Οταν τη ρώτησαν τι σημαίνει ελευθερία, η Νίνα Σιμόν απάντησε με δύο λέξεις: no fear. Δεν ήταν ωραία ατάκα για να μείνει στην ιστορία. Ηταν τρόπος ύπαρξης. Κάποτε, όταν κυκλοφόρησε το Mississippi Goddam, αμερικανικοί ραδιοσταθμοί έστελναν πίσω σπασμένα τα 45άρια. Δεν ήθελαν απλώς να μη το παίξουν. Ηθελαν να μη μείνει τίποτα από αυτό. Η Σιμόν είχε κάνει κάτι πιο επικίνδυνο από το να γράψει ένα πολιτικό τραγούδι. Είχε πει την αλήθεια χωρίς φίλτρο, σε μια χώρα που προτιμούσε οι μαύρες φωνές να τραγουδούν τον πόνο τους, όχι να τον κατονομάζουν.
Εξήντα χρόνια μετά το I Put a Spell on You, και με αφορμή τις νέες εκδόσεις και τα αφιερώματα που ξαναφέρνουν το όνομά της στην κυκλοφορία, αξίζει να θυμηθούμε γιατί η Νίνα Σιμόν δεν ακούγεται ποτέ σαν απλό ιστορικό μέγεθος. Δεν ήταν μόνο μια μεγάλη φωνή. Ηταν η καλλιτέχνις που έκανε την ερμηνεία δημόσια στάση, που μετέτρεψε την πληγή σε ύφος και την οργή σε γλώσσα. Γι' αυτό και σήμερα, όσο κι αν το όνομά της έχει περάσει στη ζώνη του θρύλου, η φωνή της συνεχίζει να έχει κάτι το ανυπότακτο, σχεδόν απειλητικό.
Πίσω από τη Νίνα Σιμόν υπήρχε πρώτα η Γιούνις Γουέιμον, ένα παιδί-θαύμα του πιάνου από το Τράιον της Βόρειας Καρολίνας, που ήθελε να γίνει κλασική πιανίστρια. Σπούδασε στη φημισμέμη σχολή Juilliard και προετοιμάστηκε για το Curtis Institute of Music στη Φιλαδέλφεια, όμως το 1951 απορρίφθηκε, μια εμπειρία που η ίδια θεώρησε βαθιά δεμένη με τον ρατσισμό της εποχής και που δεν ξεπέρασε ποτέ πραγματικά. Εκεί, μέσα στη ματαίωση και στην ανάγκη να επιβιώσει, αρχίζει να γεννιέται η Νίνα Σιμόν: η γυναίκα που θα παίξει πιάνο σε μπαρ, θα αλλάξει όνομα για να μην το μάθει η μητέρα της και θα βρεθεί τελικά σε μια σκηνή που δεν ήταν το αρχικό της όνειρο, αλλά έμελλε να γίνει το πεδίο της αλήθειας της.
Αυτό έχει σημασία, γιατί η Σιμόν δεν έφτασε στη δημόσια οργή από έτοιμη πολιτική ταυτότητα. Εφτασε εκεί περνώντας πρώτα από την προσβολή, τη ματαίωση και τη βαθιά γνώση του τι σημαίνει να σου κλείνουν την πόρτα σε έναν κόσμο για τον οποίο έχεις δουλέψει περισσότερο από όλους. Η μορφή της δεν χτίστηκε πάνω στην άνεση. Χτίστηκε πάνω στην άρνηση να μικρύνει τον εαυτό της για να χωρέσει. Και ίσως γι' αυτό η φωνή της δεν ακούστηκε ποτέ καθησυχαστική. Ακόμη και στα ερωτικά ή πιο χαμηλόφωνα τραγούδια της, υπήρχε πάντα κάτι που έμοιαζε έτοιμο να σπάσει την ευγένεια της επιφάνειας.
