Μπορεί το Κέντρο Ζορζ Πομπιντού στο Παρίσι, ένα από τα πιο αγαπητά μουσεία σύγχρονης τέχνης στον κόσμο, να έκλεισε για ανακαίνιση, αλλά, όπως φαίνεται, θα δηλώνει την παρουσία του με συνδιοργανώσεις εκθέσεων, όπως αυτή για τον Βασίλι Καντίνσκι και τη σχέση του με τη μουσική, η οποία θα διαρκέσει μέχρι τον Φεβρουάριο και θα πραγματοποιηθεί στη Philharmonie, ένα συγκρότημα με αίθουσες συναυλιών και εκθέσεων στο Parc de la Villette, που αποτελεί μουσικό τοπόσημο του Παρισιού.
Η «Μουσική των χρωμάτων» («La musique des couleurs»), όπως λέγεται αυτή η μεγάλη έκθεση, σχεδιάστηκε για να προβάλει στο κοινό τον ρόλο που έπαιξε η μουσική στο έργο του Βασίλι Καντίνσκι. Η έκθεση συγκεντρώνει παρτιτούρες, βιβλία, δίσκους και περισσότερα από 100 έργα του μαζί με αντικείμενα από το στούντιό του, τα οποία αντανακλούν τη θεμελιώδη θέση της μουσικής στην καθημερινότητά του και στην εξέλιξη της πρακτικής του προς την αφαίρεση. Σπάνια η μουσική έπαιξε τόσο σημαντικό ρόλο στο έργο ενός ζωγράφου όσο του Καντίνσκι.
Ο Καντίνσκι πίστευε ότι η μουσική είναι η πιο αφηρημένη και πνευματική από όλες τις τέχνες επειδή δεν αναπαριστά τον υλικό κόσμο αλλά δρα άμεσα στην ψυχή. Ήθελε η ζωγραφική να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο: όχι να «απεικονίζει» αλλά να συγκινεί. Για εκείνον, η μουσική και το χρώμα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Τόσο σαφής ήταν αυτή η σχέση, που ο Καντίνσκι συνέδεσε κάθε νότα με μια ακριβή απόχρωση.
«Οι αποχρώσεις των χρωμάτων, όπως και οι αποχρώσεις των ήχων, έχουν τόσο λεπτή υφή ώστε μπορούν να ξυπνούν στην ανθρώπινη ψυχή συναισθήματα υπερβολικά όμορφα για να εκφραστούν με λέξεις», έλεγε ο Καντίνσκι.
Στην πραγματικότητα, μετά από μια ασυνήθιστη αντίδραση σε μια παράσταση του «Λόενγκριν» του Βάγκνερ το 1896 στο θέατρο Μπαλσόι, εγκατέλειψε τη νομική του καριέρα για να σπουδάσει ζωγραφική στην περίφημη Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου. Αργότερα περιέγραψε την εμπειρία που του άλλαξε τη ζωή: «Είδα όλα τα χρώματα πνευματικά. Άγριες, σχεδόν τρελές γραμμές σκιαγραφήθηκαν μπροστά στα μάτια μου».
Το φαινόμενο που βίωσε ο Καντίνσκι ονομάζεται συναισθησία, μια νευρολογική πάθηση κατά την οποία η διέγερση μιας αίσθησης (π.χ. ακοή) προκαλεί αυτόματα και ακούσια εμπειρίες σε μια άλλη αίσθηση (π.χ. όραση), δημιουργώντας μια «μείξη» των αισθήσεων, με συνέπεια να βλέπεις χρώματα όταν ακούς μουσική ή να γεύεσαι κάτι όταν ακούς λέξεις. Ο Καντίνσκι έβλεπε κυριολεκτικά χρώματα όταν άκουγε μουσική και άκουγε μουσική όταν ζωγράφιζε.
Ο καλλιτέχνης εξερεύνησε αυτές τις αισθήσεις με αντισυμβατικό, καλλιτεχνικό τρόπο. Δημιούργησε πειραματικές εκφράσεις συναισθησίας σχεδιασμένες για το θέατρο, με πιο διάσημο το πειραματικό θεατρικό κομμάτι του «The Yellow Sound» που γράφτηκε το 1909.
Σε αυτό χρησιμοποίησε πρωτότυπες μουσικές παρτιτούρες, φωτισμό και διάφορα μέσα για να εξερευνήσει τις επικρατούσες στην εποχή του θεωρίες για το χρώμα, ενώ ζητούσε από το κοινό, όπως και σε άλλα κομμάτια του, να «ακούσει» τους πίνακές του: «Οι αποχρώσεις των χρωμάτων, όπως και οι αποχρώσεις των ήχων, έχουν τόσο λεπτή υφή ώστε μπορούν να ξυπνούν στην ανθρώπινη ψυχή συναισθήματα υπερβολικά όμορφα για να εκφραστούν με λέξεις», έλεγε.
Σύγχρονος του καινοτόμου της εθνικής μουσικής της Ρωσίας, κατά τη ρομαντική περίοδο, Μοντέστ Μουσόργκσκι και των νέων μουσικών σχολών, εμπνεόμενος από τη ρωσική λαογραφία, ο Καντίνσκι μεγάλωσε στη Μόσχα και την Οδησσό, και η οικογένειά του ήταν καλλιεργημένη. Ως ερασιτέχνης τσελίστας και οργανίστας, γρήγορα γοητεύτηκε από τον Βάγκνερ. Πέρα από τις προσδοκίες της αστικής του ανατροφής, η μουσική έπαιξε κομβικό ρόλο, θρέφοντας και ορίζοντας την καλλιτεχνική του κλίση.
Πάνω απ’ όλα, η αφηρημένη γλώσσα της έδωσε στον ζωγράφο την ευκαιρία να αμφισβητήσει την αρχή της μίμησης της φύσης, σε σημείο που να επιφέρει τη διάλυσή της. Ακούγοντας πρωτοποριακούς μουσικούς όπως οι Νικολάι Κούλμπιν, Σεργκέι Τανέγιεφ και Τόμας ντε Χάρτμαν, επανεφηύρε τη γλώσσα της ζωγραφικής με βάση το αφηρημένο μοντέλο της μουσικής, όπως αποδείχθηκε πιο καθαρά στη σειρά του «Αυτοσχεδιασμοί και Συνθέσεις».
Μια έκθεση για όλες τις αισθήσεις
Μέχρι σήμερα, καμία έκθεση δεν έχει τοποθετήσει το έργο του ζωγράφου, από τα ρωσικά τοπία μέχρι τις τελευταίες του συνθέσεις, στο πλαίσιο της ζωντανής μουσικής σκηνής της εