Ο Walter Pfeiffer δεν κυνηγά την ομορφιά σαν κάτι άπιαστο ή τέλειο. Τη βλέπει σαν κάτι που περνά ξαφνικά από μπροστά σου: σε ένα σώμα, σε μια κίνηση, σε μια σχέση, σε ένα βλέμμα που δεν πρόλαβε να οργανωθεί. Ίσως γι’ αυτό η μεγάλη του αναδρομική στο Τορίνο μοιάζει τόσο σωστή.
Όχι σαν μνημείο για έναν «σημαντικό» φωτογράφο, αλλά σαν μια ζωντανή διαδρομή μέσα από έξι δεκαετίες εικόνων. Στις 30 Απριλίου η Pinacoteca Agnelli ανοίγει το «Walter Pfeiffer: In Good Company», μια έκθεση με περισσότερα από 100 έργα, από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 μέχρι σήμερα.
Ο Pfeiffer είναι σήμερα 80 ετών και παραμένει μια από τις πιο διακριτικές αλλά καθοριστικές μορφές της ευρωπαϊκής φωτογραφίας. Πολύ πριν η queer εικόνα, η ανδρική ομορφιά και η ερωτική οικειότητα γίνουν σχεδόν κοινός τόπος στη μόδα και στη σύγχρονη φωτογραφία, εκείνος ήδη δούλευε προς αυτή την κατεύθυνση.
Με νεαρούς άνδρες, φίλους, μούσες, σώματα, χρώμα, χιούμορ και μια αίσθηση ελευθερίας που δεν χρειαζόταν ποτέ να φωνάξει για να επιβληθεί. Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα το όνομά του επιστρέφει όλο και πιο συχνά όταν μιλάμε για μια ολόκληρη φωτογραφική γλώσσα που αργότερα έγινε σχεδόν παντού ορατή.
Το πιο ωραίο είναι ότι ο ίδιος δεν μιλά σαν άνθρωπος που κάνει απολογισμό ζωής. Στη συνέντευξή του στο 10 Books 10 Colors λέει ότι δεν τον νοιάζει τόσο να κοιτάζει προς τα πίσω. Τον ενδιαφέρει περισσότερο αυτό που κάνει τώρα. Δουλεύει καθημερινά για την έκθεση, αφήνει χώρο στη στιγμή, δεν θέλει να ελέγχει τα πάντα, δεν πιστεύει πολύ στον υπερσχεδιασμό. Και όταν μιλά για το έργο του, επιστρέφει ξανά και ξανά στο ίδιο πράγμα: ότι η ομορφιά δεν οργανώνεται, συμβαίνει.
Εκεί βρίσκεται ίσως και το μυστικό της φωτογραφίας του. Ο Pfeiffer δεν θέλει να εξουσιάσει την εικόνα. Δεν θέλει να τη στύψει μέχρι να βγάλει το νόημά της. Δεν διαλέγει ανθρώπους από πρακτορεία για τις προσωπικές του λήψεις, δεν στήνει τους πάντες σαν να πρόκειται για διαφήμιση, δεν δίνει οδηγίες μέχρι να πεθάνει η στιγμή. Θέλει απλώς να είναι εκεί όταν κάτι ανοίγει. Και αυτή η πίστη στο αυθόρμητο είναι που κράτησε τη δουλειά του τόσο ζωντανή: ανάμεσα στη μόδα και στην προσωπική φωτογραφία, ανάμεσα στην τρυφερότητα και στον ερωτισμό, ανάμεσα στην επιφάνεια και στην οικειότητα.
Υπάρχει και κάτι ακόμη πολύ όμορφο στον τρόπο που στέκεται σήμερα απέναντι στη δουλειά του. Παρότι έχει περάσει δεκαετίες μέσα στον κόσμο της εικόνας, εξακολουθεί να λέει ότι νιώθει amateur με την καλύτερη έννοια: κάποιος που δουλεύει από αγάπη και όχι από καθήκον. Αρνήθηκε θέσεις διδασκαλίας για να κρατήσει χρόνο και ελευθερία για τη δική του δουλειά. Και όταν τον ρωτούν τι έχει μεγαλύτερη σημασία τώρα, λίγο πριν τα 80, η απάντησή του είναι σχεδόν γυμνή: ότι μπορεί ακόμη να δουλεύει, ότι το μυαλό του είναι ακόμη εκεί, ότι αν έρθει η ομορφιά, θα την ακολουθήσει.
Ίσως γι’ αυτό αυτή η έκθεση να μοιάζει πιο μεγάλη από μια απλή αναδρομή. Όχι μόνο επειδή δίνει θεσμικό βάρος σε έναν καλλιτέχνη που το άξιζε εδώ και χρόνια, αλλά επειδή ξαναφέρνει μπροστά ένα βλέμμα που δεν πίστεψε ποτέ στη φασαρία της εικόνας όσο πίστεψε στην ήσυχη, ερωτική και βαθιά ανθρώπινη δύναμή της.
Ο Walter Pfeiffer μοιάζει να θυμίζει κάτι που η σημερινή οπτική κουλτούρα ξεχνά όλο και πιο εύκολα: ότι η ομορφιά δεν κατασκευάζεται πάντα. Μερικές φορές απλώς περνά από μπροστά σου και πρέπει να είσαι εκεί για να τη δεις.