Υπάρχει μια φωτογραφία της Κέιτ Μος με ροζ μαλλιά, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, η οποία μοιάζει να συμπυκνώνει ολόκληρη τη βρετανική δεκαετία του ’90: ομορφιά χωρίς επιτήδευση, μόδα που αρνείται τον εαυτό της και μια αίσθηση ότι κάτι πρόχειρο, νεανικό και επικίνδυνα ζωντανό μεταφέρεται ξαφνικά στο επίκεντρο της κουλτούρας.
Αυτή ακριβώς τη δεκαετία επιχειρεί να «ξαναδιαβάσει» η Tate Britain με τη μεγάλη έκθεση «The 90s: Art and Fashion», που θα εγκαινιαστεί στις 8 Οκτωβρίου 2026 και θα διαρκέσει έως τις 14 Φεβρουαρίου 2027. Την επιμέλεια υπογράφει ο Έντουαρντ Ένινφουλ (Edward Enninful), ο οποίος ως πρώην αρχισυντάκτης της βρετανικής Vogue υπήρξε ένας από τους πρωταγωνιστές που βίωσαν εκ των έσω τη μεταμόρφωση της βρετανικής αισθητικής εκείνης της περιόδου.
Η έκθεση συγκεντρώνει περισσότερα από 100 έργα από 70 και πλέον καλλιτέχνες, φωτογράφους και σχεδιαστές: από τους Young British Artists (YBAs) και τον Ντέιμιεν Χερστ, μέχρι τον Αλεξάντερ ΜακΚουίν, την Τρέισι Έμιν, τη Σάρα Λούκας, τον Στιβ ΜακΚουίν, την Κορίν Ντέι και τον Γιούργκεν Τέλερ, πλαισιωμένα από σπάνιο υλικό από τα θρυλικά κλαμπ Haçienda και Bagley’s.
Το ενδιαφέρον, ωστόσο, δεν εντοπίζεται μόνο στα ονόματα, αλλά στον τρόπο με τον οποίο η Tate επιχειρεί να απογυμνώσει τα 90s από το στερεότυπο, «γυαλισμένο» πακέτο της Cool Britannia.
Γιατί τα βρετανικά 90s έχουν πλέον αποκρυσταλλωθεί σε μια σειρά εύκολων εικόνων: Britpop, η άνοδος των Εργατικών, lifestyle περιοδικά, supermodels, rave πάρτι, ειρωνεία και νεανική αυτοπεποίθηση. Η έκθεση έρχεται να υπενθυμίσει ότι αυτή είναι μόνο η μισή ιστορία. Δίπλα στη λάμψη υπήρχαν τα ζητήματα της φυλής και της τάξης, η κρίση του AIDS, η αστυνομική βία, οι queer κοινότητες και η οικονομική επισφάλεια , φωνές και σώματα που δεν χωρούσαν πάντα στο επίσημο αφήγημα της βρετανικής αισιοδοξίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι η παρουσίαση της έκθεσης έγινε στο Groucho Club, το ιστορικό στέκι του Σόχο που ταυτίστηκε με τη μυθολογία της εποχής. Εκεί, ο Ένινφουλ μίλησε για τα 90s όχι ως ένα ενιαίο ρεύμα, αλλά ως μια «ενέργεια»: μια άρνηση της ιεραρχίας και μια βαθιά πίστη ότι νέες, αντισυμβατικές φωνές έπρεπε να ακουστούν στην τέχνη και τη μόδα.
Αυτό είναι και το κλειδί της έκθεσης: δεν αντιμετωπίζει τη μόδα ως «διακόσμηση» της τέχνης, ούτε την τέχνη ως τον «σοβαρό αδελφό» της μόδας. Τις αντιμετωπίζει ως συγκοινωνούντα δοχεία, ακριβώς όπως κυκλοφορούσαν τότε: μαζί, μέσα στις σελίδες των περιοδικών, στα dancefloors, στις γκαλερί και στις πασαρέλες.
Τα 90s ήταν η στιγμή που μια φωτογραφία μόδας μπορούσε να λειτουργήσει ως κοινωνικό ντοκουμέντο και ένα έργο τέχνης να καταναλωθεί ως ποπ γεγονός.
