«ΠΟΝΑΩ».
Με αυτό το κεντρικό σύνθημα που έγινε και δημοφιλές hashtag στα σόσιαλ μίντια πραγματοποίησαν το περασμένο Σαββατοκύριακο συγκεντρώσεις και πορείες δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι σε όλη την Ελλάδα, νέοι κυρίως αλλά και μεγαλύτεροι, με σημείο εκκίνησης την πλατεία της περιοχής τους.

 

Ήταν ένα μαζικό ξέσπασμα απέναντι στο κρεσέντο ακραίας βίας, καταστολής και αστυνομοκρατίας που βιώνουμε τον τελευταίο χρόνο στην Ελλάδα σε ένα εύρος και μια έκταση που δεν είχαμε δει από το αποκορύφωμα των αντιμνημονιακών κινητοποιήσεων μεταξύ 2011-12, μια αίσθηση που καλώς ή κακώς επέτειναν οι αυξημένοι έλεγχοι, περιορισμοί και απαγορεύσεις εξαιτίας της πανδημίας, ενισχύοντας την αίσθηση παντοδυναμίας, τον τσαμπουκά και τη ροπή στην αυθαιρεσία των αστυνομικών οργάνων και ιδιαίτερα των ειδικών σωμάτων, χώρια η θεσμοθετημένη σχεδόν «ασυλία» τους, αν και όταν βρεθούν υπόλογοι. 

 

«Πονάω». Η φράση του νεαρού θύματος αστυνομικής βίας στην πλατεία της Νέας Σμύρνης, ο οποίος απλώς διαμαρτυρήθηκε για τη σκιώδη συμπεριφορά οργάνων σε μια οικογένεια και τα γεγονότα που ακολούθησαν έγιναν η θρυαλλίδα του ελληνικού «I can’t breathe». Το εν λόγω περιστατικό συν το όργιο αυταρχισμού που ακολούθησε στη Νέα Σμύρνη ήταν απλώς η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, με τον τραυματισμό ενός αστυνομικού στα επεισόδια να επισκιάζει τις ουκ ολίγες, καθώς καταγγέλθηκε, έκνομες συμπεριφορές συναδέλφων του εκείνο το βράδυ και όχι μόνο, από ξυλοδαρμούς μέχρι συλλήψεις πολιτών ακόμα και μέσα σε σπίτια.

 

Είχαν προηγηθεί οι νομικά έωλες απαγορεύσεις και διαλύσεις ακόμα και ειρηνικών συγκεντρώσεων που τηρούσαν τα προβλεπόμενα μέτρα όπως π.χ. στην περίπτωση των εννέα φεμινιστριών που απλώς ξεδίπλωσαν ένα πανό στο Σύνταγμα στις 25/11/20 ή πορειών συμπαράστασης στην απεργία πείνας του Δημήτρη Κουφοντίνα πιο πρόσφατα, η ελεγχόμενη ως αντισυνταγματική απαγόρευση συναθροίσεων άνω των τεσσάρων ατόμων πανελλαδικά, παραμονές της επετείου του Πολυτεχνείου –κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί από το 1973– καθώς επίσης αστυνομικές επιδρομές σε άλλες «ανυπότακτες» πλατείες.

 

Ακόμα και σε περιπτώσεις που υπάρχουν όντως «προκλήσεις», η αστυνομική απάντηση είναι συχνά «τυφλή», εκδικητική, υπέρμετρα βίαιη και δίχως διακρίσεις, με αποδέκτες από αμέτοχους πολίτες μέχρι δημοσιογράφους και φωτορεπόρτερ.

 

Γεγονός είναι ότι το ζήτημα της βίας, της ασυδοσίας και της κατάχρησης εξουσίας από πλευράς οργάνων της τάξεως είναι και σοβαρό και διαχρονικό, άσχετα που δεν είναι μόνο ελληνικό.

