Το έργο «Σαμψών και Δαλιδά» του Ρούμπενς, που ανήκει στα «κορυφαία» της συλλογής του Βρετανικού Μουσείου, απασχολεί ξανά τον Tύπο και τους ειδικούς και διχάζει τους υπεύθυνους της Πινακοθήκης κι αυτούς που υποστηρίζουν ότι το έργο δεν ανήκει στον Ρούμπενς αλλά σε έναν από τους μαθητές του.

 

Το έργο αγοράστηκε το 1980 για 2,5 εκατομμύρια λίρες (κάτι που εκείνη την εποχή σήμαινε περίπου 1,375 δισ. δραχμές) και ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο ποσό που είχε διατεθεί μέχρι τότε για την αγορά πίνακα.

 

Το έργο του, ο Ρούμπενς, όπως περιγράφεται από την Εθνική Πινακοθήκη, το ζωγράφισε έχοντας επιστρέψει από την Ιταλία και δει τα πειράματα του Καραβάτζο που αφορούσαν το φως και τη σκιά και τις μεγάλες αντιθέσεις, όπως και το βαθύ, πλούσιο χρώμα που χρησιμοποιούσε. Κατά την επιστροφή του χρησιμοποίησε αυτές τις νέες τεχνικές για να ζωγραφίσει τον πίνακα «Σαμψών και Δαλιδά» που παραγγέλθηκε από τον φίλο και προστάτη του Nicolaas II Rockox, δήμαρχο της Αμβέρσας, για την ιδιωτική του συλλογή. Ο πίνακας είναι γνωστό ότι ζωγραφίστηκε μεταξύ 1608 και 1609 και εξαφανίστηκε μετά τον θάνατό του Rockox το 1640.

 

Η δραματική σκηνή της προδοσίας του Σαμψών από τη Δαλιδά αμφισβητείται ως έργο του Ρούμπενς εδώ και δεκαετίες, ήδη από την πώλησή του από τον οίκο δημοπρασιών Christies' αρχικά, γιατί δεν ήταν χρονολογημένο, με τον οίκο να απαντά: «Η ακριβής ημερομηνία του "Σαμψών και Δαλιδά" είναι ασαφής, εν μέρει επειδή ο Ρούμπενς πειραματίστηκε με δύο πολύ διαφορετικές προσεγγίσεις στο ίδιο θέμα αυτά τα μετα-ιταλικά χρόνια».

 

Η απάντηση φυσικά δεν έπεισε ανθρώπους που είχαν μελετήσει τον καλλιτέχνη και ήξεραν ότι πίσω από το πιστοποιητικό γνησιότητάς του, όπως γράφει ο Μάικλ Ντέιλι το 2014 στο «ArtwatchUK», βρισκόταν το όνομα του Ludwig Burchard, ενός Γερμανού ιστορικού τέχνης, ειδικού στον Ρούμπενς, ο οποίος είχε αποδώσει πολλά έργα στον Ρούμπενς και είχε προσκομίσει αδικαιολόγητα πιστοποιητικά γνησιότητας. Μάλιστα το 2006 η Kasia Pisarek, ειδικός στους παλιούς δασκάλους, εντόπισε πάνω από εξήντα έργα που ο Burchard είχε αποδώσει στον Ρούμπενς, τα οποία στη συνέχεια υποβιβάστηκαν στο ίδιο το Corpus Rubenianum.

 

Πίσω από τις πρώτες αμφιβολίες που διατυπώθηκαν υπάρχει μια Ελληνίδα εικαστικός και μελετήτρια, η Ευφροσύνη Δοξιάδη, που αμφισβητείται από το μουσείο για δεκαετίες. Στις 19 Φεβρουαρίου 2004 η «Daily Telegraph» δημοσίευσε μια επιστολή από το «ArtWatch» σχετικά με τα προβλήματα του πίνακα («Είναι ο Σαμψών και η Δαλιδά της Εθνικής Πινακοθήκης ένα άλλο αντίγραφο;»). Δύο ειδικά τεύχη του Artwatch UK Journal ασχολήθηκαν με την αυθεντικότητα του πίνακα, με καλλιτέχνες/μελετητές, την Ευφροσύνη Δοξιάδη και τους συναδέλφους της καλλιτέχνες Steven Harvey και Siân Hopkinson να υποβάλουν μια έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη το 1992, που αργότερα δημοσιεύτηκε στους «Times» και στον «Independent».