Η διαδρομή ξεκινά από τη DIY και anti-fashion αισθητική, με τις φωτογραφίες των Κορίν Ντέι, Νάιτζελ Σάφραν και Γιούργκεν Τέλερ για περιοδικά όπως το i-D και το Dazed & Confused. Εκεί γεννήθηκε μια εικόνα εσκεμμένα ακατέργαστη (το λεγόμενο grunge) που έμοιαζε να αποτυπώνει το «πριν» ή το «μετά» μιας έντονης νύχτας. Δεν ήταν απλώς στυλ, ήταν μια αντίδραση στην πολιτική σκληρότητα και την ταξική ένταση της προηγούμενης δεκαετίας.
Παράλληλα, καλλιτέχνιδες όπως η Τζένι Σαβίλ, η Γκίλιαν Γουέρινγκ, η Μπάρμπαρα Γουόκερ και η Σαμ Τέιλορ-Τζόνσον χρησιμοποίησαν το σώμα, την ταξική γλώσσα και τη δημόσια έκθεση ως υλικά μιας νέας βρετανικής τέχνης που αρνούνταν πια να είναι «ευγενική».
Η νυχτερινή ζωή κατέχει κεντρική θέση στην αφήγηση. Το φιλμ Fiorucci Made Me Hardcore του Μαρκ Λέκι, οι εικόνες από τη Haçienda στο Μάντσεστερ και τα queer club nights, θυμίζουν ότι η ιστορία της δεκαετίας γράφτηκε εξίσου στα ιδρωμένα dancefloors όσο και στις γκαλερί. Τα ρούχα τότε δεν ήταν απλώς ενδύματα, αλλά η «στολή» μικρών κοινοτήτων που διεκδικούσαν τον δικό τους χώρο.
Το πολιτικό βάθος της έκθεσης αναδεικνύεται μέσα από έργα που αμφισβητούν την ιδέα μιας ανέμελης Βρετανίας. Το Bear του Στιβ ΜακΚουίν φέρνει στο προσκήνιο μια φορτισμένη αναμέτρηση γύρω από τη φυλή και τη σεξουαλικότητα. Το βραβευμένο με Turner Prize έργο του Κρις Οφίλι, No Woman, No Cry, είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Στίβεν Λόρενς, που δολοφονήθηκε σε ρατσιστική επίθεση το 1993, ενώ ο Χαμάντ Μπατ δίνει φωνή στην οδύνη της κρίσης του AIDS.
Αυτά τα στοιχεία καθιστούν την έκθεση κάτι πολύ παραπάνω από μια νοσταλγική αναδρομή. Η Tate αναδεικνύει τα 90s ως μια εποχή σύγκρουσης: ποιος είχε δικαίωμα στην ορατότητα και ποιος έμενε στο περιθώριο της εθνικής εικόνας;
Στη μόδα, αυτή η ρήξη παίρνει θεαματικές διαστάσεις. Ο Αλεξάντερ ΜακΚουίν μετέτρεψε την πασαρέλα σε θέατρο βίας και ιστορίας, ο Χουσεΐν Τσαλαγιάν ενσωμάτωσε την αρχιτεκτονική στο ένδυμα, ενώ σχεδιαστές όπως ο Όζγουαλντ Μπόατενγκ και ο Τζο Κέισλι-Χέιφορντ άνοιξαν τον δρόμο για τη μαύρη βρετανική δημιουργία. Η Βίβιεν Γουέστγουντ και ο Τζον Γκαλιάνο, από την άλλη, αναδόμησαν το βρετανικό παρελθόν μέσα από την υπερβολή.
Η έκθεση κλείνει με καλλιτέχνες όπως ο Γίνκα Σονιμπάρε και η Μοντ Σάλτερ, οι οποίοι μετατρέπουν τα 90s σε ένα πεδίο ερωτημάτων για την τάξη, τη φυλή και την πρόσβαση στην εξουσία.
Ίσως αυτό εξηγεί γιατί η δεκαετία αυτή επιστρέφει διαρκώς σήμερα, στο TikTok, στο styling και στη νοσταλγία των νεότερων γενεών. Η Tate Britain δείχνει ότι τα 90s δεν ήταν απλώς ένα «look». Ηταν η στιγμή που τα σύνορα ανάμεσα στο υψηλό και το χαμηλό, το μουσείο και τον δρόμο, κατέρρευσαν οριστικά.
Πίσω από την Κέιτ Μος και τα πάρτι, υπήρχε μια χώρα που προσπαθούσε να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό της. Και όπως φαίνεται, τριάντα χρόνια μετά, αυτή η διαδικασία παραμένει ακόμα ανοιχτή.
Με στοιχεία από: Guardian, The Art Newspaper, Dazed