 

Άλλα ενδεικτικά της αλλαγής κλίματος συμβάντα που είχαμε πολλά χρόνια να δούμε σε αυτή τη χώρα ήταν η είσοδος οπλισμένων αστυνομικών που διέκοψαν προβολή της ταινίας Joker στο σινέ Αελλώ, ύστερα από καταγγελία για παρουσία ανήλικων θεατών (Οκτώβριος ’19), η εισβολή ανδρών της Δίωξης στο κλαμπ Steam στο Γκάζι τον επόμενο μήνα, όπου εκατοντάδες νεαροί θαμώνες υποχρεώθηκαν να παραμείνουν επί μια ολόκληρη ώρα γονατιστοί με τα χέρια στο κεφάλι δεχόμενοι ύβρεις και απειλές, σύμφωνα με τις μαρτυρίες –οι μικροποσότητες απαγορευμένων ουσιών που βρέθηκαν τελικά, δύσκολα δικαιολογούν την έκταση και τον τρόπο διεξαγωγής εκείνης της επιχείρησης–, καθώς επίσης η αναίτια κακοποίηση μιας ολόκληρης οικογένειας μέσα στο σπίτι της από ασφαλίτες και το «φόρτωμα» πατέρα και γιων με ψευδείς, όπως αποδείχθηκε, κατηγορίες (υπόθεση Ινδαρέ, Δεκέμβριος ’19). 

 

«Το θέμα είναι προφανώς συνολικότερο και το να επιμένουν να μιλούν κάποιοι αρμόδιοι για μεμονωμένα περιστατικά σίγουρα δεν βοηθά στην επίλυσή του. Η αστυνομική βία είναι όχι σπάνια δυσανάλογη και μη αναγκαία» θα πει η Λία Γώγου, ειδική ερευνήτρια της Διεθνούς Αμνηστίας.

 

Πονάω Πορεία
«ΠΟΝΑΩ». Με αυτό το κεντρικό σύνθημα που έγινε και δημοφιλές hashtag στα σόσιαλ μίντια πραγματοποίησαν το περασμένο Σαββατοκύριακο συγκεντρώσεις και πορείες δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι σε όλη την Ελλάδα, νέοι κυρίως αλλά και μεγαλύτεροι με σημείο εκκίνησης την πλατεία της περιοχής τους. Φωτ.: Eurokinissi

 

Ύστερα και από τα συμβάντα της Νέας Σμύρνης, αρκετοί θυμηθήκαμε το δίστιχο των Στέρεο Νόβα «από παιδί αναρωτιόμουν ποιος έχει τη δύναμη/αυτός που χτυπάει ή αυτός που πονάει;» («Το παιχνίδι της εξουσίας», 1993), με την «απόκριση» που έδωσαν δρόμοι και πλατείες να είναι ξεκάθαρη. Δημοσκοπήσεις όπως της Protata ανέδειξαν σε μείζον για την κοινωνία το ζήτημα της αστυνομικής βίας και ατιμωρησίας, αντιδράσεις εξέφρασαν μέχρι και φίλια στη ΝΔ πρόσωπα και μέσα, αλλά και συνδικαλιστές ένστολοι που αντιλαμβάνονται ότι το πράγμα ξεφεύγει.

 

Όσο για την κυβέρνηση, η απάντηση της οποίας σε κάθε σχεδόν ερώτημα είναι «περισσότερη αστυνομία» –είναι, άλλωστε, αναλογικά η μόνη ίσως δημόσια υπηρεσία που ενισχύθηκε τόσο σε κονδύλια, μέσα και προσωπικό στης πανδημίας τον καιρό, με το υπουργείο Προ-Πο να μεταλλάσσεται σε ένα είδος υπερυπουργείου–, πέντε ολόκληρες μέρες μετά τα σκηνικά και αφού προηγήθηκε ένα εμπρηστικό πρωθυπουργικό διάγγελμα, ζήτησε διά στόματος Κυριάκου Μητσοτάκη «συγγνώμη» για την αστυνομική βία, μαζί και κάποια αμφιλεγόμενα μέτρα που μένει να κριθούν στην πράξη:

 

«Οι πρόσφατες εξαγγελίες του πρωθυπουργού είναι συμβολικού μάλλον παρά ουσιαστικού χαρακτήρα. Οι φορητές κάμερες στους ένστολους εγείρουν σοβαρά προβλήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων και δεν εξασφαλίζουν την απουσία κακοπροαίρετης μη καταγραφής περιστατικών αστυνομικής βίας. Η ενίσχυση του Συνήγορου του Πολίτη δεν αντισταθμίζει τις νομικά περιορισμένες σχετικές αρμοδιότητές του. Η αναβάθμιση των αστυνομικών σπουδών δεν καλύπτει τους ειδικούς φρουρούς που προσλαμβάνονται βάσει μοριοδότησης» λέει η εγκληματολόγος Αναστασία Τσουκαλά.

 

Ο πρωθυπουργός απαξίωσε, εντούτοις, δημόσια τις καταγγελίες Ινδαρέ, ευτυχώς όχι την ΕΔΕ και το πόρισμα που παραδόθηκαν προ ημερών στον Συνήγορο του Πολίτη για τον θάνατο του 26χρονου Βασίλη Μάγγου, έναν μήνα μετά τον αναίτιο ξυλοδαρμό του από αστυνομικούς σε συγκέντρωση στον Βόλο, υπόθεση για την οποία τρεις αστυνομικοί παραπέμφθηκαν στο Πειθαρχικό με το ερώτημα της αργίας.

 

Οι καταγγελίες στον ΣτΠ για βία και αστυνομικές αυθαιρεσίες αυξήθηκαν φέτος κατά 75% συγκριτικά με πέρσι, με το 1/3 περίπου εξ αυτών να είναι υπό διερεύνηση. Υπόψη ότι από πέρσι ο ρόλος του ΣτΠ έχει θεωρητικά αναβαθμιστεί αφού σε περιπτώσεις απόκλισης του πορίσματός του με αυτό της ΕΛΑΣ, η υπόθεση διαβιβάζεται απευθείας στον αρμόδιο υπουργό. Του οποίου όμως οι σχετικές ευαισθησίες ελέγχονται όταν όχι μόνο δεν προβαίνει σε καμία αυτοκριτική αλλά δυναμιτίζει με δηλώσεις περαιτέρω το κλίμα, όπως πράττουν και υφιστάμενοί του.

 

«Προκοπή» δεν είδαμε ούτε από την άτυπη επιτροπή διερεύνησης περιστατικών αστυνομικής βίας που συστήθηκε τον Δεκέμβριο του ’19 υπό τον Νίκο Αλιβιζάτο. Η επιτροπή είναι πια ανενεργή ενώ ο γνωστός συνταγματολόγος ερωτώμενος υπαινίχθηκε αδιαφορία για τα πορίσματα και τις συστάσεις της, επισημαίνοντας την έλλειψη διάθεσης της ΕΛΑΣ και του υπουργείου όπου υπάγεται για λογοδοσία. Αυτό, μολονότι παραμονές των γεγονότων της Νέας Σμύρνης έγραφε στην Καθημερινή ότι «με κριτήριο τα ισχύοντα στην Ευρώπη, οι μομφές που διατυπώνονται για αστυνομοκρατία εις βάρος της κυβέρνησης είναι αστειότητες». 

 

Γεγονός είναι ότι το ζήτημα της βίας, της ασυδοσίας και της κατάχρησης εξουσίας από πλευράς οργάνων της τάξεως είναι και σοβαρό και διαχρονικό (άλλωστε και η παραπάνω επιτροπή ερευνούσε περιστατικά παρελθόντων κυρίως ετών), άσχετα που δεν είναι μόνο ελληνικό. Νωπές είναι, για παράδειγμα, οι ακραίες αστυνομικές βαρβαρότητες στη Γαλλία απέναντι στο κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων και φυσικά στις ΗΠΑ όπου η δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ ενίσχυσε το κίνημα Black Lives Matter, ενώ στη Βρετανία μέχρι ο πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον δήλωσε «ανήσυχος» για την αστυνομική βία ύστερα από απρόκλητη έφοδο ενστόλων σε ολονυκτία γυναικών στη μνήμη της Σάρα Έβεραρντ (η άτυχη 33χρονη απήχθη, βιάστηκε και δολοφονήθηκε στις 3 Μαρτίου από αστυνομικό).

 

Ήταν, μάλιστα, μια από τις «δικαιολογίες» των 42 ερωταπαντήσεων, τύπου «μονά-ζυγά δικά μου», που δημοσιοποίησε το υπουργείο Προ-Πο, ότι, κοντολογίς αλλού είναι χειρότερα, επομένως βγάλτε τον σκασμό. Υπάρχουν μεν διακυμάνσεις στην καταστολή ανάλογα με την εκάστοτε πολιτική ηγεσία, όμως ούτε η ουσία αλλάζει, ούτε οι πρακτικές, ούτε η βαθιά ριζωμένη νοοτροπία του μετεμφυλιακού χωροφύλακα, παρά τις κατά καιρούς εξαγγελλόμενες μεταρρυθμίσεις. Επιπλέον, καμια εξήγηση δεν έδωσαν οι δημοσιοσχετίστες της Κατεχάκη στο γιατί στη χώρα που ζούμε και άρα μας ενδιαφέρει πιο άμεσα, η αστυνομική αυθαιρεσία είναι τόσο συχνή (όπως άλλωστε και η αστυνομική διαφθορά), γιατί η «νόμιμη βία» είναι τόσο ανεξέλεγκτη, γιατί η συγκάλυψη και η ατιμωρησία είναι ο κανόνας, γιατί τα σώματα ασφαλείας ως θεσμός αντιμετωπίζουν διαχρονικά μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας και ιδιαίτερα τη νεολαία με όρους «εσωτερικού εχθρού», γιατί κάποιες αστυνομικές μονάδες δρουν με γκανγκστερικές μεθόδους.

