Στην αρχή μερικά βασικά εργο-βιογραφικά για τον Γιάννη Τσαρούχη, αλιευμένα από το σάιτ της Εθνικής Πινακοθήκης:

«Ο Γιάννης Τσαρούχης υπήρξε από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Γενιάς του '30, ενσαρκώνοντας στο έργο του το ιδανικό της ελληνικότητας. Με πολλαπλές επιρροές από την ελληνιστική και την βυζαντινή τέχνη, την τέχνη της Αναγέννησης και των νεοτέρων χρόνων, το έργο του Matisse, του Θεόφιλου και του Κόντογλου, αλλά και τις φιγούρες του Καραγκιόζη, διαμόρφωσε ένα ιδιαίτερο προσωπικό ύφος και απεικόνισε τοπία, νεκρές φύσεις, γυμνά και αλληγορικές σκηνές. Το ενδιαφέρον του όμως εντοπίστηκε κυρίως στην ανθρώπινη μορφή, δημιουργώντας μεμονωμένα πορτρέτα, αλλά και σκηνές με ναύτες και στρατιώτες, που αποτελούν ένα χαρακτηριστικό μέρος του έργου του.

 

Από το 1928 ξεκίνησε την επαγγελματική του ενασχόληση με τη σκηνογραφία, που καλύπτει ένα σημαντικό μέρος της καλλιτεχνικής του δημιουργίας και περιλαμβάνει συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο, τη Λυρική Σκηνή, το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, το Covent Garden του Λονδίνου, την Dallas Civic Opera του Τέξας, το Théâtre National Populaire του Παρισιού και το Teatro Olimpico της Βιτσέντζα. Συνεργάστηκε επίσης με σημαντικούς Έλληνες και ξένους καλλιτέχνες, όπως η Μαρία Κάλλας, η Κατίνα Παξινού, ο Αλέξης Μινωτής, ο Μιχάλης Κακογιάννης, ο Jules Dassin και ο Franco Zeffirelli. Την περίοδο 1960-1962 εξάλλου δίδαξε σκηνογραφία στη Σχολή Δοξιάδη. Παράλληλα ασχολήθηκε με την εικονογράφηση βιβλίων, ενώ στο πλαίσιο του ευρύτερου ενδιαφέροντός του για την Τέχνη, έγραψε κείμενα και κριτικές που αργότερα εκδόθηκαν σε βιβλία».

 

O Γιάννης Τσαρούχης (1910-1989) έζησε πολύ καιρό μακριά από την Ελλάδα. Και εξαιτίας των συνεχών υποχρεώσεών του στο εξωτερικό, μα και λόγω των εγχώριων πολιτικών καταστάσεων, που δεν ήταν ευνοϊκές για 'κείνον (και για πολλούς άλλους). Είναι γνωστό πως το 1967 έφυγε από τη χώρα, για να εγκατασταθεί μόνιμα στο Παρίσι, από το οποίο θα επέστρεφε δεκατρία ολόκληρα χρόνια αργότερα, το 1980.

 

Ο Γ. Τσαρούχης μιλούσε πιο πολύ δια του ενστίκτου και των εμπειριών του, παρά, θεωρητικά, από τα διαβάσματά του. Συχνά αναδείκνυε ένα πηγαίο αναρχικό πνεύμα, εκφραζόμενος έξω από τα δόντια, διαθέτοντας συγχρόνως, όταν το ήθελε, κι ένα υπόγειο βιτριολικό χιούμορ.

 

Ο Γιάννης Τσαρούχης ήταν πάντα περιζήτητος από τους δημοσιογράφους, με αποτέλεσμα να έχει δώσει αρκετές συνεντεύξεις στη ζωή του, σε κάθε μέσο (έντυπα, ραδιόφωνο, τηλεόραση), τρεις εκ των οποίων θα αναδημοσιεύσουμε στη συνέχεια, σε αποσπάσματά τους φυσικά.

 

Ο λόγος του ήταν μοναδικός. Και για να το πούμε κάπως απλά, ο Γιάννης Τσαρούχης, ως σοφός και στοχαστικός άνθρωπος, έλεγε πάντοτε πρωτότυπα πράγματα. Δεν αναπαρήγαγε απόψεις άλλων. Κατέθετε, δε, σκέψεις, που δεν μπορούσες να τις ακούσεις από ανθρώπους της ηλικίας του ή και νεότερους ακόμη. Καλλιτέχνες ή μη. Και τούτο, γιατί είχαν μια ζωντάνια, μια φρεσκάδα, μια νεανικότητα όλα όσα σημείωνε, «σφάζοντας με το γάντι» όμως, όταν θεωρούσε ότι έτσι έπρεπε να συμβεί.

 

Ο Γ. Τσαρούχης μιλούσε πιο πολύ δια του ενστίκτου και των εμπειριών του, παρά, θεωρητικά, από τα διαβάσματά του. Συχνά αναδείκνυε ένα πηγαίο αναρχικό πνεύμα, εκφραζόμενος έξω από τα δόντια, διαθέτοντας συγχρόνως, όταν το ήθελε, κι ένα υπόγειο βιτριολικό χιούμορ.

