Ο Γκούντερ φον Χάγκενς έκανε κάτι που έμοιαζε αδιανόητο πριν γίνει παγκόσμιο θέαμα: έβγαλε το ανθρώπινο σώμα από το ανατομείο και το έβαλε στο μουσείο. Όχι ως αναπαράσταση, όχι ως κέρινο ομοίωμα, όχι ως σχέδιο σε ιατρικό εγχειρίδιο. Ως πραγματικό σώμα, διατηρημένο, ανοιγμένο, σταματημένο για πάντα σε μια χειρονομία.
Ο Γερμανός ανατόμος, δημιουργός της πλαστινοποίησης και των αμφιλεγόμενων εκθέσεων Body Worlds, πέθανε στις 24 Ιουλίου σε νοσοκομείο της Χαϊδελβέργης, σε ηλικία 81 ετών. Είχε διαγνωστεί με νόσο Πάρκινσον το 2008 και τα τελευταία χρόνια είχε αποσυρθεί σταδιακά από την καθημερινή διαχείριση του έργου του. Το πιο αναμενόμενο και ταυτόχρονα πιο παράξενο υστερόγραφο της ζωής του είναι ότι και το δικό του σώμα θα πλαστινοποιηθεί, όπως ο ίδιος επιθυμούσε για χρόνια.
Η τεχνική που τον έκανε διάσημο γεννήθηκε το 1977, όταν ο φον Χάγκενς εργαζόταν στο Ινστιτούτο Παθολογίας και Ανατομίας του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης. Η πλαστινοποίηση αφαιρεί από το νεκρό σώμα τα υγρά και το λίπος και τα αντικαθιστά με ρητίνες, σιλικόνη ή άλλα πολυμερή. Το αποτέλεσμα είναι ένα σώμα που δεν αποσυντίθεται, μπορεί να σταθεί όρθιο, να πάρει στάση, να κοπεί σε τομές, να δείξει μυς, νεύρα, όργανα, συστήματα. Ένα σώμα που δεν είναι πια ζωντανό, αλλά ούτε και εξαφανισμένο.
Από το 1995, όταν τα πλαστινοποιημένα σώματα παρουσιάστηκαν σε εκθέσεις, το Body Worlds έγινε παγκόσμιο φαινόμενο. Σώματα έπαιζαν σκάκι, έτρεχαν, έκαναν γυμναστική, ιππεύαν άλογα, αποκάλυπταν το εσωτερικό τους σαν να συμμετείχαν σε μια παράδοξη δημόσια ανατομία. Εκατομμύρια άνθρωποι μπήκαν σε αίθουσες για να δουν αυτό που κανονικά μένει κρυφό: το σώμα κάτω από το δέρμα.
Ο ίδιος έλεγε ότι ήθελε να «δημοκρατικοποιήσει την ανατομία», να σπάσει τα ταμπού γύρω από τον θάνατο και να κάνει τους ανθρώπους να καταλάβουν καλύτερα το σώμα τους. Σε αυτό το επίπεδο, η επιτυχία του ήταν αδιαμφισβήτητη. Το Body Worlds έφερε την ανατομία έξω από την αποκλειστική γλώσσα των ειδικών και την έκανε εμπειρία μαζικού κοινού. Άνθρωποι που δεν θα πατούσαν ποτέ σε ανατομείο βρέθηκαν μπροστά σε πνεύμονες, καρδιές, τένοντες, έμβρυα, σπονδυλικές στήλες, ολόκληρα σώματα που είχαν μετατραπεί σε γνώση και εικόνα.
Αλλά εκεί ακριβώς ξεκίνησε και η διαμάχη. Ήταν εκπαίδευση ή θέαμα; Ήταν δημόσια επιστήμη ή εμπορευματοποίηση του νεκρού σώματος; Ο φον Χάγκενς επέμενε ότι τα ανθρώπινα σώματα στις εκθέσεις προέρχονταν από ανθρώπους που είχαν δώσει εν ζωή τη συγκατάθεσή τους να χρησιμοποιηθούν μετά τον θάνατό τους για ανατομική εκπαίδευση. Οι επικριτές του, όμως, έβλεπαν κάτι πιο σκοτεινό: μια αγορά συγκίνησης και σοκ, όπου το πτώμα γινόταν σκηνικό αντικείμενο, σχεδόν performance.
Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο αισθητικό. Η χρήση εμβρυϊκών και παιδικών σωμάτων, τα ζώα, οι θεατρικές πόζες και αργότερα οι καταγγελίες για την προέλευση ορισμένων σωμάτων από την Κίνα έβαλαν το Body Worlds στο κέντρο μιας μεγάλης ηθικής συζήτησης. Το 2004, δημοσιεύματα στη Γερμανία παρουσίασαν έγγραφα που φαινόταν να δείχνουν ότι μονάδα πλαστινοποίησης στην Νταλιάν είχε αγοράσει «αζήτητα» σώματα από την αστυνομία, με ορισμένα να φέρονται να είχαν σχέση με εκτελέσεις. Μετά τις αποκαλύψεις, ο φον Χάγκενς φέρεται να ζήτησε να μη γίνονται δεκτά σώματα εκτελεσμένων.
Η δημόσια εικόνα του δεν βοήθησε ιδιαίτερα να σβήσουν οι υποψίες. Με το μαύρο καπέλο του, το γιλέκο και την προκλητική του άνεση μπροστά στα νεκρά σώματα, ο φον Χάγκενς έμοιαζε συχνά να παίζει συνειδητά με τον ρόλο του ανατόμου-μάγου, του ανθρώπου που ξέρει κάτι που οι υπόλοιποι δεν αντέχουν να δουν. Το 2002, όταν πραγματοποίησε δημόσια νεκροψία στο Λονδίνο, την πρώτη στη Βρετανία εδώ και περίπου 170 χρόνια, η πράξη παρουσιάστηκε από άλλους ως εκπαιδευτικό γεγονός και από άλλους ως προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Αυτή η αμφισημία δεν έφυγε ποτέ από το έργο του. Το Body Worlds μπορεί να ήταν συγκλονιστικό ακριβώς επειδή βρισκόταν πάνω σε ένα όριο: ανάμεσα στην επιστήμη και στο freak show, στην παιδεία και στο εισιτήριο, στη γνώση και στην ηδονοβλεψία. Σε μια εποχή που το σώμα έγινε εμμονή της δημόσιας κουλτούρας,γυμναστήριο, υγεία, αισθητική, βιοτεχνολογία, αυτοβελτίωση,ο φον Χάγκενς έδειξε το σώμα μετά το τέλος όλων αυτών. Το σώμα χωρίς πρόσωπο, χωρίς επιθυμία, χωρίς ιδιωτικότητα, αλλά με απόλυτη ορατότητα.
Γεννημένος το 1945 ως Γκούντερ Γκέρχαρντ Λίμπχεν, σε περιοχή της σημερινής Πολωνίας, μεγάλωσε στην Ανατολική Γερμανία και φυλακίστηκε όταν προσπάθησε να διαφύγει στη Δύση. Το 1970, η Δυτική Γερμανία πλήρωσε για την απελευθέρωσή του ως πολιτικού κρατουμένου. Αργότερα υιοθέτησε το επώνυμο της πρώτης του συζύγου, Κορνέλια φον Χάγκενς, και έχτισε μια καριέρα που ένωσε την ιατρική, τη χειροτεχνία, το μουσείο και το σκάνδαλο.
Με τη δεύτερη σύζυγό του, Αντζελίνα Γουόλι, επιμελήθηκε και εξέλιξε το Body Worlds σε μια από τις πιο αναγνωρίσιμες εκθέσεις του κόσμου. Εκείνη ανέλαβε σταδιακά όλο και μεγαλύτερο ρόλο, καθώς η ασθένεια περιόριζε τις κινήσεις και την ομιλία του. Ο γιος του, Ρούρικ φον Χάγκενς, συμμετέχει επίσης στη συνέχιση του έργου του.
Το ερώτημα που αφήνει πίσω του είναι μεγαλύτερο από τη δική του βιογραφία. Ποιος έχει δικαίωμα να εκθέτει το νεκρό σώμα; Αρκεί η συναίνεση για να λυθούν όλα τα ηθικά ζητήματα; Πότε η γνώση γίνεται θέαμα; Και γιατί εκατομμύρια άνθρωποι θέλησαν να σταθούν μπροστά σε αυτά τα σώματα, άλλοτε με δέος, άλλοτε με αμηχανία, άλλοτε με καθαρή περιέργεια;
Ο φον Χάγκενς έλεγε ότι δεν πίστευε σε συνέχεια μετά τον θάνατο. Ότι κάθε νεκρό σώμα που είχε δει του έδειχνε την απουσία της ψυχής. Με κάποιον τρόπο, όλο του το έργο ήταν χτισμένο πάνω σε αυτή την πεποίθηση: αν μετά τον θάνατο δεν μένει ψυχή, μένει σώμα. Και αν μένει σώμα, μπορεί να γίνει γνώση, εικόνα, αντικείμενο, έκθεμα, σκάνδαλο.
Τώρα η δική του τελευταία επιθυμία μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτη. Ο άνθρωπος που έβαλε τα σώματα των άλλων σε αίθουσες, κάτω από φώτα, μπροστά σε κοινό, θα ακολουθήσει την ίδια διαδρομή. Δεν έχει ακόμη αποφασιστεί πού και πώς θα εκτεθεί. Αλλά για τον Γκούντερ φον Χάγκενς, το τέλος δεν θα είναι ταφή. Θα είναι, όπως όλα στη ζωή του, μια ακόμη δημόσια ανατομία.
Με στοιχεία από Guardian