 

Αστυνομία Νέα Σμύρνη
Ακόμα και σε περιπτώσεις που υπάρχουν όντως «προκλήσεις», η αστυνομική απάντηση είναι συχνά «τυφλή», εκδικητική, υπέρμετρα βίαιη και δίχως διακρίσεις, με αποδέκτες από αμέτοχους πολίτες μέχρι δημοσιογράφους και φωτορεπόρτερ. Φωτ.: Eurokinissi

 

Γεγονός είναι επίσης ότι η κακή φήμη της Ελληνικής Αστυνομίας έχει ξεπεράσει τα σύνορα, όπως επιβεβαιώνουν μια σειρά δημοσιεύματα ξένων ΜΜΕ, αλλά και οι περί τις 15 μέχρι τώρα καταδίκες της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με το ελληνικό δημόσιο να καλείται να καταβάλει αποζημιώσεις στα θύματα, Ότι το Συμβούλιο της Ευρώπης είχε συντάξει έκθεση το 2015 που αναφερόταν σε απάνθρωπη μεταχείρηση και βασανιστήρια από αστυνομικά όργανα ενώ ανάλογες καταγγελίες είχαμε και πιο πρόσφατα, με τελευταίες τις περιπτώσεις συλληφθέντων για τα γεγονότα της Νέας Σμύρνης. Ότι οι ακροδεξιοί «θύλακες» στην ΕΛΑΣ καθόλου δεν φαίνεται να έχουν εκλείψει. Ότι η υπόθεση Ζακ Κωστόπουλου, μια αποτρόπαια δολοφονία για την οποία παραπέμφθηκαν ως συνεργοί και κάποιοι εκ των αστυνομικών που παρενέβησαν, ίσως να παρέμενε επίσης στο σκοτάδι αν δεν υπήρχαν αυτόπτεις μάρτυρες ή αν το θύμα ήταν ανώνυμο.

 

Ότι η κακή αυτή φήμη δεν περιορίζεται στο πώς η αστυνομία αντιμετωπίζει ακόμα και ειρηνικούς, ενίοτε, διαδηλωτές ή «απείθαρχους» νέους –σε ορισμένους μάλιστα από τους τελευταίους, όπως ο Μιχάλης Καλτεζάς και ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος, δεν επιτρέπει καν την ενηλικίωση–, αλλά είναι ακόμα χειρότερη όταν ο λόγος γίνεται για μετανάστες και πρόσφυγες, από τα σύνορα του Έβρου μέχρι τα κρατητήρια των αστυνομικών τμημάτων, για Ρομά, ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, χρήστες και γενικότερα ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες, όπως πιστοποιούν καταγγελίες και εκθέσεις της ΔΑ, του ΕΠΣΕ και του Δικτύου Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας – καθώς, μάλιστα, λέει η βοηθός συντονίστρια του τελευταίου, Γαρουφαλιά Αναστασοπούλου, «μιλάμε μόνο για την κορυφή του παγόβουνου, καθώς πολλές περιπτώσεις που αφορούν ευάλωτα άτομα ειδικά, δεν έρχονται ποτέ στην επιφάνεια από αδυναμία, φόβο ή/και έλλειψη μέσων και επαφών».  