 

Ο τότε διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης, Νιλ ΜακΓκρέγκορ, μετά και την υποβολή των αμφιβολιών της Pisarek, παραδέχτηκε ότι τα στοιχεία «είναι αξιοσέβαστα και ότι ο μελετητής θέτει μερικά σοβαρά ερωτήματα, στα οποία δεν μπορώ να απαντήσω εύκολα». Αυτές οι ερωτήσεις δεν απαντήθηκαν ποτέ. Τον Οκτώβριο του 1997 η Εθνική Πινακοθήκη εξέδωσε ένα δελτίο Τύπου στο οποίο αναφερόταν ότι: «Οι συζητήσεις αυτού του είδους απαιτούν την υπομονετική εξέταση διαφορετικών ειδών αποδεικτικών στοιχείων. Το καλύτερο είναι τα στοιχεία αυτά να παρουσιαστούν λεπτομερώς σε δημόσια συζήτηση, και η Εθνική Πινακοθήκη θα οργανώσει μια τέτοια διάλεξη και συζήτηση τους επόμενους μήνες».

 

Η συζήτηση δεν οργανώθηκε ποτέ και οι ειδικοί εξακολουθούσαν να έχουν τις αμφιβολίες τους, ερωτήματα ορατά «διά γυμνού οφθαλμού», όπως γιατί αυτό το έργο δεν ήταν ζωγραφισμένο σε πάνελ βαλανιδιάς, όπως όλα τα έργα του Ρούμπενς, ή γιατί ήταν κομμένα από τον πίνακα τα δάχτυλα του ποδιού του Σαμψών, κάτι που ο ζωγράφος δεν έκανε ποτέ. Οι ειδικοί, ανάμεσα σε άλλα, απορρίπτουν τα χρώματά του ως μη χαρακτηριστικά της παλέτας του Ρούμπενς και τη σύνθεσή του ως αμήχανη. Αναρωτιούνται γιατί, για παράδειγμα, διαφέρει από δύο σύγχρονα αντίγραφα που έγιναν από το πρωτότυπο του Ρούμπενς. Τα δάχτυλα του τεντωμένου δεξιού ποδιού του Σαμψών, π.χ., είναι περικομμένα στην έκδοση της Εθνικής Πινακοθήκης, ενώ εμφανίζονται σε έργο χαρακτικής του Τζέικομπ Μάθαμ και σε πίνακα του Φρανς Φράνκεν του νεότερου που απεικονίζει τον Σαμψών και τη Δαλιδά.

 

Βέβαια, το βρετανικό κράτος πολύ δύσκολα θα μπορούσε να ομολογήσει ότι έχει γίνει απόκρυψη στοιχείων που θα οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι το έργο δεν ανήκει στον Ρούμπενς αλλά σε μαθητή του. Αυτό θα ήταν πλήγμα για την αξιοπιστία της Εθνικής Πινακοθήκης της Βρετανίας, γιατί σε περίπτωση που ο πίνακας δεν είναι αυθεντικός (η αξία του εκτιμάται σήμερα σε 40 εκατ. λίρες) η αξία του στην καλύτερη δεν μπορεί να ξεπερνά το ένα εκατομμύριο λίρες. Μιλώντας στη LIFO, η Ευφροσύνη Δοξιάδη, που επίμονα και συστηματικά ερευνά τον πίνακα και υποστηρίζει ότι δεν είναι αυθεντικός, είπε: «Εξαρχής, όταν τον είδα, κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά. Γνωρίζω, βλέπεις, άριστα τη δουλειά του Ρούμπενς, κάθε πινελιά του. Όχι μόνο γιατί είναι ο πλέον αγαπημένος μου καλλιτέχνης αλλά και επειδή τυγχάνει, τρόπον τινά, "συμπατριώτης", καθώς η μητέρα μου ήταν μισή Φλαμανδή. Οι πρόγονοί της ήταν από την Αμβέρσα, απ' όπου καταγόταν και ο Ρούμπενς, ίσως έτσι εξηγείται και το πάθος που από μικρή είχα μαζί του». Η κ. Δοξιάδη ετοιμαζόταν, λίγο μετά τη συνέντευξη, να ταξιδέψει στο Λονδίνο για την έκδοση του βιβλίου της που αποδεικνύει τη μη γνησιότητα του πίνακα «Σαμψών και Δαλιδά» που βρίσκεται στη National Gallery.