Οταν έρχεται το Mississippi Goddam το 1964, αυτή η ρωγμή ανοίγει οριστικά. Η δολοφονία του Μέντγκαρ Εβερς και η βομβιστική επίθεση στην εκκλησία της Αλαμπάμα δεν την οδηγούν απλώς προς το τραγούδι διαμαρτυρίας. Τη σπρώχνουν σε μια ρήξη. Από εκεί και μετά η Σιμόν δεν είναι μόνο ερμηνεύτρια με πολιτική συνείδηση. Είναι μία από τις φωνές που έδωσαν ρυθμό, οργή και αξιοπρέπεια στο κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων, σε ανοιχτή συνομιλία με μορφές όπως η Λορέιν Χάνσμπερι, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και ο Μάλκολμ Χ. Δεν τραγουδά απλώς για την εποχή της. Γίνεται ένα από τα πρόσωπά της.
Εκεί ακριβώς η Νίνα Σιμόν ξεφεύγει από τις βολικές κατηγορίες. Δεν είναι μόνο τζαζ. Δεν είναι μόνο σόουλ. Δεν είναι μόνο η "φωνή της διαμαρτυρίας". Είναι μια σπάνια περίπτωση καλλιτέχνιδας που δεν δεχόταν να μπει σε ένα μόνο ράφι, επειδή δεν δεχόταν να απλοποιήσει τον εαυτό της. Η κλασική πειθαρχία του πιάνου, το γκόσπελ, το μπλουζ, το καμπαρέ, η πολιτική οργή, η ευθραυστότητα, ο θυμός και η σκληρότητα ακούγονται όλα μαζί. Γι' αυτό και η φωνή της δεν ακούγεται "ωραία" με τον συμβατικό τρόπο. Ακούγεται απογυμνωμένη, επιβλητική, καμιά φορά σχεδόν επικίνδυνη.
Ισως εκεί κρύβεται και η διαρκής επικαιρότητά της. Σήμερα, σε μια δημόσια κουλτούρα γεμάτη προσεκτικές διατυπώσεις, ελεγχόμενα συναισθήματα και ασφαλή προσωπικά brand, η Νίνα Σιμόν ακούγεται σαν κάτι που δεν έχει εξημερωθεί. Δεν είναι μόνο ότι είπε ανοιχτά πράγματα που άλλοι καλλιτέχνες της εποχής της φοβούνταν να πουν. Είναι ότι τα είπε χωρίς να τα γυαλίσει για να γίνουν αποδεκτά, χωρίς να τα μετατρέψει σε ασφαλές σύνθημα, χωρίς να φοβηθεί το κόστος. Κι αυτό εξακολουθεί να χτυπά τόσο δυνατά, γιατί η Σιμόν δεν σου δίνει απλώς τραγούδια να θαυμάσεις. Σου δίνει μια στάση που σε βγάζει από την άνεση.
Ακόμη και η μεταθανάτια επιστροφή της λέει κάτι γι' αυτό. Δεν είναι μόνο ότι η εικόνα και η φωνή της ξανακυκλοφορούν μέσα από box sets, επετειακές εκδόσεις και αφιερώματα. Είναι ότι κάθε νέα επιστροφή της δείχνει πόσο λίγο ανήκει στο παρελθόν. Οι μεγάλες φωνές συχνά γίνονται μνημεία. Η Νίνα Σιμόν παραμένει κάτι δυσκολότερο: μια ανοιχτή πληγή μέσα στον αμερικανικό πολιτισμό, αλλά και μια μορφή αξιοπρέπειας που δεν ζήτησε ποτέ συγγνώμη για την έντασή της.
Γι' αυτό και σήμερα, με αφορμή τις νέες κυκλοφορίες, η σωστή ερώτηση δεν είναι αν η Νίνα Σιμόν ήταν σπουδαία. Αυτό το έχει απαντήσει ήδη η ιστορία. Η πιο ουσιαστική ερώτηση είναι γιατί εξακολουθεί να μας αναστατώνει. Και η απάντηση ίσως είναι απλή: επειδή η φωνή της δεν λειτούργησε ποτέ σαν καταφύγιο. Λειτούργησε σαν αλήθεια.
Και οι αλήθειες που δεν έχουν χάσει τη δύναμή τους ακούγονται πάντα, λίγο ή πολύ, σαν απειλή.
Με στοιχεία από το επίσημο site της Nina Simone, Britannica, Tryon Daily Bulletin και το αρχείο του Wax Poetics.