Η φετινή Μπιενάλε Βενετίας δεν μοιάζει να ζητά από τον επισκέπτη να περάσει βιαστικά από το ένα περίπτερο στο άλλο, κυνηγώντας την επόμενη μεγάλη εικόνα. Του ζητά να χαμηλώσει ταχύτητα. Η 61η Διεθνής Έκθεση Τέχνης, με τίτλο In Minor Keys, φέρει την επιμελητική σφραγίδα της Koyo Kouoh και διαρκεί από τις 9 Μαΐου έως τις 22 Νοεμβρίου 2026, στους Giardini, στο Arsenale και σε διάφορα σημεία της Βενετίας. Η διοργάνωση πραγματοποιείται μετά τον πρόωρο θάνατο της Kouoh, με τη Biennale να δηλώνει ότι προχωρά την έκθεση όπως εκείνη την είχε συλλάβει και ορίσει.
Το πλαίσιο δεν είναι αθώο. Η φετινή Μπιενάλε άνοιξε με 100 εθνικές συμμετοχές και 31 παράλληλες εκδηλώσεις, αλλά και με έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις γύρω από τις συμμετοχές κρατών, καθώς και με θεσμική αναταραχή λίγο πριν από το άνοιγμα. Μέσα σε αυτό το φορτισμένο περιβάλλον, η επιλογή του Artsy για τα δέκα εθνικά περίπτερα που ξεχωρίζουν λειτουργεί σαν ένας γρήγορος χάρτης της χρονιάς: Μπαχάμες, Αυστρία, Αγία Έδρα, Σαουδική Αραβία, Μαρόκο, Βέλγιο, Αργεντινή, Ινδία, Ιαπωνία και Γερμανία.
Δεν πρόκειται απλώς για μια λίστα με «ωραίες» εγκαταστάσεις. Αυτό που φαίνεται να ενώνει τις πιο ενδιαφέρουσες συμμετοχές είναι μια διάθεση να μετατρέψουν το περίπτερο σε εμπειρία: σε χώρο φροντίδας, τελετουργίας, θεσμικής αυτοψίας, οικολογικής κατάρρευσης, κοινοτικής μνήμης ή σωματικής αμηχανίας.
Στο ιαπωνικό περίπτερο, ο Ei Arakawa-Nash στήνει μία από τις πιο παράξενες και άμεσα αναγνωρίσιμες εικόνες της φετινής διοργάνωσης. Οι επισκέπτες μπορούν να «υιοθετήσουν» προσωρινά ένα μωρό, στην πραγματικότητα μια κούκλα, με μικροσκοπικά γυαλιά ηλίου και βάρος αντίστοιχο ενός βρέφους τεσσάρων μηνών. Το έργο Grass Babies, Moon Babies ξεκινά σχεδόν σαν αστείο, σαν ένα περίεργο παιχνίδι μέσα σε εθνικό περίπτερο. Πολύ γρήγορα, όμως, αλλάζει θερμοκρασία.
Υπάρχουν 208 τέτοιες κούκλες. Κάποιες περιμένουν πάνω σε τραπέζια, άλλες είναι απλωμένες στον χώρο ή τοποθετημένες γύρω από το περίπτερο. Ο επισκέπτης τις παίρνει αγκαλιά, τις μεταφέρει, τις φροντίζει, και στο τέλος μπορεί να τους αλλάξει πάνα και να σκανάρει έναν κωδικό QR για να λάβει ένα μικρό ποίημα που αντιστοιχεί στα «γενέθλια» κάθε μωρού. Η αμηχανία είναι μέρος του έργου. Πώς κρατάς ένα ψεύτικο βρέφος σε δημόσιο χώρο; Πόσο τρυφερός επιτρέπεις στον εαυτό σου να φανεί μπροστά στους άλλους; Και γιατί κάτι τόσο κατασκευασμένο μπορεί ξαφνικά να ξυπνήσει μια σχεδόν αληθινή ευαλωτότητα;
Από το παιχνίδι της φροντίδας, η Αυστρία περνά σε κάτι πολύ πιο βίαιο. Η Florentina Holzinger μετατρέπει το αυστριακό περίπτερο σε ένα κλειστό σύστημα νερού, αποβλήτων, σωμάτων και μηχανισμών. Το SEAWORLD VENICE δεν θέλει να είναι απλό θέαμα, όσο κι αν η πρώτη επαφή με το έργο μοιάζει φτιαγμένη για να σοκάρει: φορητές τουαλέτες, φίλτρα, καφέ νερά, περφόρμερ, μια δεξαμενή σαν ενυδρείο, ένα σώμα με μάσκα κατάδυσης, μια αίθουσα μηχανών που μοιάζει να πλημμυρίζει.