 

Επίσης μιλούσε συχνά με γνωμικά, με δικές του πρωτότυπες διατυπώσεις, που επείχαν ρόλο αποφθεγμάτων. Μπορεί το περίφημο «στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις» να μην ήταν δικό του, αλλά ήταν δικές του εκατοντάδες άλλες φράσεις, που θα μπορούσε όλες μαζί να απαρτίσουν ένα πολύ μεγάλο παγκόσμιο βιβλίο (υπάρχουν πάντως «Τα Γνωμικά του Τσαρούχη» στις εκδόσεις Βουρκαριανή από το 1987 κ.λπ.) εξίσου σημαντικό ή και σημαντικότερο από τους «Αφορισμούς» του Κάφκα.

 

Να κάποια απειροελάχιστα, απ' αυτά που είχε πει...

«Έκανα τρεις άλλους καθηγητές στο Πολυτεχνείο, για να μη γίνω εγώ. Ήθελαν μια δήλωση ότι αποκρούω τον κομμουνισμό. Δεν είμαι κομμουνιστής, αλλά δεν έκανα τη δήλωση»

«Για το Κράτος είμαστε όλοι κομμουνιστές, όταν λέμε την αλήθεια και δεν ανεχόμαστε τη δουλοπρέπεια»

«Η πίστη σ' ένα πράγμα, οτιδήποτε, παίρνει την αξία της από την ικανότητα που έχουμε να πιστεύουμε. Το να μην μπορείς να πιστέψεις είναι ένα είδος αναπηρίας»

«Οι Έλληνες μονίμως περιμένουν να διορισθούν»

«Η βλακεία στην Ελλάδα παρέρχεται. Τα έργα μένουν»

«Ένας Παπαδιαμάντης δεν υπάρχει στην Ευρώπη. Ένας Καβάφης πουθενά...»

«Είμαι μαθητής του αττικού φωτός»

«Οι εχθροί των εχθρών μας δεν είναι κατ' ανάγκην φίλοι μας»

«Δεν κάνω κριτική πολιτικών προσώπων. Αυτά θα παρέλθουν. Προτιμώ να μιλώ για την ελευθερία, που είναι αιώνια»

«Έρωτας είναι ανταλλαγή ανόμοιων και διαφορετικών αγαθών»

«Πολλοί φιλόζωοι βρίσκουν φυσικό να σφάζουν άλογα και βόδια, για να ταΐζουν τα γατάκια τους»

«Δόξα είναι η ευνοϊκή εντύπωσις που δίνουμε στον άλλο. Αν είναι αρνητική, δυσφημιζόμαστε. Η εντύπωσις είναι η βάσις της φήμης και της δυσφήμισης. Άρα, θέμα τύχης»

 

Γιάννης Τσαρούχης: «Είμαι μαθητής του αττικού φωτός»
Ο Γιάννης Τσαρούχης, ως σοφός και στοχαστικός άνθρωπος, έλεγε πάντοτε πρωτότυπα πράγματα. Δεν αναπαρήγαγε απόψεις άλλων. Φωτο: ο Γιάννης Τσαρούχης στην Αλβανία. 1941.

 

Η πρώτη από τις τρεις συνεντεύξεις του Γιάννη Τσαρούχη, που θα αναδημοσιεύσουμε εδώ –απόσπασμά της– προέρχεται από το περιοδικό Panderma, τεύχος #8, που πρέπει να κυκλοφόρησε κάπου στο πρώτο εξάμηνο του 1974. Λέμε «πρέπει», επειδή δεν υπάρχει καμία χρονολογική επισήμανση στο τεύχος. Η συνέντευξη δίδεται γραπτώς και από απόσταση στον Λεωνίδα Χρηστάκη (άγνωστος ο χρόνος που πάρθηκε) και σ' αυτήν ο Γιάννης Τσαρούχης μιλάει για την αρχή της διαδρομής του, με κάποιες ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες και κυρίως για την σκηνογραφία, που αποτέλεσε μία πολύ βασική δραστηριότητά του.

 

— Πότε κάνετε τα πρώτα σας σκηνικά;

Σκηνικά φτιάχνω από ηλικίας 6 ετών. Αιτία ήταν ότι όταν ήμουν μικρός, παρά πάσαν ελπίδα, είδα το «Ξιφίρ Φαλέρ» με τα σκηνικά του Πάνου Αραβαντινού (σ.σ. σημαίνων ζωγράφος και κυρίως σκηνογράφος). Το 1928 εξέθεσα στο Άσυλο Τέχνης του Νίκου Βέλμου, σκηνικό και κοστούμια για τις «Φοίνισσες» (17 ετών). Τον ίδιο χρόνο ο ηθοποιός Καμενίδης, συμμαθητής μου στο Γυμνάσιο, με παρουσίασε στον Φώτο Πολίτη, για τον οποίον έκανα δέκα σκηνικά για την «Πριγκίπισσα Μαλένα» του Μωρίς Μαίτερλινκ. Τους κυρίους ρόλους έπαιζαν οι νεαροί τότε μαθηταί Κατερίνα Ανδρεάδη, Μαίρη Σαγιάνου-Κατσέλη, Τίτος Φαρμάκης και Χρήστος Ευθυμίου.

 

Τα πρώτα σκηνικά είναι αυτά που δεν έκανα το 1931, όταν ο Φώτος Πολίτης μου ζήτησε να κάνω τον «Αγαμέμνονα» και την «Βαβυλωνία» για το τότε ιδρυόμενο Εθνικό Θέατρο. Αυτή ήταν και η πρώτη σοβαρή θεατρική παραγγελία, στην οποία απάντησα «όχι».

