Καθώς η Γαλλία εκλέγει χιλιάδες δημάρχους, ένας δισεκατομμυριούχος που δεν ζει καν στη χώρα επιχειρεί να επηρεάσει το πολιτικό της μέλλον, χρηματοδοτώντας δίκτυα, υποψηφίους και οργανώσεις που κινούνται στον χώρο της ακροδεξιάς.
Ο Πιερ-Εντουάρ Στερέν, επιχειρηματίας με περιουσία περίπου 1,85 δισ. δολάρια, έχει διοχετεύσει τα τελευταία χρόνια δεκάδες εκατομμύρια ευρώ σε think tanks, εκπαιδευτικά προγράμματα, μέσα ενημέρωσης και influencers, με στόχο –όπως λέει– να «διασφαλίσει ότι η Γαλλία δεν θα εξαφανιστεί».
Ο ίδιος δηλώνει ότι εμπνεύστηκε από τον Τζορτζ Σόρος, επιχειρώντας μια αντίστοιχη παρέμβαση από τη δεξιά πλευρά του πολιτικού φάσματος. Μέσω των πρωτοβουλιών που χρηματοδοτεί, προωθεί μια ατζέντα έντονα αντιμεταναστευτική, οικονομικά φιλελεύθερη και κοινωνικά συντηρητική, με έμφαση στον καθολικισμό και περιορισμό της παρουσίας του Ισλάμ στη δημόσια ζωή.
Ένα από τα προγράμματά του έχει εκπαιδεύσει, σύμφωνα με τον ίδιο, τουλάχιστον 4.000 δεξιούς υποψηφίους για τις δημοτικές εκλογές. Σε ένα εκλογικό σύστημα όπου οι τοπικοί αιρετοί παίζουν ρόλο στην εκλογή των γερουσιαστών, η παρέμβασή του μπορεί να έχει ευρύτερες πολιτικές συνέπειες.
Το ακροδεξιό όραμα του δισεκατομμυριούχου για τη Γαλλία
«Ονειρεύομαι μια Γαλλία που θα είναι ξανά οικονομικά ισχυρή και θα επανασυνδεθεί με τις αξίες της, αγκαλιάζοντας τις χριστιανικές της ρίζες», δηλώνει ο 52χρονος επιχειρηματίας.
Το όραμά του περιλαμβάνει δραστικό περιορισμό της μετανάστευσης, ιδίως από μουσουλμανικές χώρες. Προτείνει επίσης απελάσεις μεταναστών χωρίς χαρτιά, γενικευμένη απαγόρευση της μουσουλμανικής ενδυμασίας σε δημόσιους χώρους και κατάργηση των χαλάλ γευμάτων στα σχολεία.
«Είμαι ακόμη πιο δεξιά από την άκρα δεξιά στο ζήτημα της μετανάστευσης», δηλώνει, εκφράζοντας παράλληλα την άποψη ότι η Γαλλία θα μπορούσε σε 50 χρόνια να μετατραπεί σε «ισλαμική δημοκρατία», αν δεν αλλάξει πορεία.
Ο Στερέν τάσσεται επίσης υπέρ της απαγόρευσης των αμβλώσεων, της κατάργησης του κοινωνικού κράτους, της ιδιωτικοποίησης της υγείας και της εκπαίδευσης και της μείωσης της φορολογίας. «Είμαι ένθερμος υποστηρικτής του ανταγωνισμού», τονίζει.
Οι επικριτές του χαρακτηρίζουν το σχέδιό του επικίνδυνο και βαθιά αντιδημοκρατικό. Η Φανελί Καρέ-Κοντ, επικεφαλής της οργάνωσης La Cimade, μιλά για «μαχαιριά» στις αρχές της ισότητας, υποστηρίζοντας ότι με τέτοιες θέσεις «δεν υπάρχει πλέον περιθώριο για κοινή κοινωνική συνύπαρξη».
Ο ίδιος απορρίπτει τις κατηγορίες περί ρατσισμού και ισλαμοφοβίας, χαρακτηρίζοντάς τες «πολιτικά όπλα», και επιμένει ότι υπερασπίζεται την «πραγματική ισότητα».
Η επιρροή του προκαλεί ανησυχία σε μια χώρα όπου η ιδιωτική χρηματοδότηση της πολιτικής παραδοσιακά είναι περιορισμένη. Γάλλοι βουλευτές έχουν ήδη ξεκινήσει έρευνα για τη δραστηριότητά του και για το κατά πόσο η χρηματοδότηση οργανώσεων επηρεάζει το πολιτικό σύστημα.
Ο πρώην πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ σημειώνει ότι η ιδιαιτερότητα της παρέμβασης του Στερέν είναι πως επεκτείνεται σε τομείς όπου η ακροδεξιά δεν είχε έως τώρα ισχυρή παρουσία, όπως ο πολιτισμός, η εκπαίδευση και η κοινωνία των πολιτών.
Γαλλία: Ποιος είναι ο Πιερ-Εντουάρ Στερέν
Ο Στερέν απέκτησε την περιουσία του μέσω της εταιρείας Smartbox και του επενδυτικού ομίλου Otium Capital. Το 2012 μετέφερε τη φορολογική του έδρα στο Βέλγιο για να αποφύγει τη βαριά φορολόγηση των πλουσίων στη Γαλλία.
Τα τελευταία χρόνια έχει στραφεί έντονα στον καθολικισμό, δηλώνοντας ότι σκοπεύει να δωρίσει το 99% της περιουσίας του «για να υπηρετήσει τον Χριστό», ενώ έχει θέσει ως προσωπικό στόχο ακόμη και την αγιοποίηση.
Το 2023 ίδρυσε την οργάνωση Périclès, μέσω της οποίας χρηματοδοτεί δεξιά πολιτικά πρότζεκτ, μέσα ενημέρωσης και ομάδες που αντιτίθενται στη μετανάστευση και στη λεγόμενη «woke» ιδεολογία. Η οργάνωση έχει χρηματοδοτήσει δεκάδες πρωτοβουλίες, χωρίς να δημοσιοποιεί πλήρως τα στοιχεία, επικαλούμενη λόγους ασφαλείας.
Παρά την αυξανόμενη επιρροή του, ο ίδιος δηλώνει ότι δεν σκοπεύει να επιστρέψει άμεσα στη Γαλλία. «Θα επιστρέψω όταν νιώσω ότι είναι ένα καλό μέρος για να ζει κανείς», λέει, προσθέτοντας ότι σκέφτεται ακόμη και το ενδεχόμενο να μετακομίσει στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Με πληροφορίες από New York Times