Το έργο παίζει με την αηδία, αλλά δεν εξαντλείται σε αυτήν. Η Holzinger βάζει τον επισκέπτη μέσα σε μια υποδομή που καταρρέει. Οι άνθρωποι του περιπτέρου προσπαθούν να συγκρατήσουν νερά, σωλήνες, βαλβίδες, κουβάδες και διαρροές. Κάπου υπάρχει ένα τζετ σκι, αλλού ένας ανεμοδείκτης, ενώ έξω από το περίπτερο μια καμπάνα χτυπά κάθε ώρα με το σώμα ενός περφόρμερ να γίνεται μέρος του μηχανισμού. Στη Βενετία, μια πόλη που έχει μάθει να κάνει την ίδια της την ευθραυστότητα τουριστική εικόνα, η Holzinger δεν αφήνει την κατάρρευση να γίνει ρομαντική. Την κάνει μηχανισμό, ιδρώτα, λάσπη, σωματική δυσφορία.
Αν η Αυστρία επιτίθεται στο σώμα, η Γερμανία επιτίθεται στο κτίριο. Το γερμανικό περίπτερο δεν μπορεί ποτέ να είναι ουδέτερο: η αρχιτεκτονική του, φορτισμένη από τη ναζιστική περίοδο, έχει γίνει πολλές φορές το ίδιο το αντικείμενο της καλλιτεχνικής σύγκρουσης. Η έκθεση Ruin, σε επιμέλεια Kathleen Reinhardt, συνεχίζει αυτή την παράδοση, αλλά δεν το κάνει με μια χειρονομία καθαρής καταστροφής. Το κάνει με συσσώρευση.
Η Sung Tieu και η Henrike Naumann γεμίζουν το περίπτερο με ιστορικά υπολείμματα, οικιακά αντικείμενα, ανατολικογερμανικές αναφορές, μνήμες μετανάστευσης, γραφειοκρατία, στρατιωτικοποίηση και ιδεολογία που δεν έχει φύγει ποτέ από τα πράγματα. Η Tieu τυλίγει την πρόσοψη με μια ανακατασκευή, σε κλίμακα 1:1, του συγκροτήματος κατοικιών στο Ανατολικό Βερολίνο όπου μεγάλωσε, ενός χώρου που συνδέεται με Βιετναμέζους συμβασιούχους εργάτες στη ΛΔΓ. Στο εσωτερικό, οι μεταλλικές γλυπτικές της μορφές θυμίζουν τα συστήματα που όριζαν τις ζωές αυτών των ανθρώπων, πολλοί από τους οποίους βρέθηκαν μετά την επανένωση χωρίς εργασία ή νομική βεβαιότητα.
Η Naumann, που πέθανε ξαφνικά τον Φεβρουάριο αφού είχε ολοκληρώσει τον σχεδιασμό της εγκατάστασής της, μετατρέπει την κεντρική αίθουσα σε ανατολικογερμανικό εσωτερικό στα όρια της ιδεολογικής υπερφόρτωσης. Πράσινοι τοίχοι, κουρτίνες, μισές καρέκλες στους τοίχους, έπιπλα, κλειδαριές, όπλα και διακοσμητικά αντικείμενα μοιάζουν να δείχνουν ότι η Ιστορία δεν μένει μόνο στα μνημεία· μπαίνει στο σαλόνι, στα έπιπλα, στο γούστο και στην καθημερινή αισθητική.
Στο περίπτερο της Σαουδικής Αραβίας, η Dana Awartani κινείται προς μια άλλη μορφή μνήμης: την εύθραυστη αρχαιολογία του κατεστραμμένου χώρου. Το έργο May your tears never dry, you who weep over stones μετατρέπει το περίπτερο σε φανταστικό αρχαιολογικό πεδίο από πήλινα μωσαϊκά. Τα μοτίβα παραπέμπουν σε χαμάμ και δάπεδα τζαμιών στη Συρία, τον Λίβανο και την Παλαιστίνη, χώρους που έχουν πληγεί ή καταστραφεί από πόλεμο και βία.
Η εγκατάσταση είναι εντυπωσιακή, αλλά η δύναμή της δεν βρίσκεται μόνο στην κλίμακα. Περισσότερα από 29.000 χειροποίητα πήλινα τούβλα δημιουργήθηκαν σε συνεργασία με 32 τεχνίτες στη Σαουδική Αραβία, σε μια διαδικασία που συνδέει τη χειροτεχνία με την ιστορική απώλεια. Η Awartani δεν ζητά από τον θεατή να κοιτάξει ένα εύρημα από ψηλά, όπως σε έναν αρχαιολογικό χώρο. Το έργο είναι υψωμένο έτσι ώστε ο επισκέπτης να κινείται δίπλα του, όχι πάνω από αυτό. Η ομορφιά δεν λειτουργεί ως διαφυγή από την καταστροφή· κάθε ρωγμή επιστρέφει τον θεατή στην ιστορία της.
Η Αγία Έδρα, αντίθετα, επιλέγει τον ήχο. Στον Μυστικό Κήπο των Ανυπόδητων Καρμηλιτών, κοντά στον σταθμό της Βενετίας, οι επισκέπτες φορούν ακουστικά και περπατούν μέσα σε ένα ηχητικό περιβάλλον εμπνευσμένο από την Αγία Χίλντεγκαρντ του Μπίνγκεν, τη μυστικίστρια και ηγουμένη του 12ου αιώνα που συνέδεσε τη θεολογία με το τραγούδι, τη φύση και τη μουσική.
Σε επιμέλεια Hans Ulrich Obrist και Ben Vickers, το περίπτερο με τίτλο The Ear is the Eye of the Soul συγκεντρώνει ονόματα που από μόνα τους δημιουργούν περιέργεια: Brian Eno, FKA twigs, Patti Smith, Meredith Monk, Holly Herndon και Mat Dryhurst, μεταξύ άλλων. Όμως το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται απλώς στη δύναμη των ονομάτων. Είναι ότι το έργο αντιστρέφει την κλασική μουσειακή συνθήκη: δεν κοιτάς πρώτα, αλλά ακούς. Η τέχνη φτάνει από τα αυτιά στο σώμα, μέσα σε έναν κήπο όπου η μουσική, οι ψίθυροι, οι ήχοι των φυτών και η πνευματική αρχιτεκτονική του χώρου μπλέκονται μεταξύ τους.
Στο Βέλγιο, η Miet Warlop μετατρέπει το περίπτερο σε κάτι ανάμεσα σε αποδυτήριο, αρένα και εργοτάξιο. Το IT NEVER SSST είναι η πρώτη φορά που το Βέλγιο τοποθετεί την περφόρμανς στο κέντρο της εθνικής του συμμετοχής στη Μπιενάλε. Ξύλινες κερκίδες, πετσέτες με αριθμούς, όργανα στους τοίχους, περφόρμερ με μαύρες φανέλες, γύψος, ιδρώτας, μουσική και θραύσματα λέξεων δημιουργούν έναν χώρο που μοιάζει να περιμένει διαρκώς να παιχτεί.