 

— Γιατί είπατε όχι;

Ο Πολίτης ήταν θαυμαστής της παλιάς μου δουλειάς, της σχεδόν παιδικής, όταν επιζητούσα μιαν απόλυτη απλοποίηση του σκηνικού, που είχε πολύ σχέση με τον Άντολφ Άππια (σ.σ. ελβετός αρχιτέκτονας και θεωρητικός του σκηνικού φωτισμού και του ντεκόρ), του οποίου δεν ήξερα ούτε καν το όνομα την εποχή εκείνη, ζώντας σ' αυτή την Αθήνα, που ήταν σχεδόν πίσω από τον ήλιο.(...) Έπρεπε να ξαναγυρίσει η μαγεία στο θέατρο, η γοητεία της ζωγραφικής, ένας καινούριος ρεαλισμός, να φύγουμε από τον εξπρεσιονισμό. Δεν ήξερα που πηγαίνω, ήξερα όμως τι δεν έπρεπε να ξανακάνω. Ήμουν αυτό που λένε ένας επαναστατημένος νέος.(...)

 

— Πώς συνεχίσατε μετά;

Σπούδαζα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, στο Πολυτεχνείο και τις ελεύθερες ώρες μου είτε ζωγράφιζα μόνος μου, έργα που σε κανέναν δεν τα έδειχνα, είτε ασχολιόμουν με προβλήματα του θεάτρου – όπως τα έβλεπα εγώ. Τρία χρόνια αργότερα, το 1934, με φώναξε ο Κάρολος Κουν να κάνω την «Ερωφίλη». Είπα «ναι» γεμάτος ενθουσιασμό και δυσπιστία, αυτή την δυσπιστία που έχω πάντα για τους ανθρώπους του θεάτρου, έστω κι αν τους λατρεύω και τους θαυμάζω. Πάντως δεν ήμουν ευχαριστημένος μ' εκείνο που είχα κάνει. Ποτέ δεν ήμουνα ευχαριστημένος στο θέατρο.(...)

 

Το κοινό δεν είχε καταλάβει πολλά πράγματα. Οι φοιτητές, μάλιστα, στη δεύτερη παράσταση άρχισαν να πετάνε σαΐτες από χαρτί, όταν είδαν τον Πανάρετο με μακριά μαλλιά, σαν τον Αθανάσιο Διάκο, με στριμμένο μουστάκι και με στολή μακεδονίτικη σαν τον Μέγα Αλέξανδρο του Καραγκιόζη. Ο Σικελιανός, όμως, κλαίγοντας αγκάλιαζε όλον τον κόσμο, η Γαλάτεια Καζαντζάκη είχε παρακολουθήσει όλη την παράσταση με αναφιλητά και ο Σπυρίδων Λοβέρδος, που είχε δει την τελευταία παράσταση του έργου είχε ενδιαφερθεί εμπράκτως για εκείνους τους νέους που «τα μάτια τους έδειχναν πως πιστεύουν».

 

Γιάννης Τσαρούχης: «Είμαι μαθητής του αττικού φωτός»
Συχνά αναδείκνυε ένα πηγαίο αναρχικό πνεύμα, εκφραζόμενος έξω από τα δόντια, διαθέτοντας συγχρόνως, όταν το ήθελε, κι ένα υπόγειο βιτριολικό χιούμορ.

 

Στη συνέχεια ο Γιάννης Τσαρούχης μιλάει για την προπολεμική συνεργασία του με την Μαρίκα Κοτοπούλη, και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο για τη δουλειά του στο Εθνικό Θέατρο την περίοδο 1945-46 («Ηλίθιος»), στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν το 1948 («Ματωμένος Γάμος», με μουσική Μάνου Χατζιδάκι), αναφέρεται στις δουλειές του στον κινηματογράφο (στην ταινία «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» του Ζυλ Ντασσέν), στη συνεργασία του με τον Franco Zeffirelli στην όπερα "Thaïs" (1961) του Jules Massenet, όπως και με την Μαρία Κάλλας στην «Μήδεια» του Cherubini, για να καταλήξει η συνέντευξη ως εξής:

 

— Ποιος είναι ο σημερινός δρόμος της σκηνογραφίας και οι τάσεις της;

Υπάρχει μεγάλη διακοσμητική άνθησις, είναι δύσκολο όμως να βρεις έναν σκηνογράφο που να έχει χωνέψει για ποιο λόγο γίνονται τα σκηνικά.

 

— Για ποιο λόγο γίνονται τα σκηνικά, για εσάς;

Τα σκηνικά είναι τα φόντα, για να αναδεικνύουν τον ηθοποιό. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης είναι ένας βοηθός αυτής της δημιουργίας των ηθοποιών, και όλες οι ικανότητές του πρέπει να καταλήγουν σ' αυτό τον σκοπό. Σκηνοθέτης και σκηνογράφος που θορυβούν πίσω από την πλάτη των ηθοποιών, από φόβο μήπως το έργο και η παράσταση φανεί λίγη, δεν είναι παράδειγμα προς μίμηση για μένα.

