Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ είναι εργαλείο της κρατικής εξουσίας, αλλά το μονοπώλιο της νόμιμης βίας που κατέχει, δεν σημαίνει ότι νομιμοποιεί κάθε βία. Ο αστυνομικός δεσμεύεται, μεταξύ άλλων, από τις αρχές της αναλογικότητας, της  αναγκαιότητας και της καταλληλότητας και η αστυνομική βία ασκείται στο πλαίσιο που ορίζουν οι νόμοι και το Σύνταγμα.

 

Οι αστυνομικοί, όπως και οι δημόσιοι υπάλληλοι, δεν είναι κομματικά στελέχη ή μετακλητοί υπάλληλοι της ΝΔ ή του ΣΥΡΙΖΑ. Ούτε το περιστατικό του Ζακ Κωστόπουλου χρεώνεται κομματικά στον ΣΥΡΙΖΑ, επειδή συνέβη επί διακυβέρνησης του, ούτε της Νέας Σμύρνης στη Νέα Δημοκρατία. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις δεν έχουν πολιτική ευθύνη και δεν είναι υπόλογες για κάθε αυθαιρεσία που συμβαίνει στη δική τους περίοδο άσκησης της εξουσίας. Φυσικά και είναι. 

  

Οι κυβερνήσεις έχουν ευθύνη για το αδύναμο θεσμικό πλαίσιο ελέγχου και λογοδοσίας, για τις πράξεις και κυρίως για τις παραλείψεις τους. Για όλα αυτά που δεν έκαναν για να προλαμβάνονται παρόμοια περιστατικά και για όσα δεν έκαναν μετά για να μην ξαναγίνουν. 

 

Το πρόβλημα της αστυνομικής αυθαιρεσίας και της υπερβολικής βίας είναι ένα υπαρκτό πρόβλημα, το οποίο όμως δεν είναι καινούργιο. Υπήρχε πάντα και καμία κυβέρνηση ως τώρα δεν θέλησε να το αντιμετωπίσει, όπως καμία δεν θέλησε να φτιάξει μία σύγχρονη, δημοκρατική και καλά εκπαιδευμένη αστυνομία που θα λογοδοτεί. 

 

Μία από τις βασικές αρχές που πρέπει να διέπουν την άσκηση των αστυνομικών καθηκόντων και όφειλε να γνωρίζει ο αστυνομικός της Νέας Σμύρνης που χρησιμοποίησε το γκλοπ του εναντίον πολίτη, είναι η αρχή της αναλογικότητας, γνωστή και με τη φράση του νομικού Walter Jellinek που έλεγε ότι «η αστυνομία δεν πρέπει να πυροβολεί τα σπουργίτια με κανόνια».

 

Βεβαίως, κάθε κυβέρνηση έχει το δικό της ύφος εξουσίας και ο ρόλος της αστυνομίας στον τρόπο διακυβέρνησης είναι κεντρικής σημασίας. Η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν βασικές διαφορές σε αυτό. Αλλά στο θέμα της υπερβολικής βίας ή των αυθαιρεσιών δεν τεκμηριώνεται κάποια ουσιαστική διαφορά.

 

 Πέρα από τα πρόσφατα περιστατικά αυτής της περιόδου, οι περισσότεροι θυμούνται ότι το περιστατικό με τον Ζακ Κωστόπουλο συνέβη επί κυβέρνησης Τσίπρα, όπως και το ξύλο που έτρωγαν ανηλεώς όσοι διαμαρτύρονταν για τους πλειστηριασμούς. Εκτός αν πιστεύει κανείς ότι τα γκλοπ που έπεφταν στις πλάτες των διαμαρτυρόμενων τότε, έδερναν πιο γλυκά. Ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, που τον Σεπτέμβριο του 2018 διώκονταν για τη δράση του κατά των πλειστηριασμών, δήλωνε ότι ήταν η «πρώτη φορά που υφίσταται τέτοια δίωξη μετά τις πολιτικές διώξεις που υπέστη στη χούντα του Παπαδόπουλου και του Ιωαννίδη». Και τότε κάποιοι μιλούσαν για «αστυνομοκρατία». Και τότε οι δηλώσεις αυτές δεν έπαιζαν στα περισσότερα δελτία. 

 

Είτε απέναντι σε “μπαχαλάκηδες”, είτε απέναντι σε “μακεδονομάχους”, ή “νοικοκυραίους”- όπως και αν τους ονομάζουν οι πολιτικοί, η αυθαίρετη βία είναι εξίσου καταδικαστέα κι επικίνδυνη. Αυτό όμως, κάποιοι που συμπεριφέρονται σαν οπαδοί του ενός ή του άλλου κόμματος μέσα σε όλη αυτή την τοξικότητα που παράγεται στην πολιτική ζωή της χώρας, το ξεχνούν και κάθε φορά ενοχλούνται ή δεν ενοχλούνται ανάλογα με το ποιος είναι σε κάθε πλευρά.

 

Κάποιοι επικροτούν ακόμα και την αυθαίρετη βία, αν αυτή απευθύνεται στους “μπάχαλους”, ενώ άλλοι την επικροτούσαν όταν απευθυνόταν π.χ στους “μακεδονομάχους”. Τα έχουμε δει αυτά και σε ένα βαθμό αποτελούν μέρος του προβλήματος της έλλειψης δημοκρατικής παιδείας που παρατηρείται και στην αστυνομία.  

 

Το πρόβλημα της αυθαιρεσίας των αστυνομικών είναι ένα υπαρκτό και σοβαρό πρόβλημα  και φαίνεται  ότι οι βασικοί λόγοι της διαιώνισής του είναι η έλλειψη ενός συγκεκριμένου θεσμικού πλαισίου μαζί με την ελλιπή εκπαίδευση των αστυνομικών και την απουσία συνεπειών και λογοδοσίας όταν αυθαιρετούν. 

 

(Στο πρόσφατο παρελθόν έχουν υπάρξει επίσης σοβαρές ενδείξεις και καταγγελίες ότι στο εσωτερικό της Ελληνικής Αστυνομίας λειτουργούσαν  αυτονομημένοι ακροδεξιοί θύλακες, αλλά και αυτό μόνο με την ύπαρξη ενός δημοκρατικού θεσμικού πλαισίου μπορεί να αντιμετωπιστεί). 

 

Ο αστυνομικός δεν είναι “τιμωρός εκδικητής”, ούτε μπορεί να εργαλειοποιείται η αστυνόμευση για τη δίωξη όσων ενοχλούν κάθε κυβέρνηση. Ο ρόλος του αστυνομικού είναι κομβικός στην άσκηση της κρατικής εξουσίας, αλλά στις δημοκρατίες οι νόμοι ορίζουν τα όρια της δράσης του, ώστε να διασφαλίζονται οι ατομικές ελευθερίες και τα συνταγµατικά δικαιώµατα. Παρόλα αυτά παρατηρείται συχνά αστυνομικοί αντί να προστατεύουν τα δικαιώµατα των πολιτών, να τα καταπατούν.

 

Το Σύνταγμα ορίζει ότι «ο σεβασµός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας» και αστυνομικοί οφείλουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους να το έχουν υπόψη και να μην υποτιμούν τους πολίτες. 

 

Η απουσία ενιαίας εκπαίδευσης των αστυνομικών, που για κάποια σώματα περιορίζεται μόλις σε ελάχιστα και ανεπαρκή σεµινάρια, παίζει το ρόλο της, αλλά ίσως η έλλειψη αυτή να μην είναι τυχαία. Επίσης όλα αυτά τα χρόνια  υπάρχει η υπηρεσία εσωτερικών υποθέσεων για τον “αυτοέλεγχο” της αστυνομίας, χωρίς όμως να έχει επιδείξει ως τώρα αξιόλογα αποτελέσματα. Στην υπηρεσία αυτή ανατέθηκε και τώρα από το Αρχηγείο της ΕΛ.ΑΣ. η διερεύνηση των καταγγελιών που αφορούν σε περιστατικά αστυνομικής αυθαιρεσίας στη Νέα Σμύρνη. Η κυβέρνηση έχει περάσει ωστόσο εδώ λίγο καιρό αρμοδιότητες για την εξέταση των περιστατικών αστυνομικής βίας στον Συνήγορο του Πολίτη και μένει να δούμε αν θα καταφέρει να το κάνει χωρίς εμπόδια. Επίσης την Πέμπτη ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε στη Βουλή μέτρα που θα περιορίσουν την αστυνομική βία, αλλά αυτά θα πρέπει πρώτα να τα δούμε αν και πως θα εφαρμοστούν στην πράξη. 

 

Το πρόβλημα της αυθαίρετης αστυνομική βίας και η αρχή της αναλογικότητας. 
Οι υποσχέσεις...

 

Η αστυνοµική βία αποτελεί νόµιµο εργαλείο του κράτους, αλλά στο κράτος δικαίου χρησιµοποιείται μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόµος και είναι αναγκαία, διαφορετικά από νόμιμο εργαλείο μπορεί να καταστεί παράνομο. Η χρήση της νόµιµης βίας πρέπει να γίνεται για την προστασία της δημοκρατικής λειτουργίας και όχι σε βάρος της. 

