ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ δεκαετίας του 1950, ο Γιάννης Τσαρούχης έκανε δύο εκθέσεις εκτός ελληνικών συνόρων σε μια απόπειρα να ξεκινήσει διεθνή καριέρα. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι, στην Galerie d’Art du Faubourg, και λίγους μήνες αργότερα εγκαινιάστηκε η δεύτερη, στη Redfern Gallery του Λονδίνου.
Σε επιστολή που έστειλε στη φίλη του και ζωγράφο Ελένη Σταθοπούλου (1914-2016) από το Παρίσι με ημερομηνία 17 Φεβρουαρίου 1951 περιγράφει όλες τις δυσκολίες («πείνα και πεζοπορία και άρσις βαρών») και τις συνθήκες που αντιμετώπισε («πέρασα πάρα πολύ δύσκολες στιγμές, χειρότερα από το Αλβανικό Έπος») για να στηθεί με επιτυχία η έκθεση ώστε να γίνει αποδεκτό το έργο του από την εικαστική σκηνή της γαλλικής πρωτεύουσας (οι «αφηρημένοι») αλλά και να ανταποκριθεί σε ένα απαιτητικό αγοραστικό κοινό («δούκισσες και πριγκίπισσες»).
Στην επιστολή αυτή, αποκαλύπτεται το κριτικό πνεύμα του σπουδαίου Έλληνα ζωγράφου αλλά και η λεπτή ειρωνεία με την οποία αντιμετώπιζε σε ολόκληρο τον βίο του τη διεθνή και κυρίως την ελληνική πραγματικότητα, την «υπέροχη κόλαση» της Αθήνας, μέρος της οποίας αποτελούσε και ο ίδιος.
Ωστόσο, αναφέρεται και σε μια σειρά κοινωνικών και καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, αρκετές εκ των οποίων μάλλον απολαμβάνει. Όπως λέει: «Το όπισθεν της λαμπρής σκηνογραφίας είναι πολύ σκοτεινό. Αυτή η έκθεσις ήταν η πιο δύσκολη σκηνογραφία που έκανα στη ζωή μου» και καταλήγει ότι «αηδιάζει κανείς τη Δόξα».
Στην επιστολή αυτή, που εμφανίστηκε πρόσφατα στο διαδίκτυο χάρη στον συλλέκτη Δημήτρη Παπαγεωργόπουλο, ο οποίος έκανε και τη μεταγραφή από αντίγραφο του Μουσείου Νεοελληνικής Τέχνης «Σοφία Λασκαρίδου», αποκαλύπτεται το κριτικό πνεύμα του σπουδαίου Έλληνα ζωγράφου αλλά και η λεπτή ειρωνεία με την οποία αντιμετώπιζε σε ολόκληρο τον βίο του τη διεθνή και κυρίως την ελληνική πραγματικότητα, την «υπέροχη κόλαση» της Αθήνας, μέρος της οποίας αποτελούσε και ο ίδιος.
Η επιστολή
Αγαπητή μου Ελένη,
είναι τρεις μέρες που άνοιξε η έκθεσις μετά πάσης τιμής και μεγαλοπρεπείας. Περιλαμβάνει 42 έργα. Η υποδοχή εκ μέρους των Γάλλων πολύ θερμή. Οι «αφηρημένοι» μού έδωσαν την άδεια να ζωγραφίζω ανθρώπους! Οι πόρτες, μεγάλη επιτυχία. Δεν μπορούν να καταλάβουν από ποιο μέρος είμαι. Εκλαμβάνουν τους ναύτες για Εγγλέζους κι Αμερικάνους, τις βλάχες για Μαροκινές ή Περσίδες, τα ελληνικά γράμματα για ρωσικά. Ποιο είναι αυτό το μέρος όπου ο κόσμος μιλεί ρωσικά, οι γυναίκες ντύνονται αράπικα και οι στρατιώτες αγγλικές στολές; Απάντησις: η Ελλάς η κατακαημένη. Υπάρχουν φυσικά και οι φιλέλληνες, που αναγνωρίζουν αμέσως την χώρα των ονείρων τους, την πατρίδα του Ερμού και της Περσεφόνης.
Στο κοντάρι με τη γαλλική σημαία στη Fbg. St.-Honoré έχει κρεμαστεί το τιμημένο μου όνομα σε ταμπέλα κυανόλευκη. Εργασία της χειρός μου, που απομιμείται καταπληκτικά το τυπογραφείον για λόγους οικονομίας. Η αίθουσα είναι λίγο πιο μεγάλη από το «Ρόμβο», ο κόσμος την ημέρα των εγκαινίων ήταν πάρα πολύς. Πολλές δούκισσες και πριγκίπισσες, πολλά ωραία φορέματα, πράγμα σπάνιο φυσικά για το Παρίσι όπως ξέρεις. Τέτοιο ελληνομάζωμα, που σκέφθηκα πως η αναπαράστασις της αθηναϊκής ατμοσφαίρας ήταν πολύ επιτυχής, όπως λένε στο θέατρο. Παρευρέθησαν ώς και τα μοντέλα των έργων του ’39.
Αυτά όλα ήταν τα ορώμενα από την πλατεία του θεάτρου. Το όπισθεν της λαμπρής σκηνογραφίας είναι πολύ σκοτεινό. Αυτή η έκθεσις ήταν η πιο δύσκολη σκηνογραφία που έκανα στη ζωή μου. Απορώ πώς τα κατάφερα. Επί ένα μήνα τώρα ζω με σχέδια που μοιράζω με μειδιάματα και με φράσεις. Στο μεταξύ, γεύματα επίσημα και δεξιώσεις προς τιμή μου, που διαδέχονται τόσο γρήγορα τις δύσκολες στιγμές, που δεν προφταίνω να μπω στο ρόλο μου. 9 π.μ. κουβάλημα ξυλείας στον ώμο από το Montparnasse στο Fbg. St.-Honoré με τα πόδια. Το μεσημέρι γεύμα εκ του Πρίγκιπος De san Bessaraba de Brancovan. Στις δύο κουβάλημα στην πλάτη της πόρτας. Στις 4 επικόλλησις με αλευρόκολλα στην Fbg. St.-Honoré, στο κοντάρι της διαφήμισης. Στις 5 τσάι στης Λίλιαν Ράλλη. Το βράδυ καλεσμένος στην Όπερα, και μετά ύπνος νυστικός. Περίπου αυτή ήταν η μέρα μου επί 15 μέρες. Αηδιάζει κανείς τη Δόξα. Τώρα κατάλαβα ότι έχω κουράγιο και πολύ οδηγικό πνεύμα.
Στις 20 του μηνός περιμένω τη Μαίρη. Πούλησα ένα μικρό έργο. Ίσως πουληθεί η βεντάλια στην Φουάτ Χανούμ. Τουλάχιστον με τα γεύματα έχω λύσει το πρόβλημα της τροφής για ένα μήνα και φυσικά πρέπει να παραλείπω και μερικά, όταν δεν έχουν φιλολογικό ενδιαφέρον. Τώρα έχω σχετικό κέφι, αλλά πίστεψέ με ότι πέρασα πάρα πολύ δύσκολες στιγμές, χειρότερα από το Αλβανικό Έπος.
Τι γίνεται το Ατελιέ; Έμαθα ότι προσεχώρησες στο Art Religieux όπως όλοι οι μεγάλοι του κόσμου τούτου. Ήταν αλήθεια; Ο Τέλης τι γίνεται; Δεν μου απάντησε. Μήπως μπαρκάρησε; Πες του να μου γράψει αμέσως νέα του. Πες σε όλους τους φίλους θερμότατα χαιρετίσματα κι ότι νοσταλγώ την υπέροχη κόλαση, την Αθήνα.
Σε φιλώ πολύ, Τσαρούχης
Η πρωτότυπη επιστολή ανήκει στην oικογένεια της ζωγράφου Ελένης Σταθοπούλου και παραχωρήθηκε στη LiFO προς δημοσίευση μετά από συναίνεση της οικογένειας.