 

Η υπόθεση αυτή την απασχολεί περισσότερες από τρεις δεκαετίες και όπως είπε: «Πράγματι, τραβάει τριάντα τρία χρόνια τώρα! Το βιβλίο αυτό το έχω συγγράψει ήδη σε δύο εκδοχές – αυτή είναι η οριστική και θα κυκλοφορήσει στα αγγλικά καταρχάς. Εννοείται βέβαια ότι η National Gallery, που κατέχει τώρα τον εν λόγω πίνακα, τον οποίο αγόρασε από τον οίκο Christie's με χρήματα των φορολογούμενων Βρετανών, επιδιώκει να κουκουλώσει την υπόθεση ώστε να μην προκληθεί σκάνδαλο. Οι διοικούντες της είναι, ξέρετε, Εγγλέζοι τύπου Μπόρις Τζόνσον, δηλαδή ένα κατεστημένο που προσπαθεί να διαφυλάξει με κάθε τρόπο όλα αυτά που θεωρεί κεκτημένα».

 

Αυτό που δεν κατάφερε, να γίνει πιστευτή από τους ειδικούς, το κατάφερε για λογαριασμό της η τεχνητή νοημοσύνη, δικαιώνοντας μια μάχη που έδωσε με πείσμα και πάθος.

 

Όπως αναφέρει η «Γκάρντιαν», μια σειρά επιστημονικών δοκιμών με τη χρήση της πρωτοποριακής τεχνολογίας τεχνητής νοημοσύνης οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Φλαμανδός δάσκαλος του δέκατου έβδομου αιώνα δεν θα μπορούσε να έχει ζωγραφίσει αυτό το έργο. «Τα αποτελέσματα είναι εκπληκτικά», δήλωσε η Dr Carina Popovici, επιστήμονας που πραγματοποίησε τη μελέτη, στον «Observer». «Ο αλγόριθμος μάς έδωσε πιθανότητα 91% να μην είναι αυθεντικό το έργο τέχνης».

 

Η σύγκριση του έργου «Σαμψών και Δαλιδά» έγινε με 148 μη αμφισβητούμενους πίνακες του Ρούμπενς και η ανάλυση έδωσε ένα από τα υψηλότερα ποσοστά μη γνησιότητας που έχουν βρεθεί ποτέ, με αποτέλεσμα η Popovici να πει σοκαρισμένη: «Επαναλάβαμε τα πειράματα για να είμαστε πραγματικά σίγουροι ότι δεν κάναμε λάθος και το αποτέλεσμα ήταν πάντα το ίδιο. Κάθε κομμάτι, κάθε τετραγωνάκι του πίνακα, βγήκε ψεύτικο, σε ποσοστό άνω του 90%».

 

Η ανάλυση με τη μέθοδο της τεχνητής νοημοσύνης πραγματοποιήθηκε από την Art Recognition, μια ελβετική εταιρεία με έδρα κοντά στη Ζυρίχη, της οποίας η Popovici είναι συνιδρύτρια. Έχει αναλύσει 400 έργα με αυτή την τεχνολογία και έχει συνεχή συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Tilburg στην Ολλανδία.

 

Η έκθεσή του καταλήγει: «Το σύστημα τεχνητής νοημοσύνης εκτιμά ότι το έργο "Σαμψών και Δαλιδά" δεν είναι πρωτότυπο έργο τέχνης του Ρούμπενς, σε ποσοστό 91,78%». Αντίθετα, η επιστημονική ανάλυση για ένα άλλο του Ρούμπενς που ανήκει στην Εθνική Πινακοθήκη, το «A view of het steen in early morning», το αποδίδει κατά  98,76% στον καλλιτέχνη.

 

Ο Μάικλ Ντέιλι, διευθυντής του «ArtWatch UK», ο οποίος έχει ερευνήσει εκτενώς τον πίνακα, περιέγραψε ότι η έκθεση της τεχνητής νοημοσύνης είναι «εξαιρετικά καταδικαστική». Ο ίδιος είναι μεταξύ εκείνων των οποίων οι σοβαρές αμφιβολίες για την απόδοση του πίνακα στον Ρούμπενς απορρίπτονταν πάντα από το μουσείο και τους μελετητές του ζωγράφου.  «Για τρεις δεκαετίες η Εθνική Πινακοθήκη απέρριπτε καλλιτεχνικά, τεχνικά και ιστορικά κάθε αποτέλεσμα έρευνας γι' αυτό το έργο. Όταν μια εικόνα είναι λάθος, όλα είναι λάθος», είπε ο Ντέιλι.

