Σε μια περίοδο όπου η χρηματοδότηση των τεχνών παραμένει εύθραυστη, το πρόγραμμα «Dance Reflections» της Van Cleef & Arpels επιχειρεί να λειτουργήσει όχι απλώς ως χορηγός, αλλά ως θεσμικός μεσολαβητής ανάμεσα στη χορογραφική ιστορία και τη σύγχρονη δημιουργία.
Η πρωτοβουλία, που ξεκίνησε το 2019, αποτελεί ένα διεθνές πρόγραμμα στήριξης και επιμέλειας αφιερωμένο στον σύγχρονο χορό. Περιλαμβάνει οικονομική ενίσχυση καλλιτεχνών και ομάδων, αναβιώσεις ιστορικών έργων, αναθέσεις νέων παραγωγών και εκπαιδευτικές δράσεις. Στη φετινή της εκδοχή, που εξελίσσεται έως τις 21 Μαρτίου, το φεστιβάλ επιστρέφει στη Νέα Υόρκη με 16 παραστάσεις σε χώρους όπως το New York City Center, το BAM, το Park Avenue Armory, το Guggenheim και το Joyce Theater.
Το πρόγραμμα επιδιώκει να τοποθετήσει την κληρονομιά του μεταμοντέρνου χορού σε διάλογο με σύγχρονες χορογραφικές φωνές. Έργα όπως το Biped (1999) του Merce Cunningham —πρωτοποριακό για την ενσωμάτωση motion capture και ψηφιακής προβολής— παρουσιάζονται εκ νέου, ενώ η σειρά Early Works της Lucinda Childs επαναφέρει στο προσκήνιο τη ρυθμική, μινιμαλιστική γλώσσα που διαμόρφωσε τη σκηνή της downtown Νέας Υόρκης τις δεκαετίες του ’60 και ’70.
Παράλληλα, το φεστιβάλ φιλοξενεί νέες παραγωγές και αμερικανικές πρεμιέρες. Ο Χρήστος Παπαδόπουλος παρουσιάζει το Mycelium, εμπνευσμένο από τα υπόγεια δίκτυα μυκήτων και την ιδέα της συλλογικής νοημοσύνης. Η Robyn Orlin καταπιάνεται με τις κοινωνικές εντάσεις της Νότιας Αφρικής, ενώ η Nacera Belaza προσεγγίζει τον χορό μέσα από τελετουργία και επανάληψη. Ο Hervé Koubi συνδυάζει σύγχρονη τεχνική με hip-hop, capoeira και πολεμικές τέχνες στο Sol Invictus. Το γαλλικό συλλογικό σχήμα (LA)HORDE, γνωστό για τη μελέτη της viral χορογραφίας, μεταφέρει κινήσεις από το TikTok στη σκηνή, γεφυρώνοντας την ψηφιακή κουλτούρα με τη ζωντανή performance.
Η επιμέλεια του φεστιβάλ φέρει την υπογραφή του Serge Laurent, πρώην επιμελητή στο Fondation Cartier και στο Centre Pompidou. Σύμφωνα με τον ίδιο, στόχος είναι να καταστεί ορατή η ιστορική συνέχεια της σύγχρονης χορογραφίας. «Ο σύγχρονος χορός είναι αποτέλεσμα μιας μακράς ιστορίας», έχει δηλώσει, τονίζοντας ότι η κατανόηση της σημερινής δημιουργίας προϋποθέτει γνώση του παρελθόντος της.
Η επιλογή της Νέας Υόρκης δεν είναι τυχαία. Η πόλη υπήρξε επίκεντρο του μεταμοντέρνου χορού, με δημιουργούς όπως ο Cunningham, η Trisha Brown και η Childs να ανατρέπουν τις ιεραρχίες του κλασικού μπαλέτου και να ανοίγουν τον δρόμο για πειραματισμό. Το φεστιβάλ επιχειρεί να αναδείξει αυτή τη γραμμή εξέλιξης, συνδέοντας τις ιστορικές ρίζες με τις σύγχρονες μορφές έκφρασης.
Πέρα από τις παραστάσεις, η διοργάνωση περιλαμβάνει περίπου 20 εργαστήρια, με έμφαση στη μετάδοση γνώσης. Για τους διοργανωτές, η εκπαίδευση δεν αποτελεί παράλληλη δράση, αλλά οργανικό κομμάτι της δημιουργικής διαδικασίας. Το πρόγραμμα φιλοδοξεί να επεκτείνει στο μέλλον αυτή την εκπαιδευτική διάσταση σε διεθνές επίπεδο.
Η εμπλοκή ενός οίκου πολυτελείας σε ένα τόσο εκτεταμένο πολιτισμικό εγχείρημα επαναφέρει τη συζήτηση για τον ρόλο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στη στήριξη των τεχνών. Σε αντίθεση με απλές χορηγίες, το «Dance Reflections» λειτουργεί και ως επιμελητικό πλαίσιο, επιχειρώντας να διαμορφώσει μια συνολική εικόνα του πεδίου.
Σε μια εποχή όπου ο σύγχρονος χορός παραμένει από τις πιο οικονομικά ευάλωτες μορφές τέχνης, τέτοιου είδους πρωτοβουλίες αναδεικνύουν νέες μορφές πολιτισμικής συνεργασίας. Το φεστιβάλ θα συνεχιστεί στη Σαγκάη, επεκτείνοντας το ίδιο μοντέλο σε διαφορετικά πολιτισμικά συμφραζόμενα.
Η κεντρική ιδέα παραμένει η ίδια: ο χορός, ως τέχνη του σώματος και της κίνησης, βρίσκεται διαρκώς σε εξέλιξη — και η κατανόησή του απαιτεί ταυτόχρονα μνήμη και άνοιγμα στο μέλλον.