 

— Πιστεύετε πως ο σκηνογράφος πρέπει να είναι ζωγράφος ή ότι η σκηνογραφία είναι ένα ειδικό επάγγελμα, άσχετο με τη ζωγραφική;

Οι ζωγράφοι στην εποχή μας δημιουργούν τα πάντα. Ο ορατός κόσμος, όλη η χειροτεχνεία και η διακοσμητική, ακόμα και η αρχιτεκτονική και η γλυπτική, φέρνει βαθύτατα ίχνη ζωγράφων της εποχής μας, αν δεν έχει γίνει από τους ίδιους τους ζωγράφους, όπως συμβαίνει με την γλυπτική. Μόνο καλό έκανε η ανάμειξή τους στην σκηνογραφία. Άλλο ζήτημα ότι οι σκηνογράφοι πρέπει να ξέρουν την τεχνική του θεάτρου, αυτό όμως δεν είναι δύσκολο.

 

Γιάννης Τσαρούχης: «Είμαι μαθητής του αττικού φωτός»
Λονδίνο, 17 Ιουνίου 1959, Royal Opera House Covent Garden, μετά την «Μήδεια». Ο Γιάννης Τσαρούχης δεύτερος από αριστερά, η Μαρία Κάλλας στο κέντρο και δίπλα, δεξιά, ο Αλέξης Μινωτής (πηγή: John C. Bastias “Maria Callas and Alexis Minotis, part I”)

 

Η δεύτερη συνέντευξη του Γιάννη Τσαρούχη, απόσπασμα της οποίας θα διαβάσετε στη συνέχεια, δόθηκε για το περιοδικό Ο Ταχυδρόμος, τεύχος #1090 (27 Φεβρουαρίου 1975), στον δημοσιογράφο Γιώργο Λιάνη.

 

Είναι οι πρώτοι μήνες της Μεταπολίτευσης, το σκηνικό είναι έντονα πολιτικοποιημένο στη χώρα, ο Γιάννης Τσαρούχης εξακολουθεί να ζει στο Παρίσι, και η συνέντευξη δεν μπορεί παρά να ανιχνεύει και τα γεγονότα της εποχής, δίνοντας την ευκαιρία στον συνεντευξιαζόμενο να προβεί σε πολύ ενδιαφέρουσες, πολιτικής φύσεως, παρατηρήσεις.

 

—Κύριε Τσαρούχη, γιατί φύγατε από την Ελλάδα;

Δεν έφυγα. Παρέτεινα την παραμονή μου στην Ευρώπη. Πιο πολύ απ' ό,τι συνήθιζα. Είμαι χρήσιμος στον τόπο, όταν μιλάω ελεύθερα. Δεν ήταν η εποχή που μπορούσα να εκφραστώ ελεύθερα. Υπάρχουν άνθρωποι που νόμιζαν ότι το να μείνουν στην Ελλάδα ήταν καθήκον τους. Δεν θέλω να κρίνω την γνώμη τους ως κακή. Αλλά εγώ, εκείνη την στιγμή, αισθάνθηκα την ανάγκη να φύγω. Δεν εσώθηκα πηγαίνοντας σ' ένα μέρος πιο σίγουρο, αλλά πήγα στο επίκεντρο της απειλής...

 

— Ποιας απειλής;

Δεν είμαστε πια στην εποχή που η Ευρώπη είναι ο παράδεισος του πολιτισμού και τα μικρά μέρη, οι επαρχίες, η κόλαση. Μπορεί να μάθει κανείς πολλά και στην επαρχία και στις μεγάλες πρωτεύουσες, σχετικά με τους κινδύνους που απειλούν τον άνθρωπο. Εκτός από τα ηθικά είναι και τα πολιτιστικά. Θέλησαν να δώσουν πολιτικό χαρακτήρα στην αναχώρησή μου. Υπήρχε όμως μια αιτία βαθύτερη. Θέλησα να αποφύγω τη διαφθορά που προκάλεσε τους κολονέλους. Είχα χτίσει ένα μεγάλο σπίτι με το αίμα μου και δεν ήξερα πώς να το συντηρήσω και πώς να ζήσω. Η πελατεία δεν έλειψε. Ούτε οι θαυμαστές. Έλειψε το πολυτιμότερο: ο διάλογος.

 

— Βρήκατε αυτό τον διάλογο στην Ευρώπη;

Δεν θα πω την αλήθεια, αν πω ότι βρήκα τον διάλογο, αλλά είναι σίγουρο πως βρήκα τη μοναξιά, που δεν νοθεύει τη ζωή μας και βρήκα και το επίκεντρο των συμφορών μας...

 

— Τι εννοείτε;

Η δικτατορία στα υπανάπτυκτα κράτη είναι η συνέπεια της βαθειάς σήψεως των μεγάλων κέντρων. Αν ήμουν πιο νέος και αν ήξερα αγγλικά θα πήγαινα στην Αμερική. Όμως και η Ευρώπη είναι αρκετή. Δεν είναι πιο αθώα απ' την Αμερική, για τις μεγάλες αδικίες του κόσμου. Ο Μάης του '68 άλλαξε τη Γαλλία. Δεν ήταν μια επανάσταση, όπως ήλπιζαν οι Γάλλοι, μα άνοιξε όλων μας τα μάτια. Ένα πράγμα συνεκράτησα: Μόλις ο Ντε Γκωλ έκοψε την βενζίνα, και επίσης τις διακοπές και το τσιγάρο, που είναι η φυγή, η επανάσταση εξέπνευσε.