 

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Εθνική Πινακοθήκη δέχεται κριτική για έργα που έχει εκθέσει. Το 2011 συμπεριέλαβε το αμφισβητούμενο έργο του Ντα Βίντσι «Salvator Mundi» στην έκθεση «Leonardo», αν και υπήρχαν αμφιβολίες για τη γνησιότητά του, για να αυξήσει την επισκεψιμότητά της. Η προβολή του εκεί αύξησε την αξία του και ο πίνακας πουλήθηκε από τον οίκο Christie's της Νέας Υόρκης το 2017 για 450 εκατομμύρια δολάρια. «Αυτά τα ευρήματα για τον Ρούμπενς έρχονται τόσο σύντομα μετά την εσφαλμένη υποστήριξη στο πλέον απορριφθέν "Salvator Mundi" των 450 εκατομμυρίων δολαρίων, που αποτελούν καταστροφή για την Εθνική Πινακοθήκη», πρόσθεσε ο Ντέιλι.

 

«Η Εθνική Πινακοθήκη επέλεξε να αντιμετωπίσει την καταιγίδα, μια καταιγίδα που φαίνεται ότι τελικά τους έχει καταπιεί. Σήμερα δικαιωθήκαμε από την τεχνητή νοημοσύνη – χρειάστηκαν υπολογιστές για να δουν αυτό που βλέπαμε με τα δικά μας μάτια και οι ειδικοί στον Ρούμπενς απ' όλον τον κόσμο δεν μπορούσαν να δουν με τα δικά τους», γράφει ο Ντέιλι. «Κατά τη γνώμη μας, ο πίνακας είναι πιθανότατα αντίγραφο του τέλους του δεκάτου ενάτου ή των αρχών του εικοστού αιώνα του χαμένου αριστουργήματος, κυρίως λόγω ενός μοντερνιστικού τύπου χειρισμού πινέλων που ήταν ασύλληπτος τον δέκατο έβδομο αιώνα. Παρεμπιπτόντως, ένας ειδικός του Ρούμπενς άλλαξε γνώμη και συμφώνησε μαζί μας, αφού είδε τα στοιχεία μας. Αυτός ο εμπειρογνώμονας στη συνέχεια άλλαξε ξανά γνώμη, συνειδητοποιώντας ότι το να μας υποστηρίξει θα σήμαινε το τέλος της καριέρας του».

 

«Η σημασία αυτής της νέας μεθόδου πιστοποίησης μέσω της τεχνητής νοημοσύνης είναι δυνητικά πρωτοποριακή. Χωρίς ανθρώπινη υποκειμενικότητα, συναισθήματα και εμπορικά συμφέροντα, το λογισμικό είναι εν ψυχρώ αντικειμενικό και επιστημονικά ακριβές. Πολλά αμφισβητήσιμα έργα αποδόθηκαν στον Ρούμπενς στις αρχές του εικοστού αιώνα. Υπάρχει σήμερα σαφής ανάγκη για πιο αξιόπιστες μεθόδους διάγνωσης», είπε η Pisarek που αισθάνεται δικαιωμένη μετά τη νέα έρευνα, στην οποία δεν μεσολάβησε ανθρώπινο χέρι.

 

Η Popovici είπε με τη σειρά της ότι «όλα όσα δεν είναι από το χέρι του υποτιθέμενου καλλιτέχνη θα βγουν με αρνητική πιθανότητα» και ότι η τεχνολογία μπορεί να παράγει ακριβή αποτελέσματα ακόμη και για καλλιτέχνες που άλλαξαν σημαντικά το στυλ τους κατά τη διάρκεια της καριέρας τους, καθώς κάθε καλλιτέχνης έχει μια μοναδική πινελιά.

 

Εκπρόσωπος της Εθνικής Πινακοθήκης δήλωσε ότι: «Η Πινακοθήκη λαμβάνει πάντα υπόψη της τις νέες έρευνες. Αναμένουμε τη δημοσίευσή της στο σύνολό της, ώστε οποιαδήποτε στοιχεία να αξιολογηθούν σωστά. Μέχρι τότε, δεν είναι δυνατό να σχολιάσουμε περαιτέρω».