Ο Soufiane Ababri δεν ζωγραφίζει από το κρεβάτι επειδή δεν έχει καλύτερη ιστορία να πει για τον εαυτό του. Ζωγραφίζει από το κρεβάτι επειδή εκεί, σε έναν χώρο που η ιστορία της τέχνης έχει φορτώσει με φαντασιώσεις, παθητικότητα, οριενταλισμό, σεξ, ντροπή, ξεκούραση, ασθένεια και θάνατο, μπορεί να αντιστρέψει το βλέμμα.
Ο Μαροκινός καλλιτέχνης, γεννημένος στο Ραμπάτ το 1985 και μοιρασμένος σήμερα ανάμεσα στο Παρίσι και την Ταγγέρη, έχει χτίσει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα queer εικαστικά λεξιλόγια της τελευταίας δεκαετίας: μικρά, έντονα, συχνά ερωτικά σχέδια με χρωματιστά μολύβια, όπου άνδρες επιθυμούν, ξεκουράζονται, ποζάρουν, κοκκινίζουν, εκτίθενται, γελούν, απειλούνται ή απλώς υπάρχουν έξω από τους κανόνες που τους θέλουν σιωπηλούς.
Με αφορμή τη συμμετοχή του στο House of Nisaba: New Stories of Painting στο Moderna Museet της Στοκχόλμης, μια μεγάλη ομαδική έκθεση για τις νέες αφηγήσεις της ζωγραφικής, αξίζει να τον δούμε όχι απλώς ως έναν ακόμη «queer καλλιτέχνη», αλλά ως κάποιον που έχει μετατρέψει τη χαμηλή χειρονομία του σχεδίου σε πολιτικό αρχείο επιθυμίας, διασποράς και ανδρικής ευαλωτότητας.
Τα πιο γνωστά έργα του ανήκουν στη σειρά Bedworks. Ο τίτλος είναι κυριολεκτικός: ο Ababri τα σχεδιάζει στο κρεβάτι. Όμως το κρεβάτι εδώ δεν είναι ένα χαριτωμένο βιογραφικό εύρημα. Είναι μέθοδος, στάση και πολιτική θέση.
Στην παραδοσιακή φαντασίωση της τέχνης, ο ζωγράφος στέκεται όρθιος μπροστά στο καβαλέτο του. Είναι παραγωγικός, κάθετος, κυρίαρχος, σχεδόν ηρωικός. Ο Ababri διαλέγει το αντίθετο. Ξαπλώνει. Δουλεύει σε έναν μη επαγγελματικό, ιδιωτικό χώρο, με υλικά που συχνά θεωρούνται «μικρά» ή μη ακαδημαϊκά: χρωματιστά μολύβια, crayons, παστέλ. Μιλά για περιθωριακές ζωές με εργαλεία που δεν κουβαλούν το κύρος της μεγάλης ζωγραφικής.
Αυτό έχει σημασία και για έναν ακόμη λόγο. Στην ιστορία της οριενταλιστικής ζωγραφικής, τα ξαπλωμένα σώματα ήταν συχνά σώματα προς κατοχή: γυναίκες, Άραβες, σκλάβοι, γυμνά ή ημίγυμνα πρόσωπα που υπήρχαν μέσα στην εικόνα ως αντικείμενα επιθυμίας για το δυτικό ανδρικό βλέμμα. Ο Ababri παίρνει αυτή τη θέση και την επιστρέφει αλλιώς. Δεν ξαπλώνει για να γίνει αντικείμενο. Ξαπλώνει για να κοιτάξει πίσω.
Στα σχέδιά του εμφανίζονται άνδρες, συχνά άνδρες χρώματος, μόνοι ή μαζί, σε στιγμές σεξουαλικής έντασης, τρυφερότητας, παιχνιδιού, απειλής ή καθημερινής πλήξης. Δεν υπάρχει εδώ η ψυχρή, γυαλισμένη εικόνα του queer lifestyle. Υπάρχει κάτι πιο ασταθές: επιθυμία που κουβαλά ντροπή, πόθο που ξέρει την απειλή, σώματα που έχουν μάθει να επιβιώνουν μέσα σε βλέμματα που τα φετιχοποιούν ή τα τιμωρούν.
Ο ίδιος έχει μιλήσει για την ανάγκη να ερωτικοποιεί την πολιτική και να πολιτικοποιεί το ερωτικό. Στο έργο του, η σεξουαλικότητα δεν είναι διακόσμηση ούτε πρόκληση για την πρόκληση. Είναι ένας τρόπος να μιλήσει για κυριαρχία, τάξη, αστυνομική βία, αποικιακή μνήμη, σύνορα, φτώχεια, μετανάστευση, κοινωνική ντροπή. Το ερωτικό γίνεται δείκτης. Δείχνει εκεί όπου η κοινωνία προτιμά να μη βλέπει.
Η αρρενωπότητα βρίσκεται στο κέντρο αυτής της δουλειάς, αλλά όχι ως ασφαλές αντικείμενο θαυμασμού. Ο Ababri έχει μιλήσει για μια υπερβολική, ασφυκτική αρρενωπότητα που γνώρισε μεγαλώνοντας στο Μαρόκο: σώματα που καταλαμβάνουν τον δημόσιο χώρο, φωνές, δύναμη, απειλή, επιθυμία και φόβος μαζί. Στα σχέδιά του αυτή η αρρενωπότητα δεν ακυρώνεται. Εκτίθεται, ερωτικοποιείται, αποσταθεροποιείται.
