Ο κήπος της Τζούντι Ντεντς δεν θυμίζει εκείνους τους διάσημους αγγλικούς κήπους που προκαλούν θαυμασμό επειδή είναι άψογα περιποιημένοι, ιστορικοί ή φωτογενείς. Αυτός ο κήπος κουβαλά κάτι πιο ήσυχο και πιο βαρύ. Είναι ένα τοπίο φτιαγμένο από μνήμη. Ενας τόπος όπου τα δέντρα δεν είναι απλώς δέντρα, αλλά άνθρωποι που έφυγαν, ονόματα που ρίζωσαν στο χώμα και έμειναν εκεί.
Στο νέο επεισόδιο του podcast Roots του Royal Horticultural Society, η 91χρονη ηθοποιός μιλά για τον κήπο του σπιτιού της στο Σάρεϊ με εκείνο το σπάνιο μείγμα τρυφερότητας, χιούμορ και γαλήνιας αποδοχής που την κάνει τόσο βαθιά αγαπητή. Δεν μιλά για τον χώρο σαν επίδειξη γούστου ούτε σαν αριστοκρατικό καταφύγιο. Μιλά γι’ αυτόν σαν για έναν τόπο όπου εξακολουθεί να συνυπάρχει με όσους έχει χάσει.
Το πιο δυνατό στοιχείο της αφήγησής της είναι απλό και σχεδόν συντριπτικό. Εχει φυτέψει πάνω από εκατό δέντρα και σχεδόν το καθένα αντιστοιχεί σε κάποιον που έχει πεθάνει. Το λέει με μια ηρεμία που πονάει περισσότερο ακριβώς επειδή δεν ζητά συγκίνηση. «Οταν φτάνεις στα 91, είναι πολλοί οι άνθρωποι που έχεις χάσει», λέει κάποια στιγμή. Και ξαφνικά όλος ο κήπος παύει να είναι ένα όμορφο αγγλικό τοπίο και γίνεται ένα ιδιότυπο αρχείο αγάπης και απώλειας.
Ο δρυς που ετοιμάζεται τώρα να φυτέψει της ήρθε από την κόρη και τον εγγονό της, στη μνήμη της επετείου του γάμου της με τον Μάικλ Γουίλιαμς. Αλλα δέντρα θυμίζουν παλιούς φίλους, πρόσωπα της οικογένειας, ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή της και έμειναν τελικά εκεί, κάτω από τα φύλλα και δίπλα στα μονοπάτια. Δεν πρόκειται για μια ρομαντική χειρονομία μνημόνευσης. Είναι κάτι πιο οργανικό και πιο αφοπλιστικό. Ο κήπος δεν είναι τόπος λήθης. Είναι ο τρόπος της να κρατά τον χρόνο με τους αγαπημένουςπου έχασε κοντά της.
Υπάρχει κάτι ακόμα πιο συγκινητικό στον τρόπο που μιλά γι’ αυτόν τον χώρο. Η Ντεντς λέει καθαρά ότι πια σχεδόν δεν βλέπει. Δεν μπορεί να αντικρίσει τον κήπο όπως άλλοτε. Ξέρει όμως ότι είναι εκεί. Τον αναγνωρίζει από τη μυρωδιά, από τη μνήμη, από τη θέση των πραγμάτων, από το λευκό μιας μανόλιας που μόλις διακρίνεται. Αυτό αλλάζει εντελώς και το νόημα του κήπου. Δεν είναι πια εικόνα, είναι αίσθηση. Δεν είναι θέαμα, είναι παρουσία.
Ισως γι’ αυτό οι πιο ζωντανές λεπτομέρειες που αφηγείται δεν είναι οπτικές αλλά σχεδόν σωματικές. Η μυρωδιά του άγριου σκόρδου που απλώνεται παντού και σε λίγο θα γίνει μια θάλασσα από λευκά άνθη. Η πασχαλιά που της θυμίζει τους γονείς της. Οι κρίνοι της κοιλάδας των παιδικών της χρόνων στο Γιορκ. Η πρώτη της μνήμη, λέει, είναι πως βρισκόταν ξαπλωμένη σε ένα καροτσάκι και κοίταζε από κάτω τα φύλλα μιας βελανιδιάς. Ολα αρχίζουν και τελειώνουν με τα δέντρα.
Το όμορφο είναι ότι τίποτα από αυτά δεν ακούγεται βαρύ ή τελετουργικό. Η Ντεντς μιλά για τη φοβία της με τα σκουλήκια, γελά με την ιδέα ότι δεν ασχολείται η ίδια με την κηπουρική, λέει πως προτιμά μια φιάλη σαμπάνια από ένα εργαλείο κήπου και έχει κρύψει μέσα στις φυλλωσιές το άγαλμα της βασίλισσας Βικτώριας από το Victoria & Abdul, λέγοντας με χιούμορ πως «της ταιριάζει η απομόνωση». Μέσα σε όλη αυτή τη γλυκιά εκκεντρικότητα περνά το πιο ουσιαστικό πράγμα: ότι ο κήπος δεν είναι διακόσμηση της ζωής της αλλά κομμάτι της επιβίωσής της.
Υπάρχει μια στιγμή προς το τέλος του podcast που φωτίζει όλο το θέμα από αλλού. Η Τζούντι Ντεντς απαγγέλλει το Σονέτο 29 του Σαίξπηρ και εξηγεί ότι, παρότι δεν μπορεί πια να διαβάσει, προσπαθεί ακόμη να μαθαίνει νέα σονέτα για να μη χάσει αυτή την πειθαρχία. Είναι μια μικρή, ήσυχη δήλωση αξιοπρέπειας. Κάπως έτσι μοιάζει να λειτουργεί και ο κήπος της.
Σαν ένας τρόπος να συνεχίσεις να κρατάς τον κόσμο μέσα σου όταν κάποια από τα μέσα με τα οποία τον γνώριζες αρχίζουν να σβήνουν.
Γι’ αυτό ο κήπος της Τζούντι Ντεντς δεν είναι απλώς ένα ωραίο θέμα lifestyle ούτε μια χαριτωμένη celebrity επίσκεψη στη φύση. Είναι η εικόνα μιας γυναίκας που μεγαλώνει μέσα στη μνήμη χωρίς να παραδίδεται σ’ αυτήν. Που δίνει ονόματα στα δέντρα, κρατά τα λουλούδια κοντά της σαν μυρωδιές ανθρώπων και συνεχίζει να ζει μέσα σε έναν κόσμο που, ακόμη κι όταν δεν τον βλέπει καθαρά, τον ξέρει απ’ έξω.
με στοιχεία απο τον Guardian