Μια νέα έκθεση στο Metropolitan Museum of Art της Νέας Υόρκης ξαναφέρνει στο προσκήνιο τη Lillian Bassman, τη φωτογράφο και art director που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο η μόδα μπορούσε να εμφανιστεί στο περιοδικό: λιγότερο ως περιγραφή, περισσότερο ως ατμόσφαιρα. Η έκθεση “Lillian Bassman: Bazaar and Beyond” παρουσιάζεται έως τις 26 Ιουλίου.
Η Lillian Bassman δεν φωτογράφιζε τα ρούχα περιγραφικά. Την ενδιέφερε περισσότερο η γραμμή, η κίνηση, το φως, το σημείο όπου ένα φόρεμα, ένα γάντι ή ένα καπέλο παύουν να είναι απλώς αντικείμενα και γίνονται εικόνα. Αυτό δείχνει καθαρά η έκθεση του Met, η οποία συγκεντρώνει περισσότερα από 60 έργα, μαζί με μακέτες, κολάζ, περιοδικά και σπάνιο αρχειακό υλικό από τη διαδρομή της ανάμεσα στη γραφιστική, τη διεύθυνση τέχνης και τη φωτογραφία.
Η Bassman ανήκει σε εκείνη τη μεταπολεμική στιγμή όπου το Harper’s Bazaar, με τον Alexey Brodovitch, την Carmel Snow και αργότερα τη Diana Vreeland, ξανασκεφτόταν συνολικά την εικόνα της μόδας. Πριν ακόμη γίνει γνωστή ως φωτογράφος, είχε ήδη ρόλο σε αυτή τη μεταμόρφωση ως art director και designer, ιδιαίτερα στο Junior Bazaar, όπου άνοιξε χώρο και για νέους φωτογράφους, ανάμεσά τους και ο Richard Avedon.
Οταν πέρασε πίσω από τη μηχανή, βρήκε πολύ γρήγορα τη δική της γλώσσα. Οι εικόνες της δεν στηρίζονται στην καθαρότητα ούτε στην ευκρίνεια. Στηρίζονται στο θόλωμα, στη σκιά, στη σκόπιμη απώλεια της πληροφορίας. Με πινέλα, bleach, καπνό, χαρτιά και παρεμβάσεις στο σκοτεινό θάλαμο, η Bassman άφηνε το σώμα να απομακρύνεται από την περιγραφή και το ρούχο να επιβιώνει ως σιλουέτα, ως κίνηση, ως υπόμνηση. Το Artnet επιμένει σωστά ότι εδώ η φωτογραφία μόδας σπρώχνεται στα όρια της αφαίρεσης.
Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στις πιο γνωστές της εικόνες, αλλά και στις φωτογραφίες εσωρούχων, όπου οι περιορισμοί της εποχής λειτούργησαν σχεδόν δημιουργικά. Η ανάγκη να μη δείχνονται πρόσωπα ή “τολμηρές” στάσεις την οδήγησε σε ακόμη πιο ελλειπτικές λύσεις: περισσότερο σκοτάδι, περισσότερη ατμόσφαιρα, περισσότερη αφαίρεση. Στις καλύτερες φωτογραφίες της, οι γυναίκες δεν στήνονται για έγκριση. Υπάρχουν μέσα στην εικόνα με μια ήσυχη, αυτάρκη δύναμη.
Η έκθεση φωτίζει και την τεχνική πλευρά αυτής της δουλειάς. Η Bassman δεν ήταν απλώς κομψή ή “στυλάτη”. Ηταν εξαιρετικά συγκεκριμένη στο πώς θα καταστραφεί, θα μαλακώσει ή θα μετατοπιστεί μια εικόνα για να γίνει αυτό που ήθελε. Η Bassman δεν αντιμετώπισε ποτέ το περιοδικό ως απλό φορέα εμπορίου. Το αντιμετώπισε σαν οπτικό εργαστήριο.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη ιστορία εδώ, εξίσου δυνατή. Η Bassman απομακρύνθηκε από τον χώρο, πέταξε μεγάλο μέρος του αρχείου της και θα μπορούσε να είχε μείνει μια σημαντική μορφή του παρελθόντος. Αντί γι’ αυτό, ένα σωζόμενο σύνολο αρνητικών την οδήγησε, δεκαετίες αργότερα, πίσω στο σκοτεινό θάλαμο.
Στη δεκαετία του 1990 άρχισε να επανεκτυπώνει παλιές εικόνες σε ακόμη πιο αφαιρετικό ύφος, δημιουργώντας αυτό που η ίδια αποκαλούσε “reinterpretations”. Αυτή η ύστερη φάση είναι κρίσιμη για το πώς διαβάζεται σήμερα το έργο της. Δεν είναι απλώς ένα αρχείο που διασώθηκε. Είναι ένα έργο που ξαναγράφτηκε από την αρχή.
Η έκθεση στο Met προσθέτει και μια ωραία κυκλικότητα στην ιστορία της. Η ίδια η Bassman έλεγε ότι τη μόδα την έμαθε μέσα στις αίθουσες του μουσείου, παρατηρώντας γιακάδες, μανίκια και πτώσεις υφασμάτων. Τώρα το έργο της επιστρέφει εκεί, όχι ως συμπλήρωμα μιας παλιάς εποχής του Harper’s Bazaar, αλλά ως αυτόνομη οπτική πρόταση που μοιάζει σήμερα παράδοξα σύγχρονη.
Σε μια εποχή υπερκαθαρής, ψηφιακά λειασμένης εικόνας, η Bassman θυμίζει πόσο ζωντανή μπορεί να γίνει η φωτογραφία όταν επιτρέπει στον εαυτό της να θολώσει.