Ο πρόεδρος του ΕΟΔΥ προχώρησε σε δηλώσεις για τον χανταϊό, επισημαίνοντας ότι «η μετάδοσή του από άνθρωπο σε άνθρωπο είναι εξαιρετικά σπάνια».
Όπως εξήγησε ο Θοδωρής Βασιλακόπουλος, μιλώντας στην εκπομπή Newsroom της ΕΡΤnews, «για να συμβεί αυτό, πρέπει δύο άνθρωποι να βρίσκονται σε στενή επαφή για παρατεταμένο χρονικό διάστημα».
Ο ίδιος σημείωσε ότι «δεν έχει καμία σχέση με τη μεταδοτικότητα που έχουν ο κορονοϊός, η γρίπη ή και η ιλαρά» και πρόσθεσε πως «πρέπει να κατανοήσουμε ότι μιλάμε για ένα πλοίο με περίπου 150 επιβάτες και μέχρι στιγμής επτά άνθρωποι παρουσίασαν συμπτώματα. Συνεπώς, εάν επρόκειτο για κάτι τόσο μεταδοτικό, θα είχαμε πολύ περισσότερα περιστατικά».
Σύμφωνα με τον ίδιο, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Ελέγχου Νόσων έχει ήδη στείλει ειδικό επιστήμονα στο κρουαζιερόπλοιο, προκειμένου να συντονίσει καλύτερα τη διαδικασία ιχνηλάτησης.
Ο πρόεδρος του ΕΟΔΥ υπογράμμισε επίσης ότι «δεν κινδυνεύουμε από πανδημία» και πρόσθεσε πως στην Ελλάδα, κάθε χρόνο από το 2004 -οπότε και επιτηρείται το νόσημα- καταγράφονται ένα έως δύο περιστατικά, ενώ υπήρξε και χρονιά με τέσσερα κρούσματα λοίμωξης από χανταϊό.
Όσο για τον Έλληνα επιβάτη που βρίσκεται στο κρουαζιερόπλοιο, ο Θοδωρής Βασιλακόπουλος ανέφερε ότι «δεν γνωρίζουμε ακόμη αν ζει στην Ελλάδα ή αν πρόκειται για Έλληνα που διαμένει στο εξωτερικό (…) Ωστόσο, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας θα μας δώσει εντός της ημέρας τα στοιχεία επικοινωνίας του».
Χανταϊός: Τι εξηγεί η Θεοδώρα Ψαλτοπούλου για τη μετάδοσή του
Μιλώντας στο ΕΡΤnews και την εκπομπή «Live Now», η καθηγήτρια Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής του ΕΚΠΑ, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, διευκρίνισε ότι πρόκειται για έναν ιό, «ο οποίος εμφανίζεται κυρίως στην Αμερική, Βόρεια και Νότια και στην Ασία, ενώ υπάρχουν κάποια σποραδικά περιστατικά στα Βαλκάνια και κυρίως στην Ευρώπη το συναντάμε και στις σκανδιναβικές χώρες».
Όπως εξήγησε, ετησίως μπορεί να υπάρχουν περισσότερα από 100.000 περιστατικά σε όλο τον κόσμο, με τις περισσότερες λοιμώξεις να είναι ήπιες. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι «από τον χανταϊό μπορεί να πεθάνει κάποιος».
Στη συνέχεια, η Θεοδώρα Ψαλτοπούλου παραλλήλισε τον χανταϊό με τη λεπτοσπείρωση που απασχόλησε πρόσφατα την Ελλάδα, μετά την επιβεβαίωση θανατηφόρου κρούσματος.
Η μετάδοση του ιού συνδέεται όπως και στη λεπτοσπείρωση με τα τρωκτικά. «Και τα δύο έχουν κοινό τα τρωκτικά, δηλαδή μολυσμένα τρωκτικά μπορεί να επιφέρουν θάνατο λόγω των μολυσματικών ασθενειών που κουβαλούν», τόνισε και έπειτα από ερώτηση για τη μετάδοση του ιού, εξήγησε, ότι στην περίπτωση του χανταϊού εισπνέουμε από τα βιολογικά υγρά μολυσμένων τρωκτικών.
Αναφορικά με τους τρεις θανάτους που σημειώθηκαν σε κρουαζιερόπλοιο το οποίο διέσχιζε τον Ατλαντικό, η Θεοδώρα Ψαλτοπούλου σχολίασε, ότι «μάλλον -όπως αναφέρει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας- επειδή έχει μακρύ χρόνο επώασης, δηλαδή 2-3 εβδομάδες, μπορεί αυτά τα τρωκτικά να μην βρίσκονταν στο κρουαζιερόπλοιο, αλλά τα άτομα αυτά -που είναι Ολλανδοί- να είχαν μολυνθεί και νωρίτερα».
Χανταϊός: Οι συστάσεις των ειδικών
Η καθηγήτρια τόνισε ότι δεν υπάρχει ειδική θεραπεία ή εμβόλιο για τον χανταϊό.
Τι πρέπει να προσέχουμε:
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στα μέτρα πρόληψης, κυρίως για όσους καθαρίζουν εξοχικές κατοικίες ή αγροτικούς χώρους:
- Να απομακρύνονται παιδιά και κατοικίδια από τον χώρο
- Να χρησιμοποιούνται γάντια και κατάλληλος ρουχισμός (μακριά ρούχα, κλειστά παπούτσια)
- Να προηγείται καλός αερισμός των χώρων πριν από τον καθαρισμό γιατί και με την εισπνοή υπάρχουν σποραδικά περιστατικά ή μολυσμένα στάσιμα νερά, όπως και με τη λεπτοσπείρωση
- Να αποφεύγεται η έκθεση σε σκόνη ή στάσιμα νερά που μπορεί να έχουν μολυνθεί από τρωκτικά
Ο χανταϊός -τόνισε- δεν έχει ούτε αντιβιοτικά, ούτε υπάρχει ειδική αντιική αγωγή, ούτε εμβόλιο, ενώ σε ορισμένες βαριές περιπτώσεις, μπορεί να οδηγήσει σε θάνατο.
Τέλος, η καθηγήτρια ρωτήθηκε «πόσο εύκολη» κρίνεται η διασπορά του ιού. Όπως απάντησε «διασπορά δεν γίνεται -παρά σπανίως- από άνθρωπο σε άνθρωπο. Έχει παρατηρηθεί και αυτό αλλά είναι σπάνιο. Κυρίως η διασπορά είναι από τα βιολογικά υγρά των τρωκτικών. Και το αναφέρω και για τον χανταϊό αλλά και τη λεπτοσπείρωση που μπορεί να τη δούμε και πιο συχνά στη χώρα μας».
Με πληροφορίες από την ΕΡΤnews