Από την πασαρέλα στο OnlyFans περνούν πλέον ορισμένοι σχεδιαστές που αναζητούν νέους τρόπους προβολής και εσόδων. Σε αυτή τη μικρή αλλά χαρακτηριστική στροφή της μόδας, ο Λουί-Γκαμπριέλ Νουσί εξηγεί γιατί άνοιξε λογαριασμό για το brand του, λέγοντας ότι τα likes δεν φέρνουν πωλήσεις.
Η μόδα δεν πειραματίζεται απλώς με μια ακόμη πλατφόρμα. Δοκιμάζει έναν διαφορετικό τρόπο επιβίωσης. Σε άρθρο του Vanity Fair, ο Λουί-Γκαμπριέλ Νουσί, δημιουργός της παριζιάνικης φίρμας LGN, εξηγεί γιατί άνοιξε λογαριασμό στο OnlyFans για το brand του: όχι επειδή ταυτίζει τη μόδα με την πορνογραφία, αλλά επειδή βλέπει εκεί έναν πιο άμεσο, λιγότερο λογοκριμένο και ενδεχομένως πιο αποδοτικό τρόπο να μετατρέψει την επιθυμία σε ουσιαστικό ενδιαφέρον για τα ρούχα του. Όπως λέει ο ίδιος, τα likes δεν είναι πωλήσεις.
Ο Νουσί δεν ανεβάζει γυμνό με τον τρόπο που θα περίμενε κανείς από το στερεότυπο του OnlyFans. Λέει ξεκάθαρα ότι δεν θέλει να πουλήσει το σώμα, αλλά να φορτίσει το ρούχο με επιθυμία και να χτίσει γύρω του μια πιο άμεση σχέση με το κοινό του.
Το περιεχόμενό του περιλαμβάνει ερωτικές οπτικές ιστορίες, σύντομα κείμενα και σειρές εικόνων με μοντέλα να φορούν τα ρούχα του, με το μεγαλύτερο μέρος του υλικού να ξεκλειδώνει με μικρή χρέωση. Ήδη, λέει, αυτό αποδίδει χρήματα, έστω κι αν δεν πρόκειται ακόμη για μεγάλη πηγή εσόδων.
Η επιλογή του δεν έρχεται από το πουθενά. Το άρθρο συνδέει αυτή τη στροφή με δύο παράλληλες μεταβολές: από τη μία, την κρίση του παραδοσιακού λιανεμπορίου και τη διαρκή πίεση στις ανεξάρτητες φίρμες· από την άλλη, την επιστροφή του σεξ ως εικόνας, υπαινιγμού και φετίχ στην πασαρέλα.
Ο ίδιος ο Νουσί παρουσιάζεται ως ιδανική περίπτωση γι’ αυτή τη μετάβαση, επειδή το brand του έχει ήδη χτίσει κοινό μέσα από το ανδρικό σώμα, τη γκέι αισθητική, τις προκλητικές εικόνες και το παιχνίδι με το βλέμμα. Για τον Νουσί, το OnlyFans δεν μοιάζει τόσο με ριψοκίνδυνη στροφή όσο με φυσική συνέχεια όσων κάνει ήδη.
Το Vanity Fair θυμίζει επίσης ότι δεν είναι ο μόνος. Η Έλενα Βέλεζ και η Χίλαρι Τέιμορ της Collina Strada πέρασαν κι εκείνες από την πλατφόρμα, ενώ ο Ρικ Όουενς άνοιξε πέρυσι λογαριασμό προσφέροντας βίντεο με τα πόδια του έναντι συνδρομής πέντε δολαρίων, με τα έσοδα να κατευθύνονται σε οργανισμό για τρανς νέους και πρόσφυγες.
Το ενδιαφέρον όμως δεν είναι ότι «η μόδα πήγε στο OnlyFans». Είναι ότι ορισμένοι σχεδιαστές δοκιμάζουν μια πλατφόρμα που, ακριβώς επειδή έχει ταυτιστεί με το ερωτικό περιεχόμενο, τους επιτρέπει να δουλέψουν πιο ελεύθερα με το σώμα, το φαντασιακό και τη φόρτιση του ρούχου, χωρίς να περνούν από τα φίλτρα του Instagram ή του TikTok.
Ίσως, λοιπόν, το ερώτημα να μην είναι αν το OnlyFans μπορεί να «σώσει» τη μόδα. Πιο σωστό είναι να πούμε ότι για κάποιες φίρμες μπορεί να λειτουργήσει σαν σωσίβιο: ένας χώρος όπου η εικόνα, η επιθυμία, η κοινότητα και το εμπόριο συναντιούνται λίγο πιο άμεσα από ό,τι στα συνηθισμένα κανάλια.
Και σε μια εποχή που η μόδα πιέζεται να παράγει ασταμάτητα περιεχόμενο, αλλά δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να το μετατρέψει σε έσοδο, αυτό δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα.