ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΜΠΟΡΟΥΝ να διαβρωθούν μέσα στο ραδιενεργό σύμπαν των «κοινωνικών μέσων». Ακόμα και τα πιο ιερά. Ίσως αυτά ακόμα περισσότερο καθώς σ’ έναν ιδανικό κόσμο δεν θα είχαν καμιά δουλειά να πλέουν ακυβέρνητα μέσα σ’ έναν τέτοιο πολτό. Όσο συγκλονιστικές κι αν είναι οι εικόνες των ηρώων της Καισαριανής που κατέκλυσαν το ελληνικό ίντερνετ, μετά από λίγη ώρα, καθώς τις έβλεπες ξανά και ξανά μέσα σ’ αυτό το ψηφιακό ναρκοπέδιο (να εξυμνούνται, να επικρίνονται, να αμφισβητούνται), το αρχικό απόκοσμο δέος, το μούδιασμα, η ταπεινοφροσύνη, το σφίξιμο στο στομάχι, η συγκινησιακή φόρτιση υποχωρούσαν βαθμιαία μπροστά σε ένα έντονο αίσθημα ανησυχίας και ματαίωσης.
Η «ανεύρεση» των φωτογραφιών αυτών ανέδειξε για μια ακόμη φορά το πόση ένδεια, πόση σύγχυση και πόση μισαλλοδοξία επικρατούν ακόμα – στο κοινό περισσότερο πλέον παρά στους θεσμούς – σε ό,τι αφορά το αρχείο, την τεκμηρίωση, την ιστορική μνήμη (για τη συλλογική, ας το αφήσουμε καλύτερα).
Η οικειοποίηση (η αφομοίωση) των εικόνων από την πλατφόρμα ήταν σα να τις έχει μολύνει καθώς εμφανίζονταν ως κάτι αρχέγονο και ξένο ανάμεσα στα memes, στα AI τερατουργήματα (που δυστυχώς δεν τις άφησαν ανέγγιχτες) και στα reels, ως κάτι που είναι από κάπου αλλού και δεν θα μπορούσε να αναγνωρίσει, παρά μόνο να στοιχειώσει, τον θρασύδειλο μηδενισμό και τη σαρδόνια μοιρολατρία αυτών των μέσων, που η lingua franca τους είναι η χλεύη και η κατακραυγή.
Μπορεί τουλάχιστον να ισχυριστεί κανείς ότι η δημοσιότητα που πήραν αυτές οι φωτογραφίες είναι πολύ πιθανό να αλλάξει τη μοίρα τους, που κατά πάσα πιθανότητα, όπως και πολλές άλλες που περιφέρονται ανά τις δεκαετίες ως κιτρινισμένη memorabilia του ναζισμού και της κατοχικής εμπειρίας, θα ήταν να καταλήξουν στη μόνιμη συλλογή κάποιας νεοναζιστικής λέσχης του διαδικτύου.
Η «ανεύρεση» των φωτογραφιών αυτών ανέδειξε για μια ακόμη φορά το πόση ένδεια, πόση σύγχυση και πόση μισαλλοδοξία επικρατούν ακόμα – στο κοινό περισσότερο πλέον παρά στους θεσμούς – σε ό,τι αφορά το αρχείο, την τεκμηρίωση, την ιστορική μνήμη (για τη συλλογική, ας το αφήσουμε καλύτερα). Και η τρέχουσα φετιχιστική αναζωπύρωση ενός εμφυλιοπολεμικού κλίματος, και μάλιστα με τους ίδιους ακριβώς όρους και τα συνθήματα εκείνης της εποχής, δεν πιστεύω ότι βοηθάει στην τρέχουσα συγκυρία. Αλλά ούτε και τιμά πραγματικά τη μνήμη εκείνων που θυσιάστηκαν με ψηλά τα κεφάλι στο βωμό του φασισμού, κι εμείς τώρα, ογδόντα και πλέον χρόνια μετά, εξετάζουμε τις μορφές τους λίγο πριν αντικρύσουν κατάματα το απόσπασμα, προσπαθώντας να αντλήσουμε κάτι, μια δύναμη από το υπερπέραν που να μπορεί να ανταποκριθεί στον σύγχρονο ζόφο.