Για δεκαετίες, η Lucy Sante υπήρξε μία από τις μεγάλες αρχαιολόγους του αστικού υπολείμματος. Στο Low Life και στα υπόλοιπα βιβλία της, πήρε αποκόμματα, λαϊκές φωτογραφίες, αστυνομικά δελτία, χειρόγραφα ίχνη, φτηνά τυπώματα και μικρές, σχεδόν ασήμαντες μαρτυρίες, και τα έκανε ιστορία. Οχι τη μεγάλη, επίσημη Ιστορία, αλλά εκείνη που μυρίζει δρόμο, σκόνη, ιδρώτα, παρακμή και ζωή.
Τώρα, αυτή η ίδια σχέση με το υλικό επιστρέφει με άλλο τρόπο. Οχι ως βιβλίο, αλλά ως εικόνα. Οχι ως ανάγνωση του αρχείου, αλλά ως κυριολεκτική επέμβαση πάνω του. Η Sante παρουσιάζει δύο εκθέσεις με πρόσφατα collage στη Νέα Υόρκη, τις “Two Strikes on a Snow Man” στην Picture Theory και “Knots” στην American Academy of Arts and Letters, φέρνοντας στο προσκήνιο μια πρακτική που δεν είναι ακριβώς καινούργια, αλλά μοιάζει τώρα να αποκτά ιδιαίτερο βάρος.
Γιατί το collage, στα χέρια της, δεν είναι μια αθώα φόρμα χειροτεχνίας ή μια παιχνιδιάρικη αισθητική άσκηση. Είναι κάτι πιο κοφτερό. Η ίδια το λέει σχεδόν ωμά: «Πρέπει να σκοτώσεις κάτι για να γεννηθεί κάτι άλλο». Είναι ίσως η πιο ακριβής περιγραφή όχι μόνο της μεθόδου της, αλλά και ολόκληρης της καλλιτεχνικής ηθικής της. Για να υπάρξει η νέα εικόνα, το παλιό αντικείμενο πρέπει να πάψει να είναι αυτό που ήταν. Το περιοδικό πρέπει να κοπεί. Η καρτ ποστάλ να τραυματιστεί. Το βιβλίο να αποσυναρμολογηθεί. Η μνήμη να περάσει από τη βία της μορφής.
Και η Sante ξέρει από μνήμη, αλλά και από υλικό. Στο σπίτι της στο Kingston, όπως περιγράφει το ρεπορτάζ των New York Times, ζει μέσα σε δεκαετίες συσσωρευμένων εικόνων: καρτ ποστάλ του Μεσοπολέμου, καταλόγους Montgomery Ward, περιοδικά του ’50, 19ου αιώνα χρωμολιθογραφίες, βρόμικα κόμικς που μοιάζουν να βγήκαν από υπόγεια και crawl spaces. Είναι ένας κόσμος από χαρτί, πατίνα, φθορά και επιθυμία συλλογής. Η ίδια το παραδέχεται σχεδόν με χαμόγελο: υπάρχει κάτι σαν απληστία στην ανάγκη να αποκτάς εικόνες.
Αυτό είναι που κάνει τη μετάβασή της στο collage τόσο φυσική. Η Lucy Sante δεν άρχισε να φτιάχνει εικόνες επειδή ήθελε ξαφνικά να γίνει εικαστικός. Στην πραγματικότητα, έκανε πάντα κάτι ανάλογο μέσα από τη γραφή της. Επαιρνε διάσπαρτα ίχνη και τα έδενε σε μια νέα σύνθεση. Μόνο που τώρα το κάνει με ψαλίδι και κόλλα. Το μάτι της παραμένει το ίδιο: στραμμένο στα παραπεταμένα, στα ξεχασμένα, στα φθαρμένα, στα πράγματα που δεν φτιάχτηκαν ποτέ για να μπουν σε μουσείο αλλά κουβαλούν, ίσως ακριβώς γι’ αυτό, περισσότερο χρόνο και περισσότερη αλήθεια.
Οι εικόνες της είναι μικρές, πυκνές, συχνά λογοπαίγνια με υλικό σώμα. Εχουν χιούμορ, αλλά ποτέ δεν είναι απλώς χαριτωμένες. Εχουν ειρωνεία, αλλά όχι ελαφρότητα. Μπορεί να δεις μια γοτθική εκκλησία, έναν πιτσιρικά που φυσά τσίχλα, τη λέξη OOF να αιωρείται πάνω από μια σχεδόν ιερή σκηνή, κι αμέσως να νιώσεις ότι κάτι ανάμεσα στο αστείο και το απειλητικό έχει συμβεί. Το collage, εδώ, δεν λειτουργεί σαν νοσταλγικό scrapbook. Λειτουργεί σαν μικρή παγίδα αντίληψης.
Αυτό οφείλεται και στο ότι η Sante δεν αγαπά το παρελθόν με τον βολικό, βελούδινο τρόπο της νοσταλγίας. Αντίθετα, έχει γράψει ίσως από τις πιο διεισδυτικές αναλύσεις για το τι σημαίνει να επιθυμείς έναν χαμένο κόσμο. Γι’ αυτό και η σχέση της με τα παλιά υλικά δεν είναι γλυκανάλατη. Την ενδιαφέρει η φθορά, η σκόνη, η χρήση, το σημάδι που αφήνει ο χρόνος. «Δεν χρησιμοποιώ ποτέ τίποτε άλλο πέρα από πρωτότυπο υλικό», λέει. «Μου αρέσει η φθορά». Αυτή η φράση θα μπορούσε να είναι και ποιητική δήλωση και ιστορική μεθοδολογία.
Υπάρχει επίσης κάτι πολύ ακριβές στην αισθητική εποχή που επιλέγει. Η Sante λέει ότι ό,τι έρχεται μετά τα τέλη της δεκαετίας του ’50 αρχίζει να γίνεται υπερβολικά γυαλισμένο, υπερβολικά στιλιζαρισμένο και αυτάρεσκο. Την έλκει περισσότερο μια παλιότερη οπτική αθωότητα, ειδικά εκείνη που απευθυνόταν σε εργατικές τάξεις και καθημερινό κοινό. Δηλαδή όχι η εικόνα που ξέρει ότι είναι ήδη στυλ, αλλά η εικόνα πριν αποκτήσει πλήρη αυτοσυνείδηση. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει αφέλεια. Σημαίνει ακατέργαστη ενέργεια.
Κι ίσως εδώ συναντιούνται πιο βαθιά η συγγραφέας και η collagist Lucy Sante. Και στις δύο περιπτώσεις, αυτό που την τραβά δεν είναι η καθαρή, αυτάρεσκη μορφή, αλλά το ίχνος του κόσμου πάνω στη μορφή. Το τσαλακωμένο, το κιτρινισμένο, το χαμηλό, το περιθωριακό, το απρόσεκτα τυπωμένο, το μισοξεχασμένο. Το παλιό χαρτί για τη Sante δεν είναι vintage αξεσουάρ. Είναι κοινωνική ύλη.
Γι’ αυτό και το θέμα εδώ δεν είναι απλώς ότι μια εμβληματική συγγραφέας εκθέτει εικαστικά έργα. Είναι ότι η Lucy Sante φαίνεται να ολοκληρώνει, με άλλους όρους, κάτι που έκανε πάντα. Να μετατρέπει τα απομεινάρια της κουλτούρας σε ζωντανή μορφή. Να βρίσκει στο φτηνό έντυπο, στην καρτ ποστάλ, στο περιοδικό, στο βιβλίο που διαλύεται, όχι απλώς ύλη για ανακύκλωση αλλά πρώτη ύλη για νέα σκέψη.
Και ίσως αυτό είναι το πιο όμορφα σκληρό στοιχείο της δουλειάς της. Οτι δεν σώζει το παρελθόν. Το θυσιάζει για να το ξαναγεννήσει.