Μια από τις πιο χαρακτηριστικές χειρονομίες του είναι τα κόκκινα μάγουλα των ανδρικών μορφών του. Οι άνδρες του κοκκινίζουν. Από ντροπή, από ηδονή, από θυμό, από απώλεια ελέγχου. Το κοκκίνισμα γίνεται μια μικρή ρωγμή στο θέατρο της ανδρικής κυριαρχίας. Η στιγμή όπου το σώμα, όσο σκληρό κι αν θέλει να φαίνεται, προδίδει κάτι.
Ο Ababri δεν μιλά μόνο από μια γενική queer θέση. Η βιογραφία του έχει σημασία: Μαροκινός, gay, μετανάστης, Άραβας, μεγαλωμένος σε αραβομουσουλμανικό περιβάλλον, μέρος μιας μετα-αποικιακής γενιάς που βλέπει το σώμα της να κυκλοφορεί διαρκώς ανάμεσα στην επιθυμία, τη βία και την εξωτικοποίηση. Στη δουλειά του η queer ζωή στον αραβικό κόσμο και η εμπειρία των gay μεταναστών στη Δύση δεν εμφανίζονται σαν περιθωριακές σημειώσεις της δυτικής queer ιστορίας. Γίνονται το ίδιο το αρχείο.
Γι’ αυτό και οι αναφορές του απλώνονται από τον Jean Genet και τον James Baldwin μέχρι τον Oscar Wilde, τον Allen Ginsberg, τον Roland Barthes, τον Larry Kramer, τον Ricky Martin, τον Wolfgang Tillmans και τον Paul B. Preciado. Στη σειρά Bedwork / Yes I AM, ο Ababri παίρνει την ομοφοβική βρισιά και τη μετατρέπει σε δήλωση συγγένειας. Δεν είναι «απλώς» μια βρισιά. Είναι ένα σημείο εκκίνησης για να φτιαχτεί μια εκλεκτική οικογένεια, ένα queer πάνθεον, μια γενεαλογία ανθρώπων που έκαναν την ύπαρξή τους ορατή πριν από εκείνον.
Αυτή η δουλειά έχει ήδη περάσει σε μεγάλα θεσμικά συμφραζόμενα. Το 2024, ο Ababri παρουσίασε στο The Curve του Barbican Centre στο Λονδίνο την πρώτη του ατομική έκθεση σε μεγάλο βρετανικό θεσμό, με τίτλο Their mouths were full of bumblebees but it was me who was pollinated.
Η έκθεση ξεκινούσε από τη λέξη zamel, μια ομοφοβική βρισιά στο Μαγκρέμπ, και τη μετέτρεπε σε χώρο σχεδίου, ήχου, performance και συλλογικής μνήμης. Το ίδιο το σχήμα της Curve gallery του θύμισε το αραβικό γράμμα ز, την αρχή της λέξης που είχε ακούσει ως προσβολή.
Στο Barbican, οι χορευτές κινούνταν χαμηλά, έρποντας ή ξαπλώνοντας, σαν να αρνούνταν τη φυσική, κοινωνική εντολή να σταθούν όρθιοι. Η εικόνα αυτή συνοψίζει κάτι ουσιαστικό στο έργο του: η αντίσταση δεν χρειάζεται πάντα να μοιάζει με ηρωική ανύψωση. Μερικές φορές βρίσκεται στο να πάρεις μια θέση που σου επιβλήθηκε ως ντροπή και να τη μετατρέψεις σε γλώσσα.
Η συμμετοχή του τώρα στο House of Nisaba του Moderna Museet, μια έκθεση για τη νέα παραστατική ζωγραφική, τον τοποθετεί μέσα σε μια ευρύτερη συζήτηση για την επιστροφή της αφήγησης, του σώματος και της εικόνας στη ζωγραφική. Όμως ο Ababri δεν επιστρέφει στην παραστατικότητα για να πει απλώς ιστορίες. Επιστρέφει για να διορθώσει ποια σώματα είχαν δικαίωμα να γίνουν ιστορία.
Στο έργο του, το κρεβάτι δεν είναι φυγή από τον κόσμο. Είναι το σημείο από όπου ο κόσμος ξαναδιαβάζεται. Το χρωματιστό μολύβι δεν είναι αθώο. Είναι εργαλείο χαμηλής έντασης για μεγάλα τραύματα. Και η επιθυμία δεν είναι ιδιωτική πολυτέλεια. Είναι πεδίο όπου γράφονται αποικιακές φαντασιώσεις, ταξικές αποστάσεις, φυλετικές ιεραρχίες, φόβοι, τρυφερότητες και δικαιώματα που δεν χαρίστηκαν ποτέ.
Ο Soufiane Ababri δεν κάνει τη ζωγραφική πιο δυνατή με τον συνηθισμένο τρόπο. Δεν της δίνει μνημειακότητα, βαρύ υλικό ή μεγάλη χειρονομία. Της δίνει ευαλωτότητα. Και ακριβώς εκεί, στο ξαπλωμένο σώμα, στο κόκκινο μάγουλο, στο φτηνό μολύβι, στη βρισιά που γίνεται εικόνα, η δουλειά του αποκτά την πολιτική της ένταση.
Με στοιχεία από: Guardian, Art Basel,