Η γλώσσα εδώ γίνεται υλικό. Πλακίδια από γύψο φέρουν μικρές λέξεις, χαιρετισμούς, εντολές και επιφωνήματα σε πολλές γλώσσες: «hello», «salam», «stop», «why», «ha», «SSST». Κάποια μοιάζουν με προσπάθειες επικοινωνίας, άλλα λειτουργούν περισσότερο σαν ρυθμός. Τα αντικείμενα παράγονται και καταστρέφονται μέσα στο ίδιο σύστημα. Η περφόρμανς δανείζεται κάτι από τον αθλητισμό, αλλά δεν μιλά ακριβώς για ανταγωνισμό· μιλά για την επανάληψη, την αντοχή, το παιχνίδι, το σπάσιμο και την κοινή ενέργεια.
Στην Αργεντινή, ο Matías Duville φτιάχνει ένα από τα πιο κινηματογραφικά περιβάλλοντα της φετινής Μπιενάλε. Στο Monitor Yin Yang, ο επισκέπτης μπαίνει σε έναν σκοτεινό χώρο όπου απλώνεται ένα τοπίο από λευκό αλάτι, σημαδεμένο με μαύρο κάρβουνο. Η πρώτη οδηγία είναι απλή: μείνετε στα λευκά μονοπάτια. Μόλις μπει κανείς στον χώρο, η οδηγία αποκτά νόημα. Το έργο είναι εύθραυστο, σχεδόν ζωντανό, και κάθε κίνηση μοιάζει να έχει συνέπειες.
Ο Duville, που προέρχεται από τη ζωγραφική και το σχέδιο, μεταφέρει εδώ τη χειρονομία έξω από το χαρτί. Το μαύρο και το λευκό του τίτλου δεν είναι απλώς οπτική αντίθεση· είναι ένταση ανάμεσα στην πρόσκληση και στον περιορισμό, στην περιπλάνηση και στην προσοχή, στην επιφάνεια που φαίνεται μαλακή και στο σώμα που μπορεί να τη διαταράξει. Ένα ηχητικό έργο, βασισμένο σε περιβαλλοντικά δεδομένα της Βενετίας, εντείνει την αίσθηση ότι ο επισκέπτης κινείται μέσα σε κάτι που δεν του ανήκει πλήρως.
Το Μαρόκο, στην πρώτη του εθνική παρουσία στο Arsenale, επιλέγει την ύφανση ως συλλογική γλώσσα. Η Amina Agueznay παρουσιάζει το Asǝṭṭa, έναν τίτλο που προέρχεται από αμαζιγική λέξη για την τελετουργική ύφανση. Το έργο συγκεντρώνει τη δουλειά 166 τεχνιτών από όλη τη χώρα, οι οποίοι ολοκλήρωσαν την εγκατάσταση μέσα σε έξι μήνες.
Εδώ η χειροτεχνία δεν εμφανίζεται σαν διακόσμηση ούτε σαν φολκλορικό υπόλειμμα. Η ύφανση, το κέντημα, η καλαθοπλεκτική, η κοσμηματοποιία και άλλες τεχνικές γίνονται ένα σύγχρονο περιβάλλον από υφασμάτινα πάνελ, αιωρούμενες μορφές και μοτίβα που φέρνουν μαζί τη μαροκινή παράδοση, τη μνήμη του εμπορίου, το νερό της Βενετίας, ακόμη και το γυαλί Μουράνο. Υπάρχουν επίσης προσωπικά σύμβολα, όπως προστατευτικά «μάτια» αφιερωμένα στη μητέρα της Agueznay, τη Μαροκινή καλλιτέχνιδα Malika Agueznay. Είναι ένα περίπτερο που δείχνει πώς μια αρχαία τεχνική μπορεί να παραμένει ζωντανή ακριβώς επειδή αλλάζει.
Η Ινδία επιστρέφει στη Βενετία ύστερα από επτά χρόνια με την έκθεση Geographies of Distance: remembering home, σε επιμέλεια Amin Jaffer. Το περίπτερο συγκεντρώνει πέντε καλλιτέχνες από διαφορετικές γεωγραφίες της χώρας και δουλεύει με υλικά όπως πηλός, κλωστή, μπαμπού και papier-mâché. Το πιο δυνατό σημείο, σύμφωνα με το Artsy, είναι η εγκατάσταση της Sumakshi Singh.