 

Ότι για να αλλάξουν ριζικά σκιώδεις νοοτροπίες και πρακτικές δεκαετιών, όπως είναι το αίτημα των ημερών, χρειάζεται κατά γενική ομολογία ισχυρή πολιτική βούληση, πρόθυμοι «εθελοντές», αδέκαστοι μηχανισμοί ελέγχου, διάλογος με την κοινωνία και συστηματική δουλειά σε βάθος χρόνου. Πήρε άραγε το μήνυμα τη φορά αυτή η Πολιτεία ή το επόμενο βήμα θα είναι άλογα, σκυλιά, τέιζερ και πλαστικές σφαίρες, αν όχι και κανονικές;

 

Αναστασία Τσουκαλά

Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Εγκληματολογίας Université Paris-Saclay, τέως Αντιπρόεδρος του Κέντρου Μελετών Ασφάλειας (ΚΕ.ΜΕ.Α.) του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη

Αναστασία Τσουκαλά«Στην Ελλάδα υπάρχει ένα διαχρονικό πρόβλημα αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας με συγκυριακές υφέσεις και εξάρσεις. Η σημερινή έξαρση είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών αποφάσεων σε συνδυασμό με δομικές αδυναμίες της ΕΛ.ΑΣ.

 

Σε πολιτικό επίπεδο, διαπιστώνουμε την εφαρμογή μιας αυταρχικής στρατηγικής που εκδηλώνεται τόσο με την αντισυνταγματική περιστολή του δικαιώματος του συνέρχεσθαι όσο και με την αέναη ενίσχυση της θέσης της αστυνομίας στην κοινωνία καθώς της ανατίθενται καθήκοντα εκτός του πλαισίου της καθαυτής αρμοδιότητάς της – από τη φύλαξη και επιτήρηση των πανεπιστημίων μέχρι την προστασία ανηλίκων που οι γονείς τους έχουν συλληφθεί ή καταδικαστεί. 

 

Η επικινδυνότητα της απόφασης να αναχθεί η αστυνομία σε φορέα επίλυσης πολλών κοινωνικών ζητημάτων μεγιστοποιείται εξαιτίας διαφόρων εγγενών παθογενειών της ΕΛ.ΑΣ, όπως η ανεπαρκής εκπαίδευση, η κυρίαρχη συντεχνιακή αλληλεγγύη και η απόρριψη κάθε είδους δημοκρατικού ελέγχου.  

 

Η άρνηση των ενστόλων να καταστούν υπόλογοι των έκνομων πράξεών τους καθίσταται σαφής από τη συστηματική μαζική παραβίαση των αποφάσεων του αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ (2010, 2019, 2020) να φέρουν διακριτικά. Στις 12/3/2021, το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη ανακοίνωσε ότι η εκτέλεση αυτών των αποφάσεων "υλοποιείται σταδιακά και θα ολοκληρωθεί μέχρι τον Ιούνιο του 2021!". Το πρόβλημα παραμένει ακέραιο και η αδυναμία ταυτοποίησης των ενστόλων από τους πολίτες συνεχίζει να μετακυλά την πρωτοβουλία για την τιμωρία τους στην ιεραρχία τους.

 

Η ΕΛ.ΑΣ όμως αποδεικνύεται διαχρονικά απρόθυμη να ασκήσει τον ελεγκτικό της ρόλο, όπως φαίνεται από το υπερβολικά υψηλό ποσοστό αρχειοθετημένων ΕΔΕ, ακόμα και σε περιπτώσεις τέλεσης κακουργημάτων – ενδεικτικά παραδείγματα οι σοβαροί τραυματισμοί του δημοσιογράφου Μανώλη Κυπραίου και του φωτορεπόρτερ Μάριου Λώλου. Δεδομένης αυτής της ελεγκτικής χαλαρότητας, η επικοινωνιακή προβολή της επιβολής πειθαρχικών κυρώσεων σε ορισμένους ένστολους, κατηγορούμενους για την καταστροφή της ανθοδέσμης που είχε κατατεθεί στη μνήμη του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου ή για τον πρόσφατο ξυλοδαρμό πολίτη στη Νέα Σμύρνη, παραπέμπει μάλλον σε κατευνασμό της εκλογικής βάσης της κυβέρνησης παρά σε ειλικρινή επιθυμία ελέγχου της αστυνομίας.

 

Οι πρόσφατες εξαγγελίες του πρωθυπουργού είναι συμβολικού μάλλον, παρά ουσιαστικού χαρακτήρα. Οι φορητές κάμερες στους ένστολους εγείρουν σοβαρά προβλήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων και δεν εξασφαλίζουν την απουσία κακοπροαίρετης μη καταγραφής περιστατικών αστυνομικής βίας. Η ενίσχυση του Συνήγορου του Πολίτη δεν αντισταθμίζει τις νομικά περιορισμένες σχετικές αρμοδιότητές του. Η αναβάθμιση των αστυνομικών σπουδών δεν καλύπτει τους ειδικούς φρουρούς που προσλαμβάνονται βάσει μοριοδότησης.

