Οι Bodleian Libraries της Οξφόρδης απέκτησαν ένα λεύκωμα που είχε μείνει κρυμμένο για περισσότερα από ογδόντα χρόνια και φωτίζει από νέα γωνία το έργο της Λι Μίλερ και του Σέσιλ Μπίτον.
Το έφτιαξε ο Ρόλαντ Χάουπτ, ο άνθρωπος που εμφάνιζε και τύπωνε στο Λονδίνο τα φιλμ των δύο φωτογράφων στα χρόνια του πολέμου, και στις σελίδες του συνυπάρχουν άγνωστες ως τώρα εκτυπώσεις, εικόνες από στρατόπεδα συγκέντρωσης και το σπίτι του Χίτλερ, αλλά και πορτρέτα διασημοτήτων και στιγμές από τον κόσμο της τέχνης και της μόδας.
Εκεί βρίσκεται και ο πραγματικός πυρήνας της ανακάλυψης. Δεν βρέθηκαν απλώς νέες φωτογραφίες. Βρέθηκε ένα λεύκωμα που δείχνει πώς η ίδια εποχή μπορούσε να χωρέσει μέσα στην ίδια οπτική γλώσσα το απόλυτο κακό και τη δημόσια λάμψη.
Στις σελίδες του περνούν από τη μία το Νταχάου, το Μπούχενβαλντ, οι εκτελέσεις, το σπίτι του Χίτλερ, το υπνοδωμάτιό του και το σαλόνι του, και από την άλλη η Μάρλεν Ντίτριχ, ο Φρεντ Αστέρ, ο Νόελ Κάουαρντ, ο Χένρι Μουρ, ο Πικάσο και ο κόσμος του θεάτρου και της καλλιτεχνικής ζωής.
Η πιο ηχηρή λεπτομέρεια είναι μια δεύτερη, αδημοσίευτη λήψη της Λι Μίλερ στη μπανιέρα του Χίτλερ στο Μόναχο, τραβηγμένη από τον David E. Scherman. Η πιο γνωστή φωτογραφία από εκείνη τη στιγμή είναι ήδη μία από τις εμβληματικές εικόνες του 20ού αιώνα. Η ύπαρξη μιας άλλης εκδοχής δεν έχει μόνο συλλεκτική αξία. Δείχνει πόσο ζωντανό παραμένει ακόμη το αρχείο αυτής της περιόδου και πόσα μπορούν να μένουν κρυμμένα σε ιδιωτικά χέρια δεκαετίες μετά. Γύρω από αυτή τη λήψη, το λεύκωμα περιλαμβάνει και άλλες εικόνες από το διαμέρισμα του Χίτλερ και της Εύας Μπράουν, από το Eagle’s Nest, αλλά και από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που η Μίλερ είχε μόλις επισκεφθεί.
Αυτό είναι που κάνει το λεύκωμα τόσο δυνατό. Δείχνει ότι η φρίκη δεν έρχεται πάντα με το φίλτρο της ιστορικής απόστασης. Μερικές φορές στέκεται μέσα σε κοινότοπα δωμάτια, σε ένα ακατάστατο κρεβάτι, σε ένα μπάνιο, σε ένα σαλόνι. Και ακριβώς γι’ αυτό γίνεται πιο ανησυχητική. Η ίδια η Μίλερ το είχε διατυπώσει με τρόπο αφοπλιστικό όταν έγραφε πως ο Χίτλερ, αφού έφαγε, κοιμήθηκε και λούστηκε στο σπίτι του, έγινε «λιγότερο μυθικός και άρα πιο τρομερός». Το λεύκωμα υπηρετεί ακριβώς αυτή τη μετατόπιση: αφαιρεί τη μυθολογία και αφήνει γυμνή την πραγματικότητα.
Την ίδια στιγμή, το άλμπουμ δεν είναι ένα μονοκόμματο πολεμικό αρχείο. Είναι ένα προσωπικό λεύκωμα εργασίας, σχεδόν ημερολόγιο εικόνων. Έχει αποκόμματα εφημερίδων, πορτρέτα, φωτογραφίες από στούντιο, θέατρο και κινηματογράφο. Ο Michael Hoppen, που χειρίστηκε το υλικό πριν περάσει στην Οξφόρδη, το περιγράφει ως μια «χειροπιαστή χρονοκάψουλα» των τελευταίων χρόνων του πολέμου. Και πράγματι έτσι διαβάζεται: όχι σαν μεταγενέστερη επιμέλεια, αλλά σαν το οπτικό ίχνος ενός ανθρώπου που βρισκόταν μέσα στη ροή των γεγονότων και κράτησε για τον εαυτό του κάποιες από τις πρώτες εκτυπώσεις που περνούσαν από τα χέρια του.
