Η Βραζιλιάνα καλλιτέχνις Teresinha Soares πέθανε την Τρίτη 31 Μαρτίου στο Μπέλο Οριζόντε, σε ηλικία 99 ετών. Σύμφωνα με τις έως τώρα αναφορές, είχε νοσηλευτεί έπειτα από κάταγμα μηριαίου και δεν ανέκαμψε.
Γεννημένη το 1927 στην Araxá της πολιτείας Minas Gerais, η Soares ανήκει στις μορφές που έδωσαν άλλη διάσταση στη βραζιλιάνικη νεοπαραστατική σκηνή. Η δουλειά της κινήθηκε ανάμεσα στη ζωγραφική, τη χαρακτική, το αντικείμενο, την εγκατάσταση και το performance, με σταθερό άξονα το σώμα, την επιθυμία, τη γυναικεία ελευθερία και τη σύγκρουση με τις κοινωνικές συμβάσεις. Η ίδια έλεγε ότι θεωρούσε το σώμα «άξονα της ποιητικής» της και επέμενε ότι αυτά τα ζητήματα παραμένουν ανοιχτά μέχρι σήμερα
Αν και συχνά εντάχθηκε στη συζήτηση γύρω από μια βραζιλιάνικη εκδοχή της pop, η Soares είχε ξεκαθαρίσει ότι το πλαίσιο στη Βραζιλία ήταν ριζικά διαφορετικό από εκείνο των ΗΠΑ. Όπως έλεγε στην Tate, θεωρούσε τον εαυτό της Βραζιλιάνα καλλιτέχνιδα με επιρροές από την pop art, αλλά μέσα σε μια συνθήκη όπου η τέχνη έπρεπε να συνομιλεί με τη λογοκρισία, την πολιτική καταπίεση και τις κοινωνικές εντάσεις της στρατιωτικής δικτατορίας.
Στα έργα της εμφανίζονται στόματα, στήθη, γυμνά σώματα, ερωτικά ζεύγη, θραύσματα εικόνων από τα media και αναφορές στη θρησκεία, στην καθημερινότητα και στη λαϊκή κουλτούρα. Αυτή η γλώσσα δεν λειτουργούσε απλώς ως πρόκληση. Η Soares τη χρησιμοποιούσε για να μιλήσει για τη σεξουαλική καταπίεση, τις σχέσεις ανδρών και γυναικών, την καταπίεση των γυναικών, την έλλειψη ελευθερίας έκφρασης και την πολιτική βία της εποχής της, από τον πόλεμο του Βιετνάμ μέχρι τον αυταρχισμό στη Βραζιλία.
Από τα πιο χαρακτηριστικά έργα της είναι το Caixa de fazer amor του 1967, ένα διαδραστικό assemblage που έφερε το ερωτικό στοιχείο στο κέντρο της εμπειρίας του θεατή, και το Camas του 1970, όπου τα κρεβάτια μετατρέπονταν σε γλυπτική και συμμετοχική εγκατάσταση. Η λογική πίσω από αυτά τα έργα ήταν καθαρή: το σώμα δεν παρουσιαζόταν ως αντικείμενο παρατήρησης αλλά ως τόπος εμπειρίας, επιθυμίας, παιχνιδιού και σύγκρουσης.
Η πορεία της ως καλλιτέχνιδας υπήρξε σχετικά σύντομη. Ξεκίνησε να παράγει έργο το 1965 και σταμάτησε το 1976, μια απόφαση που αργότερα έλεγε ότι δεν μπορούσε να εξηγήσει πλήρως. Παρ’ όλα αυτά, μέσα σε λίγο περισσότερο από μία δεκαετία άφησε ισχυρό αποτύπωμα στη βραζιλιάνικη avant-garde, συμμετείχε σε τρεις Μπιενάλε του Σάο Πάολο και συνδέθηκε με τολμηρές μορφές καλλιτεχνικής και πολιτικής αμφισβήτησης.
Είχε επίσης μια ασυνήθιστη δημόσια διαδρομή ήδη πριν από την τέχνη: ήταν η πρώτη γυναίκα που εξελέγη δημοτική σύμβουλος στην Araxá, την πόλη όπου γεννήθηκε. Αυτή η πολιτική και κοινωνική αυτοπεποίθηση πέρασε αργότερα και στο έργο της, το οποίο αντιμετώπισε σφοδρές αντιδράσεις από συντηρητικούς κύκλους, τον Τύπο και την καθολική ηθική της εποχής.
Η διεθνής επανανακάλυψή της ήρθε αρκετά αργά. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η συμμετοχή της στην έκθεση The World Goes Pop στην Tate Modern το 2015, όπου παρουσιάστηκε μέσα από το πρίσμα μιας πιο παγκόσμιας ιστορίας της pop, πέρα από τον στενό αμερικανικό κανόνα. Ακολούθησαν η αναδρομική Who’s Afraid of Teresinha Soares? στο MASP το 2017 και η ένταξή της στο Radical Women: Latin American Art, 1960-1985, που εδραίωσαν τη θέση της ως πρωτοπόρας μορφής της λατινοαμερικανικής φεμινιστικής και πολιτικά φορτισμένης τέχνης.
Ο θάνατός της επαναφέρει στο προσκήνιο μια καλλιτέχνιδα που μίλησε νωρίς και ανοιχτά για το γυναικείο σώμα, την ηδονή, τη βία της καταπίεσης και την ελευθερία της έκφρασης, πολύ πριν αυτά γίνουν σταθερό μέρος του διεθνούς ιδρύματος της τέχνης. Η Teresinha Soares δεν υπήρξε απλώς μια τολμηρή φωνή της εποχής της. Υπήρξε μια μορφή που έδειξε πως το προσωπικό, το ερωτικό και το πολιτικό μπορούν να συνυπάρχουν στο ίδιο έργο χωρίς να χάνουν ούτε τη δύναμη ούτε το ρίσκο τους.