 

Το καθεστώς ασυλίας αποκτά τις μέγιστες διαστάσεις πολιτειακής επικινδυνότητας όταν διαπιστώνουμε ότι, τις ελάχιστες φορές που κατέστη δυνατόν να ασκηθεί δίωξη, οι κατηγορούμενοι χαίρουν ευνοϊκής αντιμετώπισης από τους δικαστικούς λειτουργούς, παρά την ύπαρξη ενοχοποιητικών αποδεικτικών στοιχείων ή μαρτυριών. Ο μόνος ένστολος που έχει καταδικαστεί τελεσίδικα μέχρι σήμερα είναι ο δράστης της επίθεσης σε βάρος της φωτορεπόρτερ Τατιάνας Μπόλαρη.

 

Παρεμφερή φαινόμενα παρατηρούνται και σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη, όπως συνέβη στη Γαλλία με το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων που πυροδότησε ακραίες κατασταλτικές πρακτικές, με αποτέλεσμα σοβαρούς τραυματισμούς ή και αναπηρίες εκατοντάδων πολιτών. Οι συγκρίσεις με βιαιότερα ευρωπαϊκά αστυνομικά σώματα, που έγιναν πρόσφατα από αξιωματούχους της ΕΛ.ΑΣ και κυβερνητικά στελέχη, είναι επομένως ανησυχητικές επειδή αποσκοπούν ουσιαστικά στην αποδυνάμωση των καταγγελιών των Ελλήνων πολιτών. Η αστυνομική βία και αυθαιρεσία εμφανίζεται ως ένα διεθνές φαινόμενο, τόσο εκτεταμένο που οι πολίτες καλούνται να το αποδεχθούν ως φυσιολογικό και να ευγνωμονούν την ΕΛ.ΑΣ που δεν έχουμε θρηνήσει τα τελευταία χρόνια ανάπηρους ή νεκρούς από την έκνομη δράση ενστόλων.

 

Μέχρι πρότινος, η αστυνομική βία και αυθαιρεσία στοχοποιούσε κυρίως άτομα από την Αριστερά και τον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρο. Είναι, επομένως, εύλογο να τη συνδέσουμε με τις ιδεολογικές πεποιθήσεις των ενστόλων. Η άνοδος της ακροδεξιάς διαφαίνεται σαφώς τόσο στις εκλογικές αναμετρήσεις του 2012, 2014 και 2015 –όπου η Χρυσή Αυγή κατέγραψε ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά ψήφων στα εκλογικά τμήματα όπου ψήφιζαν ένστολοι– όσο και στην καταγραφή πολλών περιστατικών προκλητικής αστυνομικής ανοχής φασιστών εν δράσει σε διαδηλώσεις των τελευταίων ετών.

 

Σε αυτή την ιδεολογική παράμετρο προστίθεται η ελλιπέστατη εκπαίδευση των ειδικών φρουρών που συγκροτούν τις μονάδες ΔΙΑΣ και ΔΡΑΣΗ. Όπως διαπιστώσαμε στο αρχικό συμβάν της Νέας Σμύρνης και στην αποτυχημένη επιχειρησιακή διαχείριση των συνεπακόλουθων επεισοδίων, η επαγγελματική ανεπάρκεια είναι λίαν επικίνδυνη για τους πολίτες αλλά και για τους ίδιους τους ένστολους. Η αδυναμία τους να μεριμνήσουν εγκαίρως για τον τραυματισμένο συνάδελφό τους και η ρίψη χειροβομβίδων κρότου λάμψης εναντίον διμοιρίας ΥΑΤ και δημοσιογράφων είναι εξίσου ανησυχητικές με την αρχική απρόκλητη χρήση βίας σε βάρος ειρηνικών πολιτών. Η προοπτική ανάθεσης της φύλαξης των πανεπιστημίων σε ειδικούς φρουρούς εγείρει, επομένως, βάσιμους φόβους για ανεξέλεγκτες εντάσεις εντός των πανεπιστημιακών χώρων, με ορατό τον κίνδυνο μιας γενικευμένης διασάλευσης της δημόσιας τάξης».
 

Λία Γώγου

Eιδική ερευνήτρια Διεθνούς Αμνηστίας

Λία Γώγου«Ασχολούμαι με το ζήτημα σχεδόν 12 χρόνια, όμως η ΔΑ εστιάζει συστηματικά στην αστυνομική βία στην Ελλάδα ήδη από το 2000. Έχουμε δημοσιεύσει εκθέσεις, τρέξει καμπάνιες κι εξετάσει πλήθος καταγγελίες υπέρμετρης αστυνομικής βίας κατά διαδηλωτών, κατά προσφύγων και μεταναστών επίσης στην ενδοχώρα, στα νησιά και στον Έβρο όπως και σε κρατητήρια.

 

Αναδείξαμε υποθέσεις όπως της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, τον σοβαρό τραυματισμό στο αφτί του δημοσιογράφου Μανώλη Κυπραίου (σ.σ. δικαιώθηκε και του επιδικάστηκε αποζημίωση, όμως το δημόσιο έχει προσφύγει κατά της απόφασης ενώ κανείς αστυνομικός δεν καταδικάστηκε) και πιο πρόσφατα την υπόθεση δολοφονίας του Ζακ Κωστόπουλου την οποία παρακολουθούμε έκτοτε στενά.

 

Δημοσιεύσαμε εκθέσεις όπως το «Κράτος εν Κράτει» που αναφερόταν αφενός στην προκλητική ανοχή της αστυνομίας απέναντι στη βία των ταγμάτων εφόδου της Χρυσής Αυγής, αφετέρου στη διείσδυση τέτοιων στοιχείων στις τάξεις της ΕΛ.ΑΣ., κάτι που και άλλοι ερευνητές έχουν αναδείξει. Υπήρξε, ως γνωστό, καταδίκη μιας τουλάχιστον αστυνομικού ενώ σχετική έρευνα είχε διατάξει και ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Νίκος Δένδιας.

 

Προτείναμε επίσης ήδη από το ’12 τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου μηχανισμού αντιμετώπισης της αστυνομικής αυθαιρεσίας, αρμοδιότητα που αργότερα υλοποιήθηκε από τον Συνήγορο του Πολίτη.  

 

Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο είχαμε έξαρση τέτοιων περιστατικών, απρόκλητες επιθέσεις αστυνομικών σε διαδηλωτές, αναίτιες συλλήψεις, απαγορεύσεις συγκεντρώσεων και γενικότερα πολλαπλές καταγγελίες τόσο στη ΔΑ όσο και σε άλλες οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων περιστατικών αστυνομικής βίας, αυθαιρεσίας, ακόμα και βασανιστηρίων στις οποίες περιλαμβάνονται καταγγελίες με ρατσιστικό ή ομοφοβικό κίνητρο. Αρκετές μάλιστα συνοδεύονταν από οπτικοακουστικό υλικό, μαρτυρίες τρίτων και ιατρικές εξετάσεις ή ιατροδικαστικές εκθέσεις.

 

Ένα, όμως, επιπλέον πρόβλημα είναι η νοοτροπία της αποφυγής λογοδοσίας και της ατιμωρησίας που επικρατεί ακόμα και όταν οι παραβάσεις αστυνομικών οργάνων είναι εξόφθαλμες. 

 

Το θέμα είναι προφανώς συνολικότερο και το να επιμένουν να μιλούν κάποιοι αρμόδιοι για μεμονωμένα περιστατικά σίγουρα δεν βοηθά στην επίλυσή του. Η εν λόγω αστυνομική βία είναι όχι σπάνια δυσανάλογη και μη αναγκαία, όπως για παράδειγμα οι κρότου-λάμψης, τα χημικά και οι ρίψεις νερού από αύρες κατά δικηγόρων που διαδήλωναν ειρηνικά – υπόψη ότι οι ρίψεις νερού δεν είναι καθόλου ακίνδυνες, 25χρονη τραυματίστηκε σοβαρά στο μάτι από water cannon αύρας τον Φεβρουάριο στην Κύπρο.

 

Οι ασφυκτικοί περιορισμοί στο βασικό δημοκρατικό δικαίωμα της συνάθροισης –ένα δικαίωμα στο οποίο ήδη τέθηκαν περιορισμοί με τον νόμο για τις διαδηλώσεις πέρσι τον Ιούλιο– όπως αυτοί που είδαμε το τελευταίο δίμηνο του ’20, συνιστούν εξάλλου αφ’ εαυτών βίαιη πρακτική. Όμως σε μια δημοκρατική χώρα δεν μπορεί να κακοποιείται και να διώκεται ποινικά ένας πολίτης επειδή σήκωσε ένα πανό».  

 

Η Διεθνής Αμνηστία ετοιμάζει και θα δημοσιοποιήσει προσεχώς νέα έκθεση για την αστυνομική βία στην Ελλάδα.

 

Γαρουφαλιά Αναστασοπούλου

Βοηθός Συντονίστρια Δικτύου Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας

Γαρυφαλλιά Αναστασοπούλου«Σύμφωνα με καταγραφές οι οποίες βασίζονται αποκλειστικά στις μαρτυρίες των θυμάτων, το Δίκτυο διαπιστώνει αύξηση στα περιστατικά με δράστες ή εμπλεκόμενους ένστολους κατά τη διάρκεια του 2018 (22 στα 117 περιστατικά) σε σχέση με το 2017 (10 στα 102). Η εν λόγω τάση επιβεβαιώνεται και το 2019 (17 στα 100 περιστατικά).

 

Αν και τα σχετικά στοιχεία του 2020 δεν έχουν ακόμη δημοσιοποιηθεί, με βάση τις μέχρι τώρα αναλύσεις η συγκεκριμένη τάση αναμένεται να επιβεβαιωθεί, συνδεόμενη ενίοτε με τους ελέγχους κατά την εφαρμογή των μέτρων περιορισμού μετακίνησης λόγω της πανδημίας.

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι αυξητική τάση των συγκεκριμένων περιστατικών συναντάται και στις καταγραφές των ετών 2012 έως 2014, όπου τα περιστατικά με εμπλοκή ένστολων έφταναν έως και το 26% του συνόλου, ενώ οι σχετικές καταγραφές μειώθηκαν την περίοδο 2015-2016 και το 2017 (έως 9.8%) για να γνωρίσουν νέα άνοδο την περίοδο 2018-2020. 

 

Σε ό,τι αφορά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των επιθέσεων, στη συντριπτική τους πλειοψηφία τα θύματα κατήγγειλαν στο Δίκτυο σωματική βία, σε συνδυασμό με λεκτική βία πολλές φορές, σε δημόσιο χώρο αλλά και εντός αστυνομικών τμημάτων ή χώρων κράτησης. Θύματα είναι κυρίως αιτούντες άσυλο, πρόσφυγες και μετανάστες είτε με άδεια διαμονής είτε χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, καταγγελίες έχουν γίνει ωστόσο και από Έλληνες πολίτες οι οποίοι υπέστησαν βία λόγω εθνοτικής καταγωγής, σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου.

 

Τα συγκεκριμένα περιστατικά ενισχύουν τον θεσμικό ρατσισμό, αποκλείουν ή καθυστερούν τα θύματα από την πρόσβαση σε υπηρεσίες ή/και πλαίσιο ασφάλειας που δικαιούνται, ενώ στη χείριστη έκφανσή τους συμβάλλουν καθοριστικά στη δημιουργία κλίματος ανασφάλειας και εκφοβισμού. Φανταστείτε, δε, ότι μιλάμε μόνο για την κορυφή του παγόβουνου, καθώς πολλές περιπτώσεις που αφορούν ευάλωτα άτομα ειδικά, δεν έρχονται ποτέ στην επιφάνεια από αδυναμία, φόβο ή/και έλλειψη μέσων και επαφών.

 

Χαρακτηριστικό της απρόκλητης βίας με ρατσιστικό κίνητρο αποτελεί το εξής περιστατικό που κατέγραψε το Δίκτυο το 2019: Εντός Κέντρου Υποδοχής και Ταυτοποίησης, σε νησί του Αιγαίου, και με βάση τη μαρτυρία δύο εκ των θυμάτων, αστυνομικοί έμπαιναν μέσα στο κοντέινερ επί τρία βράδια, ως επί το πλείστον μεθυσμένοι, και άρχιζαν να χτυπούν απρόκλητα ασυνόδευτα παιδιά και να τα βρίζουν ρατσιστικά. Τα τραβούσαν από τα κρεβάτια και τα χτύπαγαν με γροθιές και γκλομπ λέγοντάς τους “είσαι στη χώρα μου […] φύγετε από τη χώρα μου”».

 

Το Δίκτυο, μια πρωτοβουλία της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ) και του Γραφείου της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στην Ελλάδα (UNHCR) δημιουργήθηκε το 2011. Συμμετέχουν 47 ΜΚΟ και φορείς της κοινωνίας των πολιτών καθώς επίσης ως παρατηρητές ο Συνήγορος του Πολίτη και το Συμβούλιο Ένταξης Μεταναστών του Δήμου Αθηναίων.


 

 

 

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr