Για περισσότερο από δύο αιώνες, οι τουρίστες κατεβαίνουν κάτω από τους δρόμους του Παρισιού για να επισκεφθούν τις κατακόμβες, έναν υγρό και μακάβριο λαβύρινθο γεμάτο με τα λείψανα έως και έξι εκατομμυρίων Παριζιάνων.
Από το δάπεδο μέχρι την οροφή, τα πάντα είναι καλυμμένα με κόκαλα, μηριαίο οστό δίπλα σε μηριαίο οστό, κρανίο δίπλα σε κρανίο, που προσελκύουν 600.000 επισκέπτες ετησίως.
Μέρη αυτών των ζοφερών διαδρόμων έχουν πλέον υποστεί μια αναγκαία ανακαίνιση.
Οι κατακόμβες του Παρισιού
Τους τελευταίους πέντε μήνες, αρχιτέκτονες, σχεδιαστές, τεχνικοί και χτίστες ανακαινίζουν αυτόν τον τεράστιο τάφο — εγκαθιστώντας νέα συστήματα φωτισμού και εξαερισμού, αποκαθιστώντας τους τοίχους από οστά και προετοιμάζοντας νέους ηχητικούς οδηγούς. Ορισμένα στοιχεία στις κατακόμβες, που προηγουμένως δεν φωτίζονταν, θα είναι πλέον ορατά στους επισκέπτες.
Στόχος, όπως αναφέρουν οι επιμελητές, είναι η διατήρηση του χώρου και η βελτίωση της προσβασιμότητάς του, χωρίς να χαθεί η μελαγχολική και μυστηριώδης ατμόσφαιρά του.
«Ο στόχος δεν είναι να το μετατρέψουμε σε Disneyland», δήλωσε η Ιζαμπέλ Κναφού, διευθύντρια των κατακομβών.
Ο λαβύρινθος εκτείνεται σε εκατοντάδες χιλιόμετρα, και το τμήμα μήκους ενός χιλιομέτρου που μπορεί να επισκεφθεί το κοινό θα ξανανοίξει την Τετάρτη. Οι «αίθουσες» είναι ουσιαστικά οι σήραγγες των λατομείων, που ανασκάφηκαν για πρώτη φορά κατά τη ρωμαϊκή εποχή. Το δίκτυο μετατράπηκε τον 18ο αιώνα για να προσφέρει μια καινοτόμο λύση σε ένα φρικτό πρόβλημα: τα νεκροταφεία της πόλης είχαν ξεχειλίσει, προκαλώντας προβλήματα υγιεινής.
Το 1785, οι αρχές άρχισαν να μεταφέρουν τους νεκρούς υπόγεια, πετώντας τα οστά ανθρώπων που έζησαν από τον 10ο έως τον 18ο αιώνα σε τμήματα των εγκαταλελειμμένων σηράγγων, τα οποία έγιναν γνωστά ως οστεοφυλάκιο ή τάφος.
Τον 19ο αιώνα, ο Λουί-Ετιέν Ερικάρ ντε Τιρί, ένας ανώτερος αξιωματούχος που εποπτεύε τα λατομεία, μετέτρεψε τους σωρούς των οστών σε ένα υπόγειο μουσείο. Υπό την επίβλεψή του, οι εργάτες αναδιάταξαν τα λείψανα δημιουργώντας διακοσμητικούς τοίχους και κίονες από μηριαία οστά, κνήμες και κρανία — και οι κατακόμβες άνοιξαν επίσημα για το κοινό το 1809. Μηνύματα, χαραγμένα στην πέτρα, προσκαλούσαν τους θεατές να αναλογιστούν τη δική τους θνητότητα. «Πού είναι ο θάνατος;» γράφει ένα από αυτά. «Πάντα μπροστά ή πίσω, τη στιγμή που φτάνει, έχει ήδη φύγει».
Ο χώρος δεν προοριζόταν ποτέ να είναι εντυπωσιακός, τόνισε η Κναφού. «Αντιθέτως», σημείωσε, «ήταν για να τονίσει τη σοβαρότητα και να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα σεβασμού».
Δύο αιώνες επισκεπτών έφεραν υγρασία και διοξείδιο του άνθρακα, τα οποία συνέβαλαν στην κατάρρευση των τοίχων και τη μούχλα στα οστά. Ένα ερειπωμένο ηλεκτρικό σύστημα, σχεδόν ανέγγιχτο από το 1974, δεν βοήθησε καθόλου.
Η κύρια πρόκληση για τους συντηρητές ήταν να διασφαλίσουν ότι οι ανακαινίσεις δεν θα έθεταν σε κίνδυνο την υποβλητική ουσία του χώρου, είπε η Κναφού.
Συντήρηση και ανακαίνιση
«Η πρώτη προτεραιότητα είναι, πάνω απ' όλα, η διατήρηση του χώρου και η διατήρηση μιας ισορροπίας μεταξύ της επίσκεψης και της συντήρησης των λειψάνων», πρόσθεσε.
Η Μελίσα Καϊραλά, επικεφαλής αρχιτέκτονας του έργου, ανέφερε ότι αποδείχθηκε επίσης δύσκολο να βρεθούν εργαζόμενοι που να είναι αρκετά υγιείς και πρόθυμοι να εργαστούν σε βάθος 18 μέτρων κάτω από το έδαφος, ανεβοκατεβαίνοντας επανειλημμένα σκάλες κάθε μέρα, δουλεύοντας σε στενούς και υγρούς χώρους, περιτριγυρισμένοι από οστά.
«Στην αρχή του έργου, κάποιοι είπαν: 'Φεύγουμε'», είπε.
Ο Φλοριάν Ρομπέν, τεχνικός φωτισμού, είπε ότι η ιστορική σημασία του έργου τον είχε παρακινήσει να παραβλέψει τις υλικοτεχνικές προκλήσεις. Ο Ρομπέν, ο οποίος βοήθησε στην αποκατάσταση του καθεδρικού ναού της Παναγίας των Παρισίων μετά από μια καταστροφική πυρκαγιά το 2019, είπε ότι έβλεπε την ανακαίνιση των κατακομβών ως μια ακόμη συμβολή στην κληρονομιά του Παρισιού. «Τις επαναφέρει στη ζωή», είπε, εγκαθιστώντας φωτισμό που αναδεικνύει καλύτερα τον χώρο.
Περιτριγυρισμένοι από κουβάδες με σκελετικά υπολείμματα, οι επικεφαλής λιθοξόοι Λοΐκ Ντολέ και Φλοράν Μπασταρολί αποκαθιστούσαν τους τοίχους τοποθετώντας τα οστά στη θέση τους χωρίς να χρησιμοποιούν τσιμέντο ή άλλα υλικά που θα μπορούσαν να προκαλέσουν ζημιά.
Η ιδέα είναι να δημιουργηθούν σειρές μηριαίων και κνημιαίων οστών που εναλλάσσονται με σειρές κρανίων, σχηματίζοντας τοίχους πίσω από τους οποίους συσσωρεύονται τα υπόλοιπα οστά, πολλά από τα οποία δεν είναι ορατά.
Κοιτάζοντας το μακάβριο μωσαϊκό, ο Μπασταρολί είπε: «Μας επαναφέρει στη θέση μας ως θνητοί».
Ο Ντολέ παραδέχτηκε ότι η εργασία με ανθρώπινο υλικό του είχε προκαλέσει κάποια αναστάτωση.
«Αν σκεφτείς πραγματικά το έργο, είναι απάνθρωπη δουλειά», είπε. «Δεν πρέπει να χειρίζεσαι τους προγόνους σου με αυτόν τον τρόπο».
Μετά από τρία χρόνια εργασίας στις κατακόμβες, πρόσθεσε ο Ντολέ, εξακολουθεί να σοκάρεται από κάποια πράγματα που βλέπει. Στριμμένα οστά που υποδηλώνουν ότι κάποτε ανήκαν σε παραμορφωμένα άκρα. Τρυπημένα κρανία που υποδηλώνουν ότι είχαν υποβληθεί σε θεραπεία για οίδημα εγκεφάλου ή άλλες ασθένειες.
«Σκέφτεσαι, η ζωή δεν ήταν εύκολη για όλους», είπε.
Με πληροφορίες από The New York Times