Ένα έργο του Μαρκ Σαγκάλ πέρασε σχεδόν 20 χρόνια όχι σε μουσείο, ούτε σε ιδιωτική συλλογή, αλλά σε αποθήκη τελωνείου. Το «L’Acrobate au violon», ένα χαρακτικό του 1924, είχε κατασχεθεί στα γαλλοελβετικά σύνορα, μαζί με σχέδιο του Ossip Zadkine, επειδή δεν είχε τα απαραίτητα έγγραφα για να φύγει από τη Γαλλία. Έπειτα, όπως συμβαίνει συχνά με τις πιο παράξενες ιστορίες της τέχνης, το έργο απλώς ξεχάστηκε.
Η υπόθεση ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 2000, όταν οι γαλλικές τελωνειακές αρχές εντόπισαν σε φορτηγό με έργα τέχνης δύο κομμάτια που δεν ήταν νόμιμα δηλωμένα για εξαγωγή. Οι δύο Ελβετοί που τα μετέφεραν συνελήφθησαν και τους επιβλήθηκε πρόστιμο. Τα έργα κατασχέθηκαν και οδηγήθηκαν σε αποθήκη των τελωνείων στην ανατολική Γαλλία. Εκεί έμειναν για χρόνια, παγιδευμένα όχι σε μυστήριο, αλλά σε κάτι πολύ πιο πεζό: τη γραφειοκρατία.
Τώρα το χαρακτικό του Σαγκάλ δωρίζεται στο Μουσείο Καλών Τεχνών και Αρχαιολογίας της Μπεζανσόν, όπου θα παρουσιαστεί στο κοινό από τον Σεπτέμβριο. Για το μουσείο, η χειρονομία έχει ιδιαίτερο βάρος: είναι η πρώτη φορά που έργο του Σαγκάλ μπαίνει στη συλλογή του. Το σχέδιο του Zadkine, από το 1959, κατευθύνεται στο Musée Zadkine στο Παρίσι.
Το «L’Acrobate au violon» δεν είναι από τα έργα του Σαγκάλ που αλλάζουν τις τιμές στις δημοπρασίες. Δεν πρόκειται για πίνακα εκατομμυρίων, αλλά για χαρακτικό από έκδοση 150 αντιτύπων. Αυτό όμως δεν το κάνει αδιάφορο. Αντίθετα, κουβαλά καθαρά στοιχεία του κόσμου του: έναν ακροβάτη, ένα βιολί, μια παράλογη ισορροπία, εκείνο το ονειρικό σύμπαν όπου η πραγματικότητα μοιάζει πάντα να έχει σηκωθεί λίγο από το έδαφος.
Το έργο ανήκει σε μια περίοδο κατά την οποία ο Σαγκάλ πειραματιζόταν με τη χαρακτική, ύστερα από την επαφή του με τις τεχνικές της στο Βερολίνο και μέσα από τις παραγγελίες του μεγάλου εμπόρου τέχνης Ambroise Vollard. Ο Vollard είχε αναθέσει στον Σαγκάλ εικονογραφήσεις για έργα όπως οι «Νεκρές Ψυχές» του Γκόγκολ και οι «Μύθοι» του Λα Φοντέν. Το «L’Acrobate au violon» προέρχεται από άλλο σχετικό εγχείρημα, γύρω από ζωγράφους που έγιναν και χαράκτες.
Η ειρωνεία της ιστορίας είναι σχεδόν τέλεια. Ένα έργο φτιαγμένο από έναν καλλιτέχνη της μετακίνησης, της εξορίας, της μνήμης και των συνόρων σταμάτησε σε ένα πραγματικό σύνορο και χάθηκε μέσα στους μηχανισμούς του κράτους. Ο Σαγκάλ, γεννημένος στο Βιτέμπσκ, στη σημερινή Λευκορωσία, έζησε ανάμεσα σε χώρες, γλώσσες, πολέμους, μνήμες και εικόνες. Το μικρό του χαρακτικό έκανε κι αυτό τη δική του παράξενη διαδρομή: από τη βαλίτσα ή το φορτίο προς την Ελβετία, σε ράφι τελωνειακής αποθήκης, και από εκεί σε γαλλικό μουσείο.
Η Μπεζανσόν κερδίζει έτσι ένα έργο όχι μόνο επειδή φέρει την υπογραφή του Σαγκάλ, αλλά επειδή η ιστορία του έχει ήδη γίνει μέρος της αξίας του. Δεν είναι απλώς «ένας Σαγκάλ». Είναι ένας Σαγκάλ που παραλίγο να χαθεί στη σιωπή των διοικητικών φακέλων. Ένα έργο που δεν επέστρεψε επειδή το διεκδίκησε η αγορά, αλλά επειδή κάποιος, έστω αργά, αποφάσισε ότι ανήκει σε δημόσια συλλογή.
Και ίσως αυτό είναι το πιο γοητευτικό σημείο της ιστορίας. Μερικές φορές η τέχνη δεν εξαφανίζεται μόνο σε ιδιωτικές θυρίδες, σε παράνομες διαδρομές ή σε συλλογές που δεν ανοίγουν ποτέ. Μπορεί να εξαφανιστεί και κάτω από το βάρος μιας αποθήκης, ενός φακέλου, μιας διαδικασίας που κανείς δεν προχώρησε. Να μείνει εκεί, όχι κρυμμένη από κάποιον ιδιοφυή κλέφτη, αλλά ξεχασμένη από το ίδιο το σύστημα που την κατάσχεσε.
Τώρα, ύστερα από σχεδόν δύο δεκαετίες ακινησίας, ο ακροβάτης του Σαγκάλ βρίσκει ξανά κοινό. Και το πιο ωραίο είναι ότι μπαίνει σε ένα μουσείο όχι ως θριαμβευτικό τρόπαιο, αλλά ως μικρό μάθημα για την τύχη των έργων: άλλοτε ταξιδεύουν, άλλοτε χάνονται, άλλοτε κρατούνται στα σύνορα. Και μερικές φορές, πολύ αργότερα, επιστρέφουν στο φως.
Με στοιχεία από Artnet