Ο Ρόλαντ Χάουπτ δεν ήταν μια περιφερειακή μορφή αυτής της ιστορίας. Ήταν ο άνθρωπος που η Λι Μίλερ εμπιστευόταν όταν έστελνε από το μέτωπο τα φιλμ της στο Λονδίνο, ώστε να εμφανιστούν, να τυπωθούν και να σταλούν στη Vogue και αλλού. Η ίδια τον είχε εκπαιδεύσει, και αυτό δίνει τώρα στο λεύκωμα μια άλλη βαρύτητα. Ανάμεσα στον φωτογράφο και στην εικόνα που φτάνει στη δημόσια μνήμη, υπάρχει πάντα μια αλυσίδα αόρατης εργασίας. Εδώ αυτή η αλυσίδα ξαφνικά γίνεται ορατή.
Το εύρημα ξανασυστήνει και τη Λι Μίλερ με έναν τρόπο που σπάνια πετυχαίνουν ακόμη και οι μεγάλες εκθέσεις. Όχι μόνο ως μοντέλο, μούσα ή εμβληματική φωτογράφο, αλλά ως μια γυναίκα που μπορούσε να περάσει από τον κόσμο του σουρεαλισμού και της μόδας στη σκληρή καταγραφή του πολέμου χωρίς να χάσει ποτέ την ακρίβεια του βλέμματός της. Στις σελίδες του λευκώματος, η ίδια οπτική καθαρότητα που συλλαμβάνει ένα μοντέλο ή ένα πρόσωπο της κοσμικής ζωής συναντά τα στρατόπεδα, τους ηττημένους SS φρουρούς, τα καμένα τοπία και την εξάντληση της Ευρώπης.
Ο Σέσιλ Μπίτον, από την άλλη, φέρνει στο άλμπουμ μια τελείως διαφορετική θερμοκρασία. Οι δικές του φωτογραφίες, κυρίως από τη Βόρεια Αφρική, έχουν πιο μετρημένο ρυθμό και άλλη σχέση με τον πόλεμο. Εκεί δεν υπάρχει το σοκ των στρατοπέδων, αλλά η ερημιά, το φως, τα ίχνη της καταστροφής και η παράξενη ομορφιά ενός τοπίου που έχει περάσει από τη βία. Το αποτέλεσμα είναι ότι το λεύκωμα δεν μιλά μόνο για τη φρίκη, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο η φωτογραφία προσπαθεί να κρατήσει μέσα της την αντοχή, τη μορφή και μια υποψία ζωής.
Ίσως αυτό να είναι και το πιο συγκινητικό στοιχείο όλης της ανακάλυψης. Το λεύκωμα δεν αποτυπώνει μόνο τον τρόμο του πολέμου. Αποτυπώνει και το πείσμα της εικόνας να συνεχίσει μετά από αυτόν. Στις ίδιες σελίδες όπου βλέπεις στρατόπεδα και εκτελέσεις, βρίσκεις και καλλιτέχνες, ηθοποιούς, σκηνικά, πρόσωπα και σώματα που συνεχίζουν να υπάρχουν στον κόσμο. Δεν πρόκειται για παρηγοριά. Πρόκειται για μια δυσκολότερη αλήθεια: ότι η Ιστορία δεν χωρίζεται ποτέ καθαρά σε σκοτάδι και φως. Τα κουβαλά και τα δύο μαζί. Αυτή είναι και η δύναμη του λευκώματος. Δεν εξωραΐζει τίποτα, αλλά δεν αφήνει ούτε τη ζωή να χαθεί από το κάδρο.
Η απόκτηση του άλμπουμ από τις Bodleian Libraries εξασφαλίζει ότι αυτό το υλικό δεν θα μείνει άλλο ένα ιδιωτικό τρόπαιο της αγοράς, αλλά θα περάσει στη δημόσια έρευνα. Και αυτή είναι ίσως η σωστότερη κατάληξη για ένα τέτοιο εύρημα.
Ένα λεύκωμα που έφτιαξε ένας άνθρωπος του σκοτεινού θαλάμου, με εικόνες που γεννήθηκαν ανάμεσα στη φρίκη του Χίτλερ και στο glamour μιας άλλης Ευρώπης, γίνεται τώρα δημόσιο τεκμήριο μιας εποχής που ακόμη δεν έχει πάψει να μας κοιτάζει.