«Ο πλούτος γεννά πολλές φαντασιώσεις στον άνθρωπο, η μιζέρια μόνο λύπηση». Η Ιζαμπέλ Ιπέρ δεν είναι από τις ηθοποιούς που πετούν ατάκες για να εντυπωσιάσουν. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη μία φράση συμπυκνώνει σχεδόν ολόκληρο το ηθικό και αισθητικό τοπίο της νέας της συνέντευξης στην El País.
Η 73χρονη μεγάλη κυρία του ευρωπαϊκού σινεμά βρίσκεται στη Μαδρίτη, ύστερα από τρεις βραδιές θριάμβου με τη «Βερενίκη» του Ρομέο Καστελούτσι, και ταυτόχρονα ετοιμάζει την έξοδο της νέας της ταινίας, «Η πλουσιότερη γυναίκα του κόσμου», που πατά πάνω στο σκάνδαλο της Λιλιάν Μπετανκούρ και του φωτογράφου Φρανσουά-Μαρί Μπανιέ. Η Ιπέρ μιλά για τον πλούτο σαν κάποια που ξέρει ότι το χρήμα δεν είναι ποτέ απλώς χρήμα. Είναι επιθυμία, καχυποψία, εξουσία, προβολή, θέαμα.
Η ιστορία της Μπετανκούρ θα μπορούσε εύκολα να παιχτεί ως κοσμικό σκάνδαλο, με μια υπερήλικη κληρονόμο, οικογενειακή ίντριγκα, εκατομμύρια ευρώ και έναν φωτογράφο που κατηγορήθηκε ότι εκμεταλλεύτηκε μια γυναίκα στο τέλος της ζωής της. Η Ιπέρ δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται καθόλου για αυτή την εύκολη εκδοχή. Αυτό που την τραβά είναι η στιγμή όπου μια γυναίκα περιτριγυρισμένη μια ζωή από ισχύ και χρήμα συναντά, αργά πια, μια τελευταία μορφή ελευθερίας έξω από τους κανόνες του περιβάλλοντός της. Οχι αθώα, όχι καθαρή, όχι χωρίς σκοτάδι. Αλλά ελευθερία.
Εκεί συναντιούνται και οι δύο ρόλοι που κουβαλά αυτή την περίοδο. Η Βερενίκη, η γυναίκα που πρέπει να απομακρυνθεί από τον έρωτά της επειδή η εξουσία δεν χωρά ό,τι την αποσταθεροποιεί. Και η Μπετανκούρ, μια γυναίκα του πλούτου και της κοινωνικής θωράκισης που, στο λυκόφως της ζωής της, αφήνεται σε μια σχέση που διαταράσσει τον κόσμο γύρω της. Η Ιπέρ δεν διαβάζει καμία από τις δύο σαν απλό θύμα. Την ενδιαφέρει περισσότερο η στιγμή που μια γυναίκα βγαίνει, έστω και αργά, από το σύστημα που την κρατούσε στη θέση του, ακόμη κι αν το τίμημα είναι βαρύ.
Αυτό είναι ίσως και το μυστικό της Ιζαμπέλ Ιπέρ ως περσόνα. Δεν χαρίζεται ποτέ στη συμπάθεια. Δεν παίζει τους ρόλους της για να βολευτείς ηθικά. Δεν ψάχνει τον γρήγορο και εύκολο ανθρωπισμό ούτε τη γλυκιά εξήγηση. Γι’ αυτό και η φράση της για τον πλούτο ακούγεται τόσο κοφτερή. Η μιζέρια, λέει, προκαλεί λύπηση. Ο πλούτος γεννά φαντασιώσεις. Είναι μια παρατήρηση σχεδόν σκληρή, αλλά ακριβώς γι’ αυτό μας είναι χρήσιμη. Ο πλούτος δεν μας απασχολεί μόνο ως κοινωνική αδικία ή ταξική πραγματικότητα. Μας απασχολεί επειδή παραμένει μυθικός. Επειδή πάνω του προβάλλονται ερωτικές, ταξικές, αισθητικές και υπαρξιακές φαντασιώσεις. Επειδή όποιος τον κατέχει γίνεται αυτόματα ύποπτος, αλλά και αντικείμενο εμμονής.
Η Ιπέρ μοιάζει ιδανική για τέτοιες γυναίκες ακριβώς επειδή η ίδια χτίστηκε κινηματογραφικά πάνω στην απόσταση, την ψυχρότητα, την πειθαρχία και τη ρωγμή που διαπερνούν τη γυναικεία ψυχοσύνθεση. Εδώ και δεκαετίες δεν παίζει χαρακτήρες που ζητούν εύκολη κατανόηση. Παίζει γυναίκες που κρατούν κάτι δικό τους μέχρι τέλους. Γυναίκες που μπορεί να είναι αινιγματικές, επιθετικές, αυτάρκεις, τραυματισμένες ή επικίνδυνες, αλλά δεν διαλύονται ποτέ για να γίνουν αγαπητές. Η Μπετανκούρ, έτσι όπως περνά από το φίλτρο της Ιπέρ, δεν είναι απλώς μια πλούσια ηλικιωμένη. Γίνεται μια γυναίκα περικυκλωμένη από χρήμα, εξουσία, μοναξιά και μια παράξενη, ύστερη ελευθερία.
Οταν η κουβέντα φεύγει από την ταινία και πηγαίνει στο θέατρο, η Ιπέρ γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Μιλά για τη «Βερενίκη» και λέει κάτι που εξηγεί πολλά όχι μόνο για τη δουλειά της, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την ελευθερία. Μέσα στην αυστηρότητα της σκηνοθεσίας του Καστελούτσι και στους αλεξανδρινούς στίχους δεν νιώθει περιορισμό. Νιώθει άπειρη ελευθερία. Είναι μια σχεδόν παράδοξη θέση, αλλά απολύτως ιπέρική αν το καλοσκεφτείς. Η ελευθερία, για εκείνη, δεν γεννιέται από τη χαλαρότητα ή το αυθόρμητο. Γεννιέται μέσα στη φόρμα, μέσα στην αυστηρότητα, μέσα σε ένα πλαίσιο που σε δοκιμάζει.
Το ίδιο αποκαλυπτική είναι και η φράση της για το θέατρο και το σινεμά. Στη σκηνή, λέει, κανείς δεν την ελέγχει. Στο σινεμά, αντίθετα, υπάρχει πάντα το μοντάζ, η άλλη ταινία που έχει στο μυαλό του ο σκηνοθέτης, η τελική εκδοχή που δεν της ανήκει ποτέ ολοκληρωτικά. Η Ιπέρ δεν γκρινιάζει γι’ αυτό. Το ξέρει, το δέχεται, γελά ακόμη και με την ιδέα ότι μπορεί να κρατήσεις κακία στον μοντέρ. Αλλά η φράση που είπε πιο πριν σου μένει. "Στη σκηνή, κανείς δεν με ελέγχει." Ξαφνικά η συνέντευξη δεν μιλά μόνο για υποκριτική. Μιλά για το ποιος κρατά το σώμα, τη φωνή, την εικόνα, ποιος κρατά το τελικό νόημα.
Ισως γι’ αυτό έχει τόση σημασία και μια άλλη παρατήρησή της, πιο ήσυχη αλλά εξίσου αποκαλυπτική: ότι η διαδρομή μιας ηθοποιού φαίνεται περισσότερο από όσα αρνείται παρά από όσα επιλέγει. Ελάχιστες φράσεις περιγράφουν τόσο καλά την Ιζαμπέλ Ιπέρ. Δεν έχτισε την καριέρα της με αδιάκοπη έκθεση, αλλά με πειθαρχία στο όχι. Εχει πει πολλά περισσότερα όχι απ’ όσα ναι, και όμως το αποτύπωμά της μοιάζει αχανές. Εκεί βρίσκεται και το είδος της αριστοκρατίας της. Οχι η αυτάρκεια του μύθου, αλλά η ακρίβεια της άρνησης.
Ακόμη και όταν μιλά για το ενδεχόμενο να περάσει στη σκηνοθεσία, δεν το κάνει σαν καλλιτέχνις που ετοιμάζεται σοβαροφανώς για το επόμενο βήμα. Λέει ότι θα είχε πλάκα να δοκιμάσει να σκηνοθετήσει κάτι μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσει ότι ίσως δεν μπορεί να το κάνει. Κι αυτή η φράση, αστεία και σκληρή μαζί, ταιριάζει απόλυτα στην Ιπέρ. Δεν προστατεύει τον μύθο της με σοβαροφάνεια. Τον προστατεύει με ειρωνεία, αυτογνωσία και με μια πολύ παλιά αίσθηση ότι η τέχνη δεν είναι χώρος άνεσης αλλά δοκιμασίας.
Πίσω από τον πλούτο, την εξουσία, την τέχνη και την επιθυμία, η Ιζαμπέλ Ιπέρ σε φέρνει ξανά μπροστά στο ίδιο παλιό ανθρώπινο πράγμα: την ανάγκη να κατέχεις ή να μη σε κατέχουν. Ισως γι’ αυτό εξακολουθεί να μας συναρπάζει. Επειδή δεν θα μας προσφερθεί ποτέ ολόκληρη.