Τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση για τη χορήγηση της τρίτης δόσης του εμβολίου έπειτα από τρεις μήνες εξήγησε ο καθηγητής Παθολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, Χαράλαμπος Γώγος. 

 

Το πρώτο δεδομένο ήταν ότι στους έξι μήνες «έχουμε πολλές επαναλοιμώξεις», εξήγησε ο κ. Γώγος μιλώντας στο Open. «Ο μεγαλύτερος αριθμός εμβολιασμένων που έρχονταν με νέα λοίμωξη ήταν στον 5ο-6ο μήνα, δηλαδή λίγο πριν γίνει η νέα δόση», συμπλήρωσε. 

 

«Η ελάττωση των αντισωμάτων ήταν σαφής μετά τη δεύτερη δόση.  Υπήρχαν σαφή κλινικά δεδομένα από το Ισραήλ, όπου πρωτοξεκίνησε η τρίτη δόση, ότι με την πάροδο του χρόνου ιδιαίτερα στους μεγαλύτερης ηλικίας στην αρχή και στον γενικότερο πληθυσμό στη συνέχεια υπήρχαν επαναλοιμώξεις με το στέλεχος Δέλτα», εξήγησε ο καθηγητής. 

 

Παράλληλα, επεσήμανε ότι η τρίτη δόση προσφέρει τέτοια ανοσοενίσχυση, «όχι μόνο την κλασική χημική ανοσία με τα αντισώματα, αλλά και την κυτταρική ανοσία με την παραγωγή των Τ κυττάρων, που κρατάνε περισσότερο, είναι πολύ ισχυρά για την αντιμετώπιση των ιογενών λοιμώξεων όπως είναι ο SARS-CoV-2». 

 

Η επιτάχυνση της αναμνηστικής δόσης, σημείωσε μεταξύ άλλων στις δηλώσεις του, έχει να κάνει με τη μεγάλη διασπορά της μετάλλαξης Δέλτα και με την εμφάνιση της Όμικρον. 

 

Σε ερώτηση για το αν θα υπάρχει μοντέλο εμβολιασμού ανά τρίμηνο, ο κ. Γώγος απάντησε: «Ελπίζουμε ότι οι επόμενες δόσεις θα είναι ετήσιες και ανάλογα με το στέλεχος που θα επικρατεί θα υπάρχει ένα καινούριο εμβόλιο για να καλύπτει τις πιθανές μεταλλάξεις, όπως με τη γρίπη». 

 

Επίσης, υπογράμμισε ότι με την τρίτη δόση «φαίνεται ότι θα έχουμε ισχυρή ανοσολογική απάντηση που θα κρατήσει πολύ. Η ανοσοενίσχυση μετά την τρίτη δόση είναι πάρα πολύ ισχυρή».