ΣΤΙΣ 15/02, ΜΑΘΑΜΕ ότι το ελληνικό κράτος έχει αποφασίσει, και πλέον προετοιμάζει, την αποστολή 100-150 ανδρών, μηχανημάτων και τεθωρακισμένων στη Γάζα, με σκοπό την «παροχή ασφάλειας» στο πλαίσιο των σχεδίων ανοικοδόμησης του International Stabilization Force. Πρόκειται για το επόμενο βήμα μετά την οπλική, εμπορική και ιδεολογική στήριξη του Ισραήλ απ’ το ελληνικό κράτος και κεφάλαιο, όλα υπό τον μανδύα της άμυνας και της ειρήνης.
Πριν από τριάντα χρόνια, Έλληνες ακροδεξιοί προκαλούσαν διεθνές σκάνδαλο, πηγαίνοντας στη Βοσνία εθελοντικά για να σκοτώσουν μουσουλμάνους. Σε αντίθεση με τον δικό τους παρανοειδή φανατισμό και το παθιασμένο μίσος (ένα «ριζικό» Κακό), οι Έλληνες στρατιώτες που ετοιμάζονται για τη Γάζα –όπως και οι προκάτοχοί τους στο Αφγανιστάν– εκπροσωπούν μια «κοινοτοπία του κακού», τη φρίκη αυτού που απλώς «κάνει τη δουλειά του», που συμμετέχει σε κτηνωδίες χωρίς πάθος, στο όνομα του εθνικού συμφέροντος και των τακτοποιημένων deals.
Στις φωτογραφίες των 200 της Καισαριανής, στις ιστορικές ταινίες του Αγγελόπουλου, στο σχέδιο της αποστολής στη Γάζα βλέπουμε την ίδια δυνατότητα να σκίσουμε το παραπέτασμα της ομίχλης και να ανακαλύψουμε το πραγματικό τοπίο στο οποίο κατοικούμε.
Μια μέρα πριν απ’ τη δημοσιοποίηση των προετοιμασιών για την ελληνική αποστολή στη Γάζα, κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο οι πρώτες φωτογραφίες των 200 κομμουνιστών της Καισαριανής, οι οποίες κυριάρχησαν στον δημόσιο διάλογο. Η σχετική σιωπή για την πρώτη είδηση και μαζική ενασχόληση με τη δεύτερη φανερώνει αφενός τον κανονικοποιημένο ρατσισμό της ελληνικής κοινωνίας, και αφετέρου την κατάρρευση της πολιτικής μας φαντασίας, την αδυναμία μας να υπάρξουμε στο παρόν με ενεργό τρόπο και, συνεπώς, την υπερεπένδυση στο παρελθόν, στην καθησυχαστική επικράτεια των περασμένων αγώνων, τους οποίους μπορούμε ν’ αγκαλιάσουμε απλόχερα, εφόσον έχουν ηττηθεί.
Παράλληλα, η συνύπαρξη των δύο εξελίξεων φωτίζει μια πικρή ιστορική ειρωνεία: την ώρα που πενθούμε ή γιορτάζουμε τους ανθρώπους που σκότωσε ένας γενοκτονικός στρατός κατοχής, στέλνουμε στρατεύματα για να βοηθήσουμε έναν γενοκτονικό στρατό κατοχής, γινόμενοι αντάξιοι επίγονοι, όχι της ιστορίας των ηρώων, αλλά εκείνης των δωσίλογων και των ταγματασφαλιτών.
Γράφτηκαν πολλά σημαντικά πράγματα για τις φωτογραφίες, τόσο για τη λειτουργία τους μέσα σε μιντιακά και εμπορευματικά περιβάλλοντα, όσο και για τη δύναμη που μας ασκούν τα σώματα και τα βλέμματα των σκοτωμένων. Προσωπικά, θέλω να εστιάσω στο ζήτημα της λήθης. Η κυκλοφορία των φωτογραφιών μας κινητοποιεί ν’ ασχοληθούμε ξανά με την ιστορία μας, ν’ ανακαλύψουμε πτυχές του τόπου που ως τώρα αγνοούσαμε – κάτι που ισχύει ακόμα περισσότερο για τις νέες γενιές.
Αλήθεια, πόσοι, και πόσα μέλη της Gen Z, ξέραμε ότι η πλειονότητα των 200 δεν ήταν αντιστασιακοί, αλλά ακροναυπλιώτες, οι οποίοι είχαν συλληφθεί ως κομμουνιστές απ’ τη δικτατορία του Μεταξά; Ότι οι επίσημες ελληνικές αρχές πήραν μέτρα για να εγγυηθούν την παράδοσή τους στους ναζί, μαζί με άλλους 1.800 κομμουνιστές πολιτικούς κρατούμενους που πέρασαν, ως λάφυρα, στους κατακτητές; Κι ότι, συνεπώς, η εκτέλεσή τους δεν είναι μόνο κομμάτι της ιστορίας της Κατοχής και της Αντίστασης, αλλά και κομμάτι της ιστορίας του βίαιου αντικομμουνισμού στον οποίο βασίστηκε το σύγχρονο ελληνικό κράτος, από τον Βενιζέλο μέχρι τη Χούντα;
Και πώς θα μπορούσε η Gen Z να τα γνωρίζει αυτά, δεδομένης της θεσμικής λήθης που το κράτος έχει επιβάλει, προσπαθώντας να κρύψει τον 20ό αιώνα και πείθοντάς μας ότι «καλύτερα να μη σκαλίζουμε» τα τραύματα που διχάζουν – μια λήθη η οποία επιβάλλεται όχι μόνο εκπαιδευτικά (με την Ιστορία στα σχολεία να πάει απ’ την αρχαιότητα στο Βυζάντιο, απ’ το ’21 στο ’22 κι ύστερα να επαναλαμβάνει το ίδιο υλικό), αλλά και πολιτισμικά, με την Ελλάδα να είναι η μόνη πρωτεύουσα στην Ευρώπη χωρίς μουσείο με αναφορά στον Β’ Παγκόσμιο και με το κράτος να εμποδίζει το έργο των ιστορικών (μεταξύ άλλων, με το να κρατά κλειστά τα αρχεία των υπηρεσιών ασφαλείας).
Έτσι, η Gen Z μπορεί να βασιστεί μόνο στη «μυθοπλασία», με την ευρύτερη έννοια, ακούγοντας ιστορίες που έχουν περάσει από γενιά σε γενιά, διαβάζοντας αναρτήσεις στα social κι ανακαλύπτοντας, σήμερα, τον ελληνικό 20ό αιώνα μέσα απ’ το αφιέρωμα του Cinobo στο σινεμά του Αγγελόπουλου. Βλέπει την ομίχλη της 4ης Αυγούστου να εγκαθιδρύεται στις Μέρες του ’36, κομμουνιστές αντάρτες να συγκρούονται με ναζί, δωσίλογους, Άγγλους και εθνικιστές στον Θίασο, τους Κυνηγούς της Ιστορίας –πολιτικούς, στρατιωτικούς και αστούς στον ρόλο του «νικημένου ως ιστορική προοπτική νικητή»– να βασανίζονται απ’ το αίμα που έχυσαν, κυνηγοί οι οποίοι ζουν ακόμα και στέλνουν δυνάμεις στη Γάζα ή βυθίζουν σκάφη στα ανοιχτά του Αιγαίου.
Μαθαίνει ότι οι δρόμοι κι οι πλατείες όπου δουλεύει και διασκεδάζει, οι ακτές κι οι πλαγιές όπου παραθερίζει κι ερωτεύεται είναι στοιχειωμένες. «Σε τούτον τον τόπο, υπάρχει πάντα ένα θαμμένο μέσα στα χιόνια πτώμα αντάρτη», πάντα μια μετανάστρια στον βυθό ή σ’ ένα Α.Τ., ένας αναρχικός σε κάποια οδό του κέντρου, «που τρομοκρατεί από κει σταθερά αυτούς που δεν είναι βέβαιοι για την αξία και τη σημασία της ιστορίας που δημιούργησαν με τη βοήθεια του Σχεδίου Μάρσαλ, του Δόγματος Τρούμαν, του στρατηγού Βαν Φλιτ», της CIA, του Μπάιντεν, του Τραμπ, του Νετανιάχου «και, γενικά, όλων των συμμάχων, παλιότερων και νεότερων».¹
Ένα έργο, ένα αρχείο, μια πράξη που αντιστρέφει τη λήθη παρελθόντος και παρόντος είναι μια άσκηση στοιχειοντολογίας (Ζακ Ντεριντά, Mαρκ Φίσερ), μια κίνηση που μας συνδέει μ’ εξεγερσιακά οράματα που η εξουσία κρύβει επιμελώς, και τα οποία μας στοιχειώνουν, «όχι λόγω κάποιας συμπαιγνίας παραγόντων που δεν μπορεί ούτε να ανακτηθεί ούτε να επαναληφθεί» αλλά, απεναντίας, επειδή οι δυνατότητες κι οι προϋποθέσεις τους – συμπυκνωμένες στο «φάντασμα ενός κόσμου που θα μπορούσε να είναι ελεύθερος»–, «ενυπάρχουν ακόμη, έτοιμες ν’ αφυπνιστούν ξανά».²
Είναι μια χειρονομία η οποία μας επιτρέπει να χαρτογραφήσουμε έναν κόσμο που μοιάζει όλο και περισσότερο άνευ νοήματος, άνευ σημασίας. Στις φωτογραφίες των 200 της Καισαριανής, στις ιστορικές ταινίες του Αγγελόπουλου, στις αντιστάσεις, όσο περιορισμένες κι αν φαίνονται προς στιγμή, στο σχέδιο της αποστολής στη Γάζα –αρνήσεις φαντάρων, συμμετοχή λιμενεργατών στις διεθνείς απεργίες αλληλεγγύης, πορείες–, βλέπουμε την ίδια δυνατότητα, τη δύναμη που δημιουργούν οι κρατικοί μηχανισμοί, οι κρατικοί δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες και ακαδημαϊκοί για ν’ ανακαλύψουμε το πραγματικό τοπίο στο οποίο κατοικούμε.
¹ Βασίλης Ραφαηλίδης. (2003). Ταξίδι στο μύθο. Αιγόκερως, σ. 59.
² Μαρκ Φίσερ. (2024). Η ακύρωση του μέλλοντος (μτφρ. Αλέξανδρος Παπαγεωργίου). αντίποδες, σ. 293-295.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO.