Η Ιζαμπέλ Ιπέρ φωτογραφίζεται στο Λούβρο και η παρουσία της εκεί μοιάζει παράξενα φυσική. Οπως λέει και η ίδια στη συνέντευξη που συνοδεύει τη φωτογράφιση, όταν φτάνει σε μια καινούργια πόλη, η πρώτη της διαδρομή είναι προς τα μουσεία. Ετσι, η συγκεκριμένη δουλειά δεν μοιάζει με μια ακόμη φωτογράφιση διάσημης ηθοποιού σε εντυπωσιακό σκηνικό, αλλά με συνάντηση μιας ηθοποιού με έναν χώρο με τον οποίο έχει ήδη εσωτερική συγγένεια.
Στη συνέντευξη που συνοδεύει τη φωτογράφιση, η Ιπέρ λέει κάτι πολύ αποκαλυπτικό: όταν φτάνει σε μια καινούργια πόλη, η πρώτη της διαδρομή είναι προς τα μουσεία. Οχι προς τις αίθουσες κινηματογράφου. Οχι προς τα γνωστά αξιοθέατα. Προς τα μουσεία. Αυτό από μόνο του αρκεί για να αλλάξει τον τόνο της ιστορίας. Δεν μιλάμε για μια σταρ που βρέθηκε σε ένα εντυπωσιακό σκηνικό. Μιλάμε για μια ηθοποιό που έχει ήδη εσωτερική σχέση με τον χώρο της τέχνης.
Και αυτή η σχέση φαίνεται καθαρά στον τρόπο που περιγράφει η ίδια τη φωτογράφιση. Μπροστά στην Αφροδίτη της Μήλου, σκέφτηκε τη θέση των ώμων της. Στη Salle des Caryatides, είπε πως το φόρεμα την οδήγησε προς τον Βελάσκεθ. Τα χέρια της, λέει, πήγαν σχεδόν μόνα τους στη στάση του έργου. Δεν μιλά σαν celebrity που ακολουθεί οδηγίες styling. Μιλά σαν ηθοποιός που ξέρει ότι το σώμα είναι σκέψη, ότι μια μικρή μετατόπιση του ώμου ή της παλάμης αρκεί για να αλλάξει ολόκληρη η εικόνα.
Εκεί βρίσκεται όλη η γοητεία της Ιζαμπέλ Ιπέρ. Στο ότι παραμένει ταυτόχρονα απόμακρη και εντελώς παρούσα. Παγωμένη και ζωντανή. Γκλάμουρ και μυστήριο μαζί. Το Numéro art το καταλαβαίνει σωστά όταν τη χαρακτηρίζει ηθοποιό που μπορεί να γίνει τα πάντα. Στην πραγματικότητα, αυτό που κάνει τόσο καλά η Ιπέρ δεν είναι μόνο να παίζει ρόλους. Είναι να δίνει σε κάθε στάση της την αίσθηση ότι κρύβει έναν ακόμη ρόλο που δεν έχει φανερωθεί πλήρως.
Η ίδια, άλλωστε, λέει στη συνέντευξη ότι δεν κάνει πολλές ερωτήσεις για τους χαρακτήρες της. Δεν βασανίζει τους ρόλους μέχρι να τους “λύσει”. Οι απαντήσεις, λέει, αρχίζουν να έρχονται από τη στιγμή που αποφασίζει να κάνει μια ταινία, σαν μια πολύ λεπτή κλωστή που ξετυλίγεται. Αυτή η φράση λέει πολλά και για τη σχέση της με την τέχνη γενικότερα. Σαν να μην ενδιαφέρεται τόσο για την ερμηνεία ως εξήγηση, αλλά ως κατάσταση. Ως είσοδο σε έναν ιδιαίτερο ρυθμό σκέψης, ακινησίας και βλέμματος.
Γι’ αυτό και το Λούβρο τής ταιριάζει τόσο πολύ. Οχι μόνο επειδή είναι το μεγάλο μουσείο των αριστουργημάτων, αλλά επειδή είναι και ένας χώρος όπου το βλέμμα έχει μάθει να επιβραδύνει. Οπου η εικόνα δεν λειτουργεί μόνο εντυπωσιακά αλλά και τελετουργικά. Η Ιπέρ ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία σπάνιων ηθοποιών που δεν χρειάζονται φλυαρία για να γεμίσουν ένα κάδρο. Μπορεί να σταθεί μπροστά στη Μόνα Λίζα χωρίς να προσπαθεί να την ανταγωνιστεί. Μπορεί να εμφανιστεί κάτω από τη Νίκη της Σαμοθράκης χωρίς να μικραίνει. Μπορεί να περάσει μέσα από το μουσείο χωρίς να μοιάζει ξένο σώμα. Αυτό δεν συμβαίνει συχνά. Οι περισσότερες συναντήσεις του κόσμου της μόδας ή των διάσημων προσώπων με τα μουσεία μένουν στην επιφάνεια της εντύπωσης. Εδώ, όμως, υπάρχει κάτι πιο ακριβές. Μια ηθοποιός που ξέρει τι σημαίνει μορφή, μια φωτογράφιση που καταλαβαίνει την ακινησία ως δράμα, και ένα μουσείο που δεν λειτουργεί σαν πολυτελές φόντο αλλά σαν σκηνή μεταμόρφωσης.
Ισως τελικά γι’ αυτό η Ιζαμπέλ Ιπέρ μοιάζει τόσο σωστή για μια τέτοια χειρονομία. Επειδή είναι από τις ελάχιστες παρουσίες που μπορούν να μπουν σε ένα μουσείο χωρίς να το χρησιμοποιήσουν. Να σταθούν δίπλα στα αριστουργήματα χωρίς να χαθούν μέσα τους. Και να θυμίσουν ότι μερικές φορές η μεγάλη υποκριτική δεν είναι τίποτε άλλο από μια τέχνη του βλέμματος, της στάσης και της ήσυχης μεταμόρφωσης.