 

Η βασική αποστολή της αστυνομίας στη Δημοκρατία είναι η διασφάλιση της δημόσιας ειρήνης, η πρόληψη και η καταστολή του εγκλήματος, η παροχή έννομης προστασίας στους πολίτες και η προστασία των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών. Βέβαια για να σέβονται και να προστατεύουν οι αστυνομικοί τα συνταγματικά δικαιώματα και τις δημοκρατικές ελευθερίες των πολιτών, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να τα γνωρίζουν και αυτό δεν είναι καθόλου σίγουρο για τα σώματα εκείνα που δεν έχουν λάβει κατάλληλη εκπαίδευση. 

 

ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ  που πρέπει να διέπουν την άσκηση των αστυνομικών καθηκόντων και όφειλε να γνωρίζει και να τον δεσμεύει ο αστυνομικός της Νέας Σμύρνης που χρησιμοποίησε το γκλοπ του εναντίον πολίτη που έλεγχε, είναι η αρχή της αναλογικότητας, γνωστή και με τη φράση του νομικού Walter Jellinek που έλεγε ότι «η αστυνομία δεν πρέπει να πυροβολεί τα σπουργίτια με κανόνια».

 

Η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί δέσμευση και όριο που ορίζει ότι ο αστυνομικός κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του χρησιµοποιοεί τα πιο ήπια µέσα που μπορεί να χρησιμοποιήσει κάθε φορά, αποφεύγοντας την περιττή βία και τις δυσανάλογες συνέπειες κι επιδεικνύοντας µετριοπάθεια και επιείκεια. Η χρήση βίας από αστυνομικούς δικαιολογείται μόνο όταν είναι απολύτως αναγκαία και ασκείται κατ’ εξαίρεση. Διαφορετικά, έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της αναλογικότητας και είναι παράνομη. Η αρχή αυτή, όπως και οι υπόλοιπες που αφορούν στη δράση των αστυνομικών, τους δεσμεύει στην πράξη. 

 

Με αφορμή τη συζήτηση που ξεκίνησε μετά το περιστατικό της Νέας Σμύρνης, ο σκηνοθέτης Δημήτρης Ινδαρές έκανε ένα ενδιαφέρον σχόλιο στην ιστοσελίδα του στο facebook  αναφερόμενος στον όρκο του αστυνομικού αλλά και στην δικαιοσύνη που είναι ο μόνος θεσμός που μπορεί να σταματήσει την αυθαιρεσία.  

 

“Είναι μεγάλη παγίδα το μίσος κατά των αστυνομικών. Ο ίδιος ο ρόλος τους είναι μια τραγωδία. Ο όρκος τους δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στο σεβασμό της ιεραρχίας και την υπακοή στις εντολές των ανωτέρων από την προστασία του νόμου, που δεν έχουν κανένα λόγο να τον μάθουν, γιατί θα τους έφερνε αντιμέτωπους διαρκώς με διλήμματα.

Οι ανώτεροι πάντα προστατεύονται. Η πολιτική ηγεσία προσπαθεί να τα έχει μαζί τους καλά και να ισορροπεί ένα σύστημα που κρύβει παθογένειες που από καιρού εις καιρόν βγαίνουν στον αφρό, εργαλειοποιώντας το κατά το μέτρο της ειλικρίνειας των στόχων της. Οπότε όλους βολεύει το τυφλό μίσος κατά των κατωτέρων, που και οι ίδιοι με τον υπέρμετρο “ζήλο” τους συχνά τροφοδοτούν.

Η δικαιοσύνη είναι ο μόνος θεσμός που μπορεί να οριοθετήσει τα πράγματα. Να υποστηρίξει τις νόμιμες αξιώσεις των πολιτών και του δικαίου απέναντι στην τάση του κράτους να αυθαιρετεί αλλά και κάθε παραταξιακής ιδιοτέλειας του κομματικού-πελατειακού προσωπικού. Υπό την προϋπόθεση ότι θα διασφαλιστεί η βασική προϋπόθεση του θεσμικού της ρόλου: η ανεξαρτησία της από την εκτελεστική εξουσία.

“Έτσι είναι, δεν το ξέρεις;”, τελειώνει κάθε ιδιωτική συζήτηση για κάθε στρέβλωση. Και προχωράμε μοιρολατρικά για το επόμενο σκαλοπάτι της κατηφόρας. Τουλάχιστον ας πάψουμε να ερμηνεύουμε αυθαίρετα και ιδιοτελώς την πραγματικότητα. Η ζωή εκεί έξω δεν είναι μόνο επικοινωνία”

 

 

 

Ο καθηγητής Εγκληματολογίας και πρώην αν.υπουργός Προστασίας του Πολίτη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ Γιάννης Πανούσης, που δεν μακροημέρευσε, καθώς ο Αλέξης Τσίπρας τον αντικατέστησε με τον Ν. Τόσκα, αναφέρει σχετικά ότι “Ο κοινοβουλευτικός, διοικητικός, πειθαρχικός, δικαστικός έλεγχος μπορεί να επισύρουν κυρώσεις, να χαράσσουν κατευθυντήριες γραμμές (ή να επιβάλλουν «διαφάνεια») αλλά τελικά μόνον η επαγγελματική δεοντολογία, η παράδοση, ο κώδικας συμπεριφοράς μπορούν να δώσουν θετικά αποτελέσματα”.

 

Ο Γιάννης Πανούσης είχε προτείνει την Ίδρυση Εθνικού Συμβουλίου Αστυνομίας και αστυνόμευσης για τον δημοκρατικό έλεγχο της Αστυνομίας. “Στο θεσμικό επίπεδο επείγει ο εκσυγχρονισμός και η αναβάθμιση της εκπαίδευσης-επιμόρφωσης των αστυνομικών (χωρίς αγκυλώσεις και συμπλέγματα), η σύνταξη κώδικα καλής συμπεριφοράς και δεοντολογίας αστυνομικών χωρίς στερεότυπα και εξουσιαστικά σύνδρομα “ έχει επίσης προτείνει εδώ και χρόνια. Για να πείσει όμως η Αστυνομία ότι υιοθετεί νέα σχέση με τους πολίτες, πρέπει πρώτα να δείξει το καλό πρόσωπό της, αναφέρει ο καθηγητής, που σημαίνει ανάμεσα στα άλλα:

 

  • Αυτοκάθαρση σε περιπτώσεις παρανομίας αστυνομικών (επανέλεγχος της διαδικασίας χορήγησης αδειών οπλοφορίας, επανέλεγχος του τρόπου χορήγησης άδειας Δακτυλίου, έλεγχος των μέσων αντιμετώπισης σε κάθε είδους «Λέσχες» παράνομου τζόγου ή σε διάφορα κυκλώματα trafficking, ναρκωτικών κ.λπ).

  • Αυτοκάθαρση περιπτώσεων συμμετοχής σε πιθανούς θύλακες ακραίων και αντιδημοκρατικών αντιλήψεων, οι οποίοι έχουν αυτονομηθεί και λειτουργούν με βάση «δικούς τους κανόνες» ή με βάση στόχους έξω από τη συνταγματική τάξη και τις εντολές της Ηγεσίας.

  • Αντικατάσταση και βελτίωση του Πειθαρχικού δικαίου, ώστε να μη δίνεται η εντύπωση ότι οι όποιοι παραβαίνοντες τον όρκο τους αστυνομικοί εκφεύγουν τον έλεγχο και μένουν ατιμώρητοι.

  • Αποφυγή χρήσης βίας ή χημικών σε διαδηλώσεις και ειρηνικές πορείες διαμαρτυρίας πολιτών και φορέων. Μόνο σε ελεγχόμενες –εκ των προτέρων και εκ των υστέρων– περιπτώσεις κινδύνου ζωής πολιτών ή αστυνομικών ή εκτεταμένων επεισοδίων και καταστροφών και μετά από συνεννόηση με τη φυσική και πολιτική ηγεσία μπορεί να επιτραπεί κατ’ εξαίρεση η αμυντικού χαρακτήρα χρήση.

  • Ρητή απαγόρευση ύβρεων, προπηλακισμών και εν γένει άσκηση περιττής ή ρατσιστικής βίας κατά τη σύλληψη ή προσαγωγή ατόμων που εμπλέκονται σε εγκληματικές ενέργειες. Με τη σύλληψη ολοκληρώνεται η αστυνομική ενέργεια και απάδει οποιοσδήποτε άλλος φυσικός ή ψυχολογικός καταναγκασμός”.

 

Οσο πιο δημοκρατική είναι μία χώρα, τόσο περισσότερο ενισχύεται ο κοινωνικός ρόλος της αστυνομίας έναντι του καταναγκαστικού. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη έμοιαζε να μην έχει ξεκάθαρη γραμμή για το τι θέλει και να εκκρεμεί μεταξύ της αδυναμίας εφαρμογής των μέτρων και του αστυνομικού αυταρχισμού. Η κοινωνική ειρήνη, απαραίτητη και για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της πανδημίας, χρειάζεται συναινέσεις και θεσμικό έλεγχο, που θα αποτρέπει τις αυθαιρεσίες. Μένει να φανεί αν θα υπάρξει πολιτική βούληση κάποτε για αυτό.