Η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να βάλει τέλος σε εκκρεμείς και μελλοντικούς φορολογικούς ελέγχους σε βάρος του Αμερικανού προέδρου θεωρείται ήδη μία από τις πιο αμφιλεγόμενες και πρωτοφανείς κινήσεις στη σύγχρονη πολιτική ιστορία των ΗΠΑ.
Η συμφωνία ανακοινώθηκε από τον υπηρεσιακό γενικό εισαγγελέα Τοντ Μπλανς και συνδέεται με τον διακανονισμό αγωγής που είχε καταθέσει ο Ντόναλντ Τραμπ κατά της αμερικανικής φορολογικής υπηρεσίας IRS για τη διαρροή των φορολογικών του δηλώσεων. Ωστόσο, το περιεχόμενο της συμφωνίας ξεπερνά κατά πολύ έναν απλό εξωδικαστικό συμβιβασμό.
Σε μονοσέλιδη οδηγία που δημοσιοποιήθηκε αυτή την εβδομάδα, το υπουργείο Δικαιοσύνης αναφέρει ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα αποκλείεται «για πάντα» από το να προχωρήσει σε νέες έρευνες ή ενέργειες που αφορούν ήδη κατατεθειμένες φορολογικές δηλώσεις του Τραμπ. Στην πράξη, η απόφαση παγώνει υφιστάμενους ελέγχους της IRS και αποκλείει νέες έρευνες για προηγούμενα φορολογικά έτη.
Η συμφωνία δεν αφορά μόνο τον ίδιο τον πρόεδρο. Το κείμενο επεκτείνεται και σε μέλη της οικογένειάς του, καθώς και σε «συνδεδεμένα ή συνεργαζόμενα πρόσωπα», χωρίς να διευκρινίζεται ποιοι ακριβώς περιλαμβάνονται σε αυτή την κατηγορία.
Νομικοί αναλυτές και στελέχη των Δημοκρατικών υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει προηγούμενο στην αμερικανική ιστορία για πρόεδρο που λαμβάνει τέτοια προστασία από την ίδια κυβέρνηση που διοικεί.
Πώς βρέθηκε ο Τραμπ και στις δύο πλευρές της υπόθεσης
Η υπόθεση ξεκίνησε όταν ο Ντόναλντ Τραμπ, δύο από τους γιους του και οι επιχειρήσεις τους κατέθεσαν αγωγή ύψους 10 δισ. δολαρίων κατά της IRS για τη διαρροή φορολογικών στοιχείων. Η διαρροή είχε πραγματοποιηθεί από τον Τσαρλς Λίτλτζον, πρώην εξωτερικό συνεργάτη της υπηρεσίας, ο οποίος καταδικάστηκε αργότερα σε φυλάκιση.
Μέχρι εκείνο το σημείο, η υπόθεση θεωρούνταν μια ακόμη υψηλού προφίλ δικαστική διαμάχη. Ωστόσο, η επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο δημιούργησε ένα πρωτοφανές θεσμικό παράδοξο: ο ίδιος βρέθηκε ταυτόχρονα και στις δύο πλευρές της υπόθεσης.
Από τη μία πλευρά, ο Τραμπ ήταν ο ενάγων που στρεφόταν κατά της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ζητώντας αποζημιώσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων. Από την άλλη, ως πρόεδρος των ΗΠΑ, είναι ο πολιτικός προϊστάμενος του υπουργείου Δικαιοσύνης και της ίδιας κυβέρνησης που όφειλε να υπερασπιστεί το κράτος απέναντι στην αγωγή του.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, η κυβέρνηση διέθετε μια σειρά από νομικά επιχειρήματα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναντίον της αγωγής. Σε άλλες παρόμοιες υποθέσεις, το αμερικανικό δημόσιο είχε υποστηρίξει ότι δεν φέρει ευθύνη όταν η παραβίαση πραγματοποιείται από εξωτερικό συνεργάτη και όχι από κανονικό ομοσπονδιακό υπάλληλο. Παράλληλα, υπήρχαν ερωτήματα για το αν η αγωγή είχε κατατεθεί εκπρόθεσμα, καθώς είχαν περάσει περισσότερα από δύο χρόνια από τη στιγμή που έγινε γνωστή η διαρροή.