 

Κατάλαβα λοιπόν ότι ο κίνδυνος είναι στο τσιγάρο, στις συνήθειες, στην πολυτέλεια των διακοπών και ακόμη περισσότερο στο να εγγράφεσαι φοιτητής. Ένας φοιτητής προορίζεται για υπάλληλος του κράτους ή μιας επιχειρήσεως που τον συντηρεί. Άρα καταδικάζεται να υπηρετεί το κράτος επί μισθώ ή να το συμβουλεύει και όχι να το αντιστρατεύεται.


Όλα αυτά τα δωρεάν σπίτια, η ευμάρεια του φοιτητικού βίου, οι οίκοι της κουλτούρας, οι ιατρικές περιθάλψεις, πρέπει να είσαι πολύ κουτός για να μην καταλάβεις πως είναι πληρωμένα με τον εξανδραποδισμό σου. Οι ταραχές στις σχολές δεν έχουν την ίδια δύναμη, που θα είχε μια συνειδητοποίηση τού τι είναι κράτος και σχολές και μια συστηματική αποχή απ' αυτές τις σχολές...

 

Γιάννης Τσαρούχης: «Είμαι μαθητής του αττικού φωτός»
«Ο Μήνας Δεκέμβριος»

 

— Δεν είναι αναρχικό αυτό;

Δεν είναι, γιατί ένα σοβαρό κράτος έχει ανάγκη από ελεύθερη αντιπολίτευση. Εφόσον ο φοιτητής δέχεται το δίπλωμα του κράτους και αργότερα τον διορισμό, αρνείται την επανάσταση. Αν το επίπεδο είναι υψηλό, όπως στην Αμερική, αλλά και στην Ευρώπη, η αίσθηση του πράγματος μειώνεται. Αλλά η ελευθερία πληρώνεται με αίμα. Η ελευθερία πηγαίνει περίπατο με την ελπίδα του διορισμού και του διπλώματος. Είναι υποκριτικό να λέει κανείς ότι στο Πανεπιστήμιο μαθαίνει. Το γεγονός ότι δεν είμαι καθηγητής σήμερα οφείλεται στο ότι δεν πιστεύω στο σχολείο. Τίποτα όμως δεν με εμποδίζει να διδάσκω δωρεάν όποιον θέλει και μπορεί να μάθει.


Για μένα η αληθινή επανάσταση μπορεί να πραγματοποιηθεί όταν ο νέος απομακρυνθεί από τις μεγάλες πόλεις, κι όλους τους οργανισμούς που τις συντηρούν, και γυρίσει στη γη.(...)


Αυτά δεν μου τα έμαθαν οι πολυθεσίτες καθηγητές, ούτε οι ακαδημαϊκοί, ούτε οι φοιτητές που παίζουν ξύλο με την αστυνομία. Είναι μερικά πρόσωπα εκλεκτά που συνειδητοποίησαν βαθιά το κακό της εποχής μας. Είναι δύσκολο σε μια συνέντευξη να πω τι μου έμαθαν.(...)


Πάντως μ' ενδιαφέρουν πιότερο αυτοί που θα ήθελαν να γυρίσουν στη γη, και που συγχρόνως έχουν συνειδητοποιήσει πως η Ελλάδα είναι ένας ναός, όπου οι πωλούντες και οι αγοράζοντες καλό είναι να μην κυριαρχούν. Ασφαλώς θα με θεωρήσετε ηλίθιο, που μιλάω έτσι... Η κοινωνία της κατανάλωσης ονομάζεται από τον Χριστό «πωλούντες και αγοράζοντες εν τω ναώ».


Είναι ωραίο να βλέπουμε την νεολαία να επαναστατεί, αλλά να μην ξεχνάμε ότι ο επαναστάτης πρέπει να διασώζει κάθε τι το παλιό που κινδυνεύει και ν' ανοίγει δρόμο σε ό,τι καινούργιο θα 'ρθει.


Δεν πιστεύω στην επανάσταση που μόνο καταστρέφει.

 

Γιάννης Τσαρούχης: «Είμαι μαθητής του αττικού φωτός»
Μαρία Κάλας, Αλέξης Μινωτής και Γιάννης Τσαρούχης στην Επίδαυρο. Μήδεια (1958)

 

Η επόμενη συνέντευξη είναι ραδιοφωνική και δόθηκε από τον Γιάννη Τσαρούχη στην δημοσιογράφο Μαρία Ρεζάν στις 29 Μαΐου 1983. Υπάρχει δε, ολόκληρη, στο βιβλίο της «... Χωρίς Πρόγραμμα!» [Φυτράκης, 1984]. «Χωρίς Πρόγραμμα» λεγόταν και η εκπομπή τής Μαρίας Ρεζάν, στην τότε κρατική ραδιοφωνία.

 

Η εποχή έχει αλλάξει, φυσικά. Υπάρχει το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση της χώρας (πρώτη τετραετία), τα πράγματα είναι λιγότερο φορτισμένα και σίγουρα πιο χαλαρά, κι επειδή η συνέντευξη είναι ραδιοφωνική έχει και μιαν άλλη αμεσότητα. Κινείται γενικώς σε γρήγορους ρυθμούς, με συχνά σύντομες ερωτήσεις-απαντήσεις και είναι ασυζητητί απολαυστική. Να ένα απόσπασμα...

 

— Γιάννη Τσαρούχη, θα 'θελα να σας ρωτήσω: Γιατί όταν σας ζήτησα να κάνουμε αυτή την εκπομπή η πρώτη σας αντίδραση υπήρξε –το είπατε δυο-τρεις φορές– ματαιότης, ματαιότης, ματαιότης; Γιατί ματαιότης;

Γιατί έχω μιλήσει πάρα πολύ. Και διότι ο κόσμος νομίζει πως εγώ θέλω να μιλάω, ενώ πάντοτε είναι κάποιος του ραδιοφώνου που με κάνει να μιλάω.

 

— Δε μου λέτε, έχω πολλές φορές αναρωτηθεί αν είναι αληθινά όσα σας αποδίδουν ότι έχετε πει. Να, φερ' ειπείν, αυτό το «στην Ελλάδα είναι κανείς αυτό που δηλώνει», δικός σας είναι;

Το είπε ο Τζαβαλάς Καρούσος, ο ηθοποιός. Εγώ το διέδωσα. Και μάλιστα το είπε συγκεκριμένα για τους σκηνοθέτες που πάνε στο εξωτερικό, παρακολουθούν παραστάσεις, από τις κουίντες ενός θεάτρου, γυρίζουν, και δηλώνουν σκηνοθέτες. Και στο τέλος διορίζονται κιόλας. (...)

 

— Πώς σας φαίνεται αυτή η νέα γενιά Γιάννη Τσαρούχη;

Δεν τους ξέρω όλους τους εκπροσώπους της νέας γενιάς. Πάντως η δυσκολία της ζωής τούς ανάγκασε να απλοποιήσουν πολλά πράγματα. Και απ' αυτό ωφελούμαστε όλοι. Η δράση τής σημερινής νεολαίας χωρίζεται σε δύο μέρη. Ανακαλύπτει, πρώτα, ό,τι είναι παρελθόν επαναστατικό, με κέντρο το Βερολίνο. Και, στο μεταξύ, η ίδια η ζωή, η οποία είναι πιο δυνατή από τη θεωρία, τους αναγκάζει να απλοποιήσουν τη ζωή τους. Ίσως δεν θα γίνουν πια μεγάλα έργα, διότι δεν τα χρειάζεται ο κόσμος.

 

Δεν είμαι πολύ διάσημος. Κι όσο είμαι το οφείλω στην τηλεόραση. Είμαι μια φιγούρα σαν τον Μίκυ Μάους και με αναγνωρίζει ο κόσμος και λέει: «αυτός που μιλάει στο ραδιόφωνο».(...)

 

— Δεν θα γίνουν πια μεγάλα έργα;

Δεν μπορεί να γραφτεί σήμερα η «Θεία Κωμωδία». Δεν υπάρχει λόγος να την γράψουμε.

 

— Γιατί γράφτηκε η «Θεία Κωμωδία»;

Γιατί ήταν στριμωγμένη η ζωή του ανθρώπου και έπρεπε κάπου να ξεσπάσει. Το έργο αντιπροσώπευε την ίδια τη ζωή.

 

— Δηλαδή, θέλετε να πείτε ότι η πολύ μεγάλη ελευθερία και οι μεγάλες απολαύσεις τής ζωής νεκρώνουν την τέχνη;

Την κάνουν λιγότερο χρήσιμη, και γίνεται ένα πράγμα σαν την ιστιοπλοΐα ή την υφαντική.(...)

 

— Δεν μου λέτε, Γιάννη Τσαρούχη, με την εποχή σας, τη σημερινή εποχή, πώς τα πάτε; Θα θέλατε να είχατε γεννηθεί σε μιαν άλλη εποχή, μιαν άλλη γενιά;

Όχι, καθόλου. Είναι πολύ καλή η γενιά στην οποία ανήκω. Και εκφράζομαι όπως θέλω. Είναι λίγο δύσκολη. Όπως είπε και ο Ζακ Βιγιόν, ο ζωγράφος: «Η ζωγραφική είναι υπέροχο πράγμα. Τα πρώτα εβδομήντα χρόνια ήταν πολύ δύσκολα». Εγώ επέρασα τα δύσκολα χρόνια και κινδυνεύω από τα εύκολα.

 

Γιάννης Τσαρούχης: «Είμαι μαθητής του αττικού φωτός»
«Σπουδή για τον μήνα Ιανουάριο»
Γιάννης Τσαρούχης: «Είμαι μαθητής του αττικού φωτός»
«Ο χειμώνας»

 

— Ποια ήταν τα δύσκολα;

Μα ήταν απίστευτη η δυσκολία. Πολλές φορές, στο θέατρο που δούλευα, έλεγα να κάνω ένα πράγμα, όπως το θέλω εγώ, και να μην πληρωθώ. Και μου έλεγαν: «Προτιμούμε να πληρωθείς, και να το κάνεις όπως το θέλουμε εμείς».

 

— Δηλαδή, σαν τι θέλατε να κάνετε στο θέατρο, που δεν σας αφήνανε;

Γενικώς, εγώ θέλω όλα να γίνονται «εις τα καθ' ημάς». Και αυτοί θέλανε να κάνουμε το ίδιο πράγμα, που γινόταν στο Λονδίνο ή το Παρίσι. Γενικώς, δεν ήθελα να παίζονται ξένα έργα. Μ' άρεσαν πολύ τα ελληνικά έργα, διότι ήξερα την ατμόσφαιρά τους και πώς να την αποδώσω. Στο θέατρο πρωτοβγήκα με τον Κουν, το 1934. Την επόμενη χρονιά δούλεψα με την Κοτοπούλη. Εκείνη την εποχή είχαν επηρεάσει πολύ την σκηνογραφία (παράδοξο είναι, αλλά είναι έτσι) ο Πικιώνης και ο ζωγράφος ο Στέρης. Είχαν κάνει δυο-τρία έργα στην Κοτοπούλη. Και οι δύο, που επηρεάστηκαν πολύ από τον Πικιώνη και τον Στέρη, ήταν ο Ντίνος ο Δοξιάδης κι εγώ. Ο Δοξιάδης έπαιρνε χίλιες δραχμές παραπάνω από μένα, γιατί εθεωρείτο σπουδαιότερο το δίπλωμά του από το Πολυτεχνείο, ενώ το δικό μου ήταν της Σχολής Καλών Τεχνών.(...)

 

— Η κούνια σας πού ήτανε Γιάννη Τσαρούχη; Από πού είσαστε;

Από τον Πειραιά. Έναν Πειραιά, που ήταν πολύ αρχαϊκός. Υπήρχαν οι αυλές, μέσα στις οποίες υπήρχαν γύρω-γύρω σπίτια, όπως στην αρχαιότητα, και ζούσαν οι μικρές οικογένειες. Όταν μια απ' αυτές τις οικογένειες έκανε το δωδέκατο παιδί το βάφτιζε ο Βασιλιάς ή ένας υπασπιστής και το ονόμαζε Κωνσταντίνο. Τότε, για να πάω στο Δαφνί έπρεπε να πάρω αμάξι με άλογα.

 

— Γιατί πηγαίνατε στο Δαφνί;

Για την εκκλησία, όπου κάνανε λειτουργία οι ευσεβείς άνθρωποι.

 

— Ο Πειραιάς, η εκκλησία, η αρχαιότητα επηρέασαν το έργο σας, τη ζωή σας;

Πολύ. Εκεί, στις παιδικές αναμνήσεις μου βασίζεται ό,τι έκανα.

 

Γιάννης Τσαρούχης: «Είμαι μαθητής του αττικού φωτός»
Ο Βαγγέλης Παπαθανασίου και ο Γιάννης Τσαρούχης είχαν συνεργαστεί στο άλμπουμ «666» των Aphrodite’s Child

 

— Η ζωγραφική ήρθε αργά στη ζωή σας;

Όχι. Εζωγράφιζα από πέντε ετών. Αλλά πήρα απόφαση να γίνω ζωγράφος στα δεκαεπτά μου χρόνια. Στο σπίτι μου περιφρονούσαν πολύ το επάγγελμα αυτό, διότι απέναντι από το σπίτι μας ήταν το ατελιέ του Βολονάκη και μου διηγούντο ότι είχε μια γυναίκα που τον βασάνιζε – τον ανάγκαζε να ζωγραφίζει όταν δεν είχε όρεξη και αυτός κατέφευγε στη βοήθεια των μαθητών του. Και μου λέγανε: «Πιο μεγάλος από τον Βολονάκη δεν μπορείς να γίνεις. Λοιπόν σκέψου ότι αυτός πέθανε στην ψάθα».(...)

 

— Να τολμήσω μια άλλη ερώτηση; Πώς μορφωθήκατε;

Μα είμαι μορφωμένος; Σχηματισμένος είμαι, όχι μορφωμένος. Δηλαδή έχω την τύχη ν' ανοίγω τα βιβλία στη σελίδα που μ' ενδιαφέρει...

 

— Για να ξέρετε τόσα πράγματα, κάπου θα τα έχετε διαβάσει...

Έχω μελετήσει με τα μάτια τις μορφές των πραγμάτων. Δεν ξέρω π.χ. πόσα έργα έχει γράψει ο Μπετόβεν, ούτε πόσα έχει γράψει ο Ρακίνας. Αλλά το μυαλό μου κινείται εύκολα. Και ξέρω, από μια ζωγραφιά που θα δω, ποια είναι η βαθύτερη αξία ενός δημιουργού. Η μυθολογία και οι αρχαίοι με ενδιέφεραν πιο πολύ. Όταν ήμουν μικρός μού έβαζαν μπροστά μου, σαν τον φώλο στην κότα, τα μυθιστορήματα του Ιουλίου Βερν (σ.σ. φώλος: το γνήσιο ή τεχνητό αβγό που τοποθετείται στη φωλιά της κότας για να την προσελκύει να γεννήσει) – δεν με ενδιέφεραν καθόλου. Όπου έβρισκα όμως μυθολογία αμέσως τη διάβαζα. Και τις αρχαίες τραγωδίες, από δεκαπέντε χρονών παιδί, τις διάβαζα πριν τις διδάξουν στο σχολείο.

 

— Σας συγκινεί που είσαστε, έτσι, τόσο γνωστός και διάσημος;

Δεν είμαι πολύ διάσημος. Κι όσο είμαι το οφείλω στην τηλεόραση. Είμαι μια φιγούρα σαν τον Μίκυ Μάους και με αναγνωρίζει ο κόσμος και λέει: «αυτός που μιλάει στο ραδιόφωνο».(...)

 

— Μένετε εδώ ολομόναχος στην Πεύκη, σ' αυτήν την ερημιά. Δεν τυχαίνει να ανησυχείτε ότι μπορεί να χρειαστείτε μια βοήθεια και να μην την έχετε;

Δεν πιστεύω ότι θα έρθει αυτή η στιγμή. Δηλαδή, αν είμαι σοβαρά άρρωστος, θα πεθάνω. Κάποτε θα πρέπει να πεθαίνει κανείς.

 

— Δεν σας ενοχλεί η ιδέα του θανάτου;

Η φροντίς, για μένα, είναι υπόθεσις των άλλων. Δεν είναι δική μου υπόθεσις.

 

Γιάννης Τσαρούχης: «Είμαι μαθητής του αττικού φωτός»
Η μοναξιά είναι μια μεγάλη απόλαυσις. Και είναι μια απόλαυσις που την έμαθα σιγά-σιγά. Και με ενδιαφέρει πάρα πολύ η γόνιμη μοναξιά.(...)

 

— Δηλαδή;

Δηλαδή ένας άνθρωπος έχει ανάγκη να νταντεύει, να γιατρεύει, και καμιά φορά εκμεταλλεύονται αυτή την αδυναμία του. Αλλά δεν καλλιεργώ την παρέα. Η μοναξιά είναι μια μεγάλη απόλαυσις. Και είναι μια απόλαυσις που την έμαθα σιγά-σιγά. Και με ενδιαφέρει πάρα πολύ η γόνιμη μοναξιά.(...)

 

— Είναι γνωστό Γιάννη Τσαρούχη ότι δεν αγαπάτε πολύ τις γυναίκες. Άλλωστε οι γυναίκες, αν δεν κάνω λάθος, είναι απούσες από τους πίνακές σας. Ωστόσο, δεν υπάρχουν μια-δυο-τρεις γυναίκες που σας έκαναν βαθιά εντύπωση;

Είναι ψέματα, ότι δεν με ενδιαφέρουν οι γυναίκες. Μπορώ, μάλιστα, να πω ότι δυο-τρεις γυναίκες με έχουν επηρεάσει στην τέχνη μου.

 

— Ποιες είναι αυτές;
Είναι η Θάλεια-Φλωρά Καραβία (σ.σ. ζωγράφος), η Λίλα Ντε Νόμπιλι (σ.σ. ιταλίδα σκηνογράφος) και η Νίκη Καραγάτση (σ.σ. ζωγράφος, σύζυγος του Μ. Καραγάτση). Τις εκτιμώ πιο πολύ από πολλούς άντρες. Στο ίδρυμα που κάνω (σ.σ. Ίδρυμα Τσαρούχη, εγκαινιάστηκε το 1982 στο Μαρούσι, στεγασμένο στο σπίτι του καλλιτέχνη) υπάρχουν πιο πολλές γυναίκες από άντρες.(...)

 

— Γνωρίσατε, επίσης πολύ καλά, αν δεν κάνω λάθος, τη Μαρία Κάλλας...

Όχι και πολύ καλά. Δηλαδή δούλεψα μαζί της. Ήταν ο πιο τίμιος άνθρωπος που έχω γνωρίσει μεταξύ των Ελλήνων και μεταξύ των ξένων. Ήταν πολύ τσιγκούνα, αλλά δεν έκανε τίποτα για να κερδίσει λεφτά αν αυτό δεν της άρεσε. Η Κάλλας είχε μια μεγάλη φοβία, ότι μια μέρα θα τραγουδήσει φάλτσες νότες και θα την γιουχάρει ο Ιταλικός λαός. Κάποτε στη Γαλλία μού είπε ότι «τώρα πια μόνο στη Γαλλία μπορώ να τραγουδώ, που δεν καταλαβαίνουν από μουσική και εκτιμούνε τη σιλουέτα μου. Και στην Ελλάδα φυσικά, γιατί είναι Έλληνες και μ' αγαπάνε».(...)

 

— Μεγαλώσατε, ανδρωθήκατε, και, όσο περνάνε τα χρόνια, βλέπετε μια Αθήνα, που έγινε αυτή η Αθήνα, η τσιμεντούπολη, αυτό το τέρας που λένε. Αν ζητούσαν τη γνώμη σας, τι συνταγή θα δίνατε για να σωθεί αυτή η Αθήνα;

Οι πλούσιοι θα έπρεπε να δώσουν χρήματα και να γκρεμίσουν ολόκληρα τετράγωνα και να λέγεται: «Εγκρεμίσθη υπό του Ωνάση, εγκρεμίσθη υπό του Νιάρχου»...

 

— Αυτούς τους πλούσιους που αναφέρατε (τον Ωνάση, τον Νιάρχο και άλλους) τους γνωρίσατε;

Πολύ λίγο. Ο Ωνάσης νόμιζε ότι είμαι ράφτης.

 

— Πώς νόμιζε ότι είστε ράφτης;

Επειδή έλεγε η Κάλλας: «Πάω να δω τον Τσαρούχη για τα κοστούμια μου»

 

Γιάννης Τσαρούχης: «Είμαι μαθητής του αττικού φωτός»
«Ο Διόνυσος ελέγχει τις κόρες του Κάδμου»

 

Γιάννης Τσαρούχης: «Είμαι μαθητής του αττικού φωτός»
«Το όραμα του Δαβίδ»