Η Singh ανασυνθέτει με κεντημένη κλωστή το κατεδαφισμένο οικογενειακό της σπίτι στο Νέο Δελχί. Το αποτέλεσμα είναι ένα σπίτι σχεδόν άυλο: τοίχοι, πόρτες, σκάλες και τούβλα, όλα κρεμασμένα σαν μια ανάμνηση που δεν έχει πια βάρος, αλλά επιμένει να υπάρχει στον χώρο. Δίπλα της, η εγκατάσταση από μπαμπού του Asim Waqif μοιάζει με κατασκευή που βρίσκεται διαρκώς στη μέση μιας διαδικασίας, ούτε τελειωμένη ούτε ερειπωμένη. Το περίπτερο δεν μιλά μόνο για την πατρίδα ως ιδέα, αλλά για την υλικότητα του σπιτιού: μυρωδιές, σκόνη, κλωστή, μπαμπού και απώλεια.
Στις Μπαχάμες, το περίπτερο λειτουργεί ως πράξη κοινοτικής μνήμης. Ο αείμνηστος John Beadle επρόκειτο να εκπροσωπήσει τη χώρα του στη Μπιενάλε το 2015, αλλά εκείνη η παρουσία δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Μετά τον θάνατό του, η καλλιτεχνική κοινότητα των Μπαχαμών κινητοποιήθηκε για να δώσει στο έργο του τη διεθνή πλατφόρμα που του άξιζε.
Η έκθεση In Another Man’s Yard, σε επιμέλεια της Krista Thompson, φέρνει τον Beadle σε διάλογο με τον Lavar Munroe και αντλεί έμπνευση από το Junkanoo, την αιώνων πομπική παράδοση των Μπαχαμών, όπου η κατασκευή κοστουμιών, η περφόρμανς και η συλλογική εργασία είναι αδιαχώριστες. Τα υλικά, χαρτόνι, σωσμένα αντικείμενα, υπολείμματα κοστουμιών, πανιά, μιλούν για τη μετανάστευση, την εργασία, την επιβίωση και τις ζωές στα περιθώρια. Το κέντρο της έκθεσης δεν είναι ένα ψυχρό μνημόσυνο, αλλά μια πομπή μνήμης. Ένα έργο που μοιάζει να δημιουργήθηκε, όπως σημειώνουν οι διοργανωτές, από χιλιάδες χέρια.
Αυτό που ενώνει όλα αυτά τα περίπτερα δεν είναι ένα κοινό θέμα, αλλά μια κοινή μετατόπιση. Η φετινή Μπιενάλε, τουλάχιστον μέσα από τις συμμετοχές που ξεχωρίζει το Artsy, μοιάζει λιγότερο προσηλωμένη στο αντικείμενο και περισσότερο στην κατάσταση που δημιουργείται γύρω από αυτό. Το έργο δεν είναι μόνο αυτό που βλέπεις· είναι αυτό που κρατάς, ακούς, αποφεύγεις να πατήσεις, μυρίζεις, φροντίζεις, φοβάσαι μήπως χαλάσεις.
Μπορεί να είναι ένα μωρό-κούκλα στα χέρια ενός επισκέπτη. Μπορεί να είναι μια αίθουσα που πλημμυρίζει. Ένα σπίτι από κλωστή. Ένα πάτωμα από αλάτι. Ένα περίπτερο που δεν ξέρει πώς να ξεφύγει από την Ιστορία του. Ένα μωσαϊκό που ραγίζει αργά. Ένας κήπος που δεν φαίνεται, αλλά ακούγεται.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η πιο ενδιαφέρουσα υπόσχεση του In Minor Keys: ότι σε μια στιγμή που όλα φωνάζουν, η τέχνη μπορεί να επιμείνει σε πιο χαμηλές κλίμακες.
Όχι για να γίνει λιγότερο πολιτική, αλλά για να αναγκάσει το βλέμμα, το σώμα και τη μνήμη να μείνουν λίγο περισσότερο εκεί που συνήθως προσπερνούν βιαστικά.
Με στοιχεία από Artsy και La Biennale di Venezia.