Παρά τα επιχειρήματα αυτά, η κυβέρνηση δεν επέλεξε να αμφισβητήσει επιθετικά την αγωγή. Αντίθετα, οι δύο πλευρές κατέληξαν σε εξωδικαστικό διακανονισμό, ο οποίος συνοδεύτηκε από την απόφαση να τερματιστούν οι φορολογικοί έλεγχοι που αφορούν τον Τραμπ και την οικογένειά του.
Είναι νόμιμη μια τέτοια συμφωνία;
Αυτό είναι πλέον το κεντρικό ερώτημα στην Ουάσινγκτον και μέχρι στιγμής κανείς δεν μπορεί να δώσει σαφή απάντηση. Νομικοί ειδικοί συμφωνούν ότι η συμφωνία κινείται σε αχαρτογράφητα νερά του αμερικανικού δικαίου και ότι δεν υπάρχει προηγούμενο με το οποίο να μπορεί να συγκριθεί.
Η κυβέρνηση διαθέτει πράγματι ευρεία εξουσία να προχωρά σε εξωδικαστικούς διακανονισμούς και να διευθετεί αγωγές εναντίον του αμερικανικού δημοσίου. Επιπλέον, η αμερικανική νομοθεσία που απαγορεύει πολιτικές παρεμβάσεις σε ελέγχους της IRS περιλαμβάνει ειδική εξαίρεση για τον γενικό εισαγγελέα. Αυτό είναι το βασικό νομικό επιχείρημα στο οποίο στηρίζεται η κυβέρνηση Τραμπ.
Ωστόσο, επικριτές της συμφωνίας υποστηρίζουν ότι η εξαίρεση αυτή δεν είχε ποτέ σχεδιαστεί για να επιτρέπει σε έναν πρόεδρο να εξασφαλίζει ουσιαστική φορολογική προστασία για τον ίδιο, την οικογένεια και τις επιχειρήσεις του.
Ο Μπράντον ΝτεΜπότ από το Tax Law Center του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης χαρακτήρισε τη συμφωνία «εκπληκτική κατάχρηση του φορολογικού και νομικού συστήματος». Σύμφωνα με τον ίδιο, το υπουργείο Δικαιοσύνης από μόνο του ενδέχεται να μην έχει καν την εξουσία να προσφέρει τόσο εκτεταμένη προστασία απέναντι σε φορολογικές διεκδικήσεις. Όπως υποστήριξε, για να εφαρμοστεί ουσιαστικά η συμφωνία θα έπρεπε να υπάρξει και ενεργός συμμετοχή της IRS, γεγονός που εγείρει νέα ερωτήματα για πιθανή πολιτική παρέμβαση στη λειτουργία της υπηρεσίας.
Ακόμη πιο περίπλοκο είναι το ερώτημα του ποιος μπορεί να προσβάλει τη συμφωνία στα δικαστήρια. Επειδή ο Τραμπ απέσυρε ήδη την αγωγή του κατά της IRS, η αρχική υπόθεση θεωρείται πλέον λήξασα. Αυτό σημαίνει ότι όποιος θελήσει να αμφισβητήσει τη συμφωνία θα πρέπει πρώτα να αποδείξει ότι υφίσταται προσωπική και άμεση βλάβη από αυτήν, κάτι που νομικοί αναλυτές θεωρούν εξαιρετικά δύσκολο.
Μπορεί ένας επόμενος πρόεδρος να ακυρώσει τη συμφωνία;
Παρά τη δραματική διατύπωση της οδηγίας του υπουργείου Δικαιοσύνης, αρκετοί νομικοί εκτιμούν ότι η συμφωνία ενδέχεται να μην είναι τόσο «οριστική» όσο παρουσιάζεται. Το έγγραφο του Τοντ Μπλανς αναφέρει ότι η κυβέρνηση αποκλείεται «για πάντα» από νέες ενέργειες που αφορούν ήδη κατατεθειμένες φορολογικές δηλώσεις του Τραμπ, ωστόσο παραμένει ασαφές αν μια μελλοντική κυβέρνηση θα θεωρήσει δεσμευτική αυτή τη δέσμευση.
Σύμφωνα με νομικούς αναλυτές που επικαλείται η Wall Street Journal, μια επόμενη κυβέρνηση ή μια νέα ηγεσία της IRS θα μπορούσε θεωρητικά να αγνοήσει τη συμφωνία και να επιχειρήσει την επανέναρξη ερευνών για παλαιότερες φορολογικές δηλώσεις του Τραμπ. Μια τέτοια κίνηση, ωστόσο, θα οδηγούσε σχεδόν βέβαια σε νέα δικαστική σύγκρουση για τη νομιμότητα της συμφωνίας και τα όρια της εξουσίας του υπουργείου Δικαιοσύνης.
Παράλληλα, η συμφωνία φαίνεται να καλύπτει μόνο φορολογικές δηλώσεις που έχουν ήδη κατατεθεί. Αυτό σημαίνει ότι μελλοντικές δηλώσεις του Τραμπ ενδέχεται να μπορούν κανονικά να ελεγχθούν από την IRS τα επόμενα χρόνια.
Βάσει της αμερικανικής φορολογικής νομοθεσίας, η IRS διαθέτει συνήθως χρονικό περιθώριο τριών ετών για να ξεκινήσει φορολογικό έλεγχο μετά την υποβολή μιας δήλωσης, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις το διάστημα αυτό μπορεί να παραταθεί. Έτσι, φορολογικές δηλώσεις που θα κατατεθούν κατά τη διάρκεια της σημερινής προεδρίας Τραμπ ενδέχεται να βρεθούν υπό εξέταση από μια επόμενη κυβέρνηση μετά το 2029.
Υπάρχει ιστορικό προηγούμενο;
Πρώην επικεφαλής της IRS που είχαν διοριστεί από Δημοκρατικούς δήλωσαν ότι δεν γνωρίζουν καμία αντίστοιχη περίπτωση στην αμερικανική ιστορία. Σύμφωνα με τους ίδιους, δεν υπάρχει προηγούμενο εν ενεργεία πρόεδρος να λαμβάνει ουσιαστική προστασία από φορολογικούς ελέγχους μέσω συμφωνίας με την ίδια κυβέρνηση που διοικεί.
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω του ιστορικού των φορολογικών ελέγχων του Τραμπ. Οι δηλώσεις του φορολογούνταν και ελέγχονταν επί χρόνια από την IRS, ενώ σύμφωνα με δημοσιεύματα αμερικανικών μέσων, οι φορολογικές υποθέσεις του αφορούσαν πιθανές υποχρεώσεις άνω των 100 εκατ. δολαρίων που συνδέονταν με επιχειρηματικές ζημιές και φορολογικές εκπτώσεις προηγούμενων ετών.
Ο ίδιος ο Τραμπ διαμαρτυρόταν επί χρόνια ότι οι έλεγχοι της IRS ήταν πολιτικά υποκινούμενοι, ακόμη και πριν επιστρέψει στον Λευκό Οίκο. Οι επικριτές του, αντίθετα, υποστηρίζουν ότι η νέα συμφωνία δημιουργεί ένα επικίνδυνο θεσμικό προηγούμενο, καθώς για πρώτη φορά ένας πρόεδρος φαίνεται να χρησιμοποιεί την εξουσία της κυβέρνησής του για να περιορίσει φορολογικούς ελέγχους που τον αφορούν προσωπικά.
Το αν η συμφωνία θα αντέξει πολιτικά και νομικά τα επόμενα χρόνια παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Ωστόσο, ακόμη και οι υποστηρικτές του Τραμπ αναγνωρίζουν ότι η υπόθεση έχει ήδη ανοίξει μια νέα και αχαρτογράφητη σύγκρουση γύρω από τα όρια της προεδρικής εξουσίας στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Με πληροφορίες από Wall Street Journal