Υπάρχουν καλλιτέχνες που μπαίνουν στο δωμάτιο πρώτα με τη ζωή τους και μετά με το έργο τους. Στην περίπτωση της Φαχρελνισά Ζεΐντ, αυτό είναι σχεδόν αναπόφευκτο. Γεννημένη το 1901 σε μια εξέχουσα οθωμανική οικογένεια, βρέθηκε από πολύ νωρίς μέσα σε έναν κόσμο παιδείας και υψηλής κοινωνίας, ζώντας μια ζωή που ένωσε την τέχνη με την τραγωδία, την πολιτική ιστορία και την εξορία. Υπήρξε από τις πρώτες γυναίκες που έλαβαν επίσημη καλλιτεχνική εκπαίδευση στην Τουρκία, σπούδασε στο Παρίσι και βρέθηκε κοντά στους πρωτοποριακούς κύκλους της Κωνσταντινούπολης και του μεταπολεμικού Παρισιού, πριν καταλήξει αργότερα στο Αμμάν, όπου ίδρυσε σχολή τέχνης αποκλειστικά για γυναίκες.
Μια τόσο πυκνή βιογραφία θα ήταν αρκετή για να χτιστεί ένας ολόκληρος μύθος. Και πράγματι χτίστηκε. Η Ζεΐντ έγινε συχνά η «πριγκίπισσα ζωγράφος», η κοσμοπολίτισσα φιγούρα που πέρασε από αυλές, πρεσβείες και πολέμους. Ο κίνδυνος, όμως, είναι προφανής: να καταλήξεις να θαυμάζεις τη ζωή και να προσπερνάς τους πίνακες. Η βιογραφία της Ζεΐντ είναι ακαταμάχητη, αλλά η ζωγραφική της είναι ο πραγματικός λόγος που επιστρέφουμε σε αυτήν.
Και η ζωγραφική της δεν μοιάζει με υποσημείωση καμίας ζωής. Μοιάζει με έκρηξη που ψάχνει συνεχώς καινούργιο σχήμα. Στα έργα της συναντά κανείς μια πρωτογενή μορφική ένταση, παραστατικές σκηνές και, έπειτα, εκείνη τη μεγάλη στροφή προς την αφαίρεση που την έκανε να ξεχωρίσει. Ο μύθος θέλει αυτή τη στροφή να παγιώνεται στα τέλη της δεκαετίας του 1940, όταν η Ζεΐντ, βλέποντας τον κόσμο από ψηλά μέσα από ένα αεροπλάνο, ένιωσε ότι η πραγματικότητα μπορεί πια να σπάσει σε θραύσματα, επίπεδα και χρωματικές δονήσεις.
Από εκεί και πέρα, οι μεγάλοι της πίνακες μοιάζουν συχνά με μωσαϊκά που έχουν πάρει φωτιά. Μαύρες γραμμές, σαν μολυβένια νεύρα, συγκρατούν επιφάνειες που αλλιώς θα διαλύονταν. Χρώματα που θυμίζουν βιτρό, ψηφιδωτό ή οργανικό σώμα συνυπάρχουν μέσα στο ίδιο κάδρο. Η Ζεΐντ δεν ήταν ποτέ μια «ψυχρή» αφηρημένη ζωγράφος. Η αφαίρεσή της είχε πάντα κάτι σωματικό, αρχιτεκτονικό και πνευματικό. Γι’ αυτό και έργα όπως το My Hell ή το Resolved Problems δεν διαβάζονται ως ασκήσεις μορφής, αλλά ως πεδία έντασης που αρνούνται να σταθούν ήσυχα στον τοίχο.
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η ζωγραφική δεν χωρούσε ποτέ εύκολα ούτε στο στενό δυτικό αφήγημα του μοντερνισμού, ούτε σε ένα απλό «ανατολικό» πλαίσιο. Η Tate την παρουσίασε ως μια σύνθεση ισλαμικών, βυζαντινών και ευρωπαϊκών πηγών, αλλά μπροστά στους πίνακες, αυτό που νιώθεις πρώτα δεν είναι η κατηγοριοποίηση. Είναι ο ίλιγγος. Είναι η κλίμακα. Είναι η αίσθηση ότι η επιφάνεια μπορεί να σε τραβήξει προς τα μέσα.
Γι’ αυτό έχει σημασία η έκθεση “Immersion” στη Dirimart London. Με επιμελήτρια την Αντίλα Λαϊντί-Χανίεχ, τη μελετήτρια που συνέδεσε το όνομά της με τη σύγχρονη επανατοποθέτηση της Ζεΐντ, η έκθεση παρουσιάζει έργα από το estate της καλλιτέχνιδας που σπάνια έχουν εκτεθεί ή φωτογραφηθεί, ενώ ορισμένα δεν έχουν παρουσιαστεί ποτέ δημόσια.
Εδώ ακριβώς το “Immersion” φαίνεται να διαφοροποιείται από το θεσμικό «reset» της Tate. Η Dirimart λειτουργεί πιο κοντά στο σώμα του έργου. Είναι μια ευκαιρία να δούμε τη Ζεΐντ όχι μόνο μέσα από τους μνημειακούς αφηρημένους καμβάδες της, αλλά και μέσα από πιο ήσυχα, παράξενα και ιδιωτικά περάσματα της δουλειάς της. Η Λαϊντί-Χανίεχ επιδιώκει να φωτίσει τους “immersive κόσμους” που ζωγράφιζε η Ζεΐντ, αποδεικνύοντας ότι η ζωγραφική της δεν εξαντλείται εύκολα.
Η ίδια πέρασε από τη μορφή στην αφαίρεση και ξανά πίσω, χωρίς το ένα να ακυρώνει το άλλο. Οι όψιμες προσωπογραφίες της δείχνουν ότι η μορφή δεν έφυγε ποτέ πραγματικά από το έργο της. Απλώς άλλαζε θέση και θερμοκρασία. Η Ζεΐντ ζωγράφισε σαν άνθρωπος που δεν ήθελε να διακοσμήσει τον κόσμο, αλλά να τον ανασυνθέσει.
Η επιστροφή της στο Λονδίνο έχει κάτι περισσότερο από ένα απλό εμπορικό ενδιαφέρον. Το Λονδίνο υπήρξε καθοριστικός σταθμός στη διαδρομή της ήδη από το 1954, και η τωρινή έκθεση έρχεται να συνεχίσει αυτή τη συνομιλία σε μια πιο διεισδυτική κλίμακα. Ίσως αυτό είναι τελικά το πιο γοητευτικό στην περίπτωσή της: ότι ύστερα από τόση ιστορική περιπέτεια, οι πίνακές της παραμένουν πιο ανήσυχοι από το αφήγημα που τους περιβάλλει.
Δεν «κάθονται ήσυχοι» μέσα στην ταμπέλα της «ξεχασμένης γυναίκας μοντερνίστριας» ούτε στην ιστορία μιας πριγκίπισσας που ζωγράφιζε. Επιμένουν να ζητούν κάτι πιο άμεσο: να σταθείς μπροστά τους και να μπεις μέσα.
Κι αν το “Immersion” πετύχει κάπου, θα είναι στο να μας θυμίσει γιατί η ζωγραφική της Φαχρελνισά Ζεΐντ παραμένει, τελικά, πολύ μεγαλύτερη από τον μύθο της.
Με στοιχεία από Artnet, e-flux, Tate Modern, The Guardian, Frieze