να φας αντί για εδώ μέσα». Έβρασα δυο αυγά για 10 λεπτά, τα ψιλόκοψα, έψαξα για μαγιονέζα αλλά δεν είχα, μόνο ένα κουταλάκι γαλλική μουστάρδα πρόσθεσα και την ανακάτεψα καλά με το αυγό μέχρι να γίνει ένα σφιχτό spread, πρόσθεσα αρκετό αλάτι και πιπέρι, ένα ραπανάκι και ένα αγγούρι σε διαφανείς φέτες.

 

Από την κατάψυξη έβγαλα δυο ψωμάκια μπριός, από αυτά που ο φούρνος δεν βγάζει πάντα και κάθε φορά θυμάμαι να αγοράζω καμιά δεκαριά για να μην ξεμείνω, τα έκοψα στη μέση, τα έβαλα στην τοστιέρα και, όταν σε λίγο κρύωσαν, άπλωσα πολύ βούτυρο και ακούμπησα πάνω του το μείγμα των αυγών, τις φέτες των λαχανικών και ένα μαρουλόφυλλο. Περπάτησα μέχρι την πλατεία, με την πιτζάμα, το παλτό, το σκουφί, τη μάσκα και τις γούνινες μπότες, χωρίς κάλτσες. Έκατσα στο παγκάκι, ξεδίπλωσα το σάντουιτς και έβαλα τα κλάματα.


Γιατί δεν ήσουν μαζί μου, εκεί, στο γαμημένο πρώτο lockdown του 2020, να μου πεις «ξέχασες το ταμπάσκο, ρε συ, το ταμπάσκο ξέχασες, βρε μαλάκω, γίνεται αυγό βραστό χωρίς ταμπάσκο;».


«Α, δεν πάμε καλά» σου απάντησα, έτσι δυνατά, όχι από μέσα μου, έτσι όπως κάνουν οι γριές που βλέπουμε να μιλάνε μόνες τους και κουνάμε το κεφάλι.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

 

 

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr