Πριν γίνει εικόνα νοσταλγίας, ο Μπόι Τζορτζ υπήρξε μια ερώτηση που η pop κουλτούρα δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί. Τι είναι αυτό το αγόρι με το μακιγιάζ, τα καπέλα, τις πλεξούδες, τη φωνή που ακουγόταν σαν πληγή και σαν χαμόγελο μαζί; Και γιατί έπρεπε όλοι να μάθουν τι ακριβώς ήταν;
Το νέο ντοκιμαντέρ "Boy George & Culture Club" επιστρέφει στην ιστορία του συγκροτήματος και κυκλοφορεί στις ΗΠΑ σε digital video-on-demand. Η σκηνοθέτις Άλισον Έλγουντ, που έχει υπογράψει μουσικά ντοκιμαντέρ όπως τα "The Go-Go's", "Laurel Canyon" και "Let the Canary Sing", μίλησε για μια ιστορία που, όπως λέει, μοιάζει σήμερα πιο επίκαιρη από ποτέ.
Ο λόγος δεν είναι μόνο η μουσική. Είναι το σώμα που μπήκε στο κέντρο της mainstream pop τη δεκαετία του '80 και ανάγκασε το κοινό, τα media και τη βιομηχανία να κοιτάξουν κάτι που δεν χωρούσε εύκολα στις τότε κατηγορίες. Ο Boy George, που γεννήθηκε George Alan O'Dowd, απέφευγε εκείνη την εποχή τις ερωτήσεις για τη σεξουαλικότητά του, ενώ η δημόσια συζήτηση γύρω του επέμενε σχεδόν εμμονικά στην εμφάνιση, στο φύλο και στην αμφισημία του.
Στα Grammy του 1984, όταν αναφέρθηκε στον εαυτό του ως drag queen, η περιέργεια γύρω από το αν ήταν gay φούντωσε ακόμη περισσότερο. Στο ντοκιμαντέρ, ο ίδιος επιστρέφει σε εκείνη τη λογική με μια απλή ερώτηση: αν δεν είσαι gay, γιατί σε αφορά; Η Έλγουντ λέει ότι το ίδιο ερώτημα αφορά σήμερα και τα trans άτομα, σε μια εποχή όπου η πίεση πάνω στις LGBTQ+ κοινότητες μοιάζει να γυρίζει τη συζήτηση προς τα πίσω.
Αυτό είναι το σημείο όπου το ντοκιμαντέρ ξεφεύγει από την απλή αναδρομή. Δεν αντιμετωπίζει τον Boy George μόνο ως pop φαινόμενο μιας άλλης δεκαετίας, αλλά ως έναν άνθρωπο που βρέθηκε πολύ νωρίς στο κέντρο μιας δημόσιας εμμονής: τι φοράει, τι είναι, ποιον αγαπάει, τι σημαίνει το πρόσωπό του, τι σημαίνει η φωνή του, τι σημαίνει η επιμονή του να μη χωράει ακριβώς πουθενά.
Η Έλγουντ λέει ότι, πριν μιλήσει με τον ίδιο και με τα υπόλοιπα μέλη των Culture Club, είχε ερευνήσει την ιστορία του συγκροτήματος για να ξέρει πού να σταθεί. Αυτό που την αιφνιδίασε ευχάριστα ήταν η στάση των γονιών του Boy George. Όπως λέει, περίμενε ότι ένας πατέρας εκείνης της γενιάς στο Λονδίνο θα ήταν αρνητικός απέναντι στη σεξουαλικότητά του. Αντίθετα, οι γονείς του υπήρξαν υποστηρικτικοί πριν ακόμη γίνει διάσημος.
Το φιλμ δίνει χώρο και στα υπόλοιπα μέλη των Culture Club, τον Τζον Μος, τον Ρόι Χέι και τον Μάικι Κρεγκ. Και οι τρεις μιλούν για την εκρηκτική άνοδο του συγκροτήματος, αλλά και για τη δυσκολία να υπάρχουν δίπλα σε έναν frontman που έγινε σχεδόν αμέσως μεγαλύτερος από την ίδια την μπάντα. Η δισκογραφική εταιρεία, όπως θυμούνται, είχε φτάσει να βάλει τις φωτογραφίες τους στο πίσω μέρος του εξωφύλλου του ντεμπούτου τους "Kissing to Be Clever", αφήνοντας τον Boy George να σηκώνει όλο το οπτικό βάρος.
Στην ταινία υπάρχει και η σχέση του Boy George με τον ντράμερ Τζον Μος, μια σχέση που συνδέθηκε με τη μουσική, την ένταση και τις εσωτερικές ρωγμές του συγκροτήματος. Υπάρχουν ακόμη οι εξαρτήσεις του τραγουδιστή, η πίεση της φήμης και η απογοήτευση γύρω από το τρίτο άλμπουμ των Culture Club, "Waking Up with the House on Fire", το οποίο τα μέλη της μπάντας θεωρούν ότι έγινε και κυκλοφόρησε βιαστικά.
Η Έλγουντ επιμένει ότι δεν ήθελε να σταθεί στο σκανδαλοθηρικό κομμάτι της ιστορίας. Αναφέρει, μάλιστα, ότι ο Boy George δεν θέλησε να μιλήσει αναλυτικά για έναν φίλο του που πέθανε από υπερβολική δόση στο σπίτι του. Για τη σκηνοθέτιδα, αυτό ήταν κατανοητό: άλλο η σχέση και άλλο η επιθυμία του θεάματος να ψάχνει πάντα το πιο εύκολο τραύμα.
Το ντοκιμαντέρ προσπαθεί επίσης να ξαναφέρει στο προσκήνιο τη μουσική των Culture Club πέρα από τα μεγάλα hits. Το "Do You Really Want to Hurt Me" και το "Karma Chameleon" παραμένουν τα τραγούδια με τα οποία θυμάται το ευρύ κοινό το συγκρότημα, όμως η Έλγουντ θεωρεί ότι υπάρχουν υποτιμημένες στιγμές στα επόμενα άλμπουμ, όπως το "Waking Up with the House on Fire" και το "From Luxury to Heartache". Ξεχωρίζει, μάλιστα, το "Mistake No. 3" ως ένα από τα αγαπημένα της.
Η έκρηξη των Culture Club δεν ήταν μικρή. Στο αρχειακό υλικό της ταινίας, η υστερία γύρω από το συγκρότημα θυμίζει Beatlemania. Η Έλγουντ περιγράφει σκηνές στο Τορόντο όπου άνθρωποι έχασαν πτήσεις επειδή οι δρόμοι είχαν γεμίσει τόσο πολύ, ώστε η πρόσβαση στο αεροδρόμιο είχε ουσιαστικά μπλοκάρει.
Και όμως, πίσω από αυτό το θέαμα, η σκηνοθέτις θέλει να ακουστεί ξανά η μπάντα. Όχι μόνο η εικόνα του Boy George, όχι μόνο τα ρούχα, το μακιγιάζ και η ανδρόγυνη λάμψη που καθόρισε μια εποχή, αλλά η φωνή του, η μουσικότητα του συγκροτήματος, οι σχέσεις που το έφτιαξαν και το διέλυσαν, η πραγματική δουλειά πίσω από την pop επιφάνεια.
Αυτό που κάνει το "Boy George & Culture Club" ενδιαφέρον σήμερα δεν είναι ότι μας ζητά να θυμηθούμε τα '80s. Είναι ότι μας ζητά να ξαναδούμε τι ακριβώς κοιτούσε τότε ο κόσμος όταν κοιτούσε τον Boy George.
Ένα pop είδωλο, ναι. Αλλά και μια δημόσια queer παρουσία που έβαλε την εικόνα, το φύλο, τη φωνή και την επιθυμία στο κέντρο της μαζικής κουλτούρας, πολύ πριν αυτά γίνουν αποδεκτή γλώσσα.
Ίσως γι' αυτό η ιστορία του δεν ακούγεται σήμερα σαν ανάμνηση. Ακούγεται σαν κάτι που δεν τελείωσε ποτέ.
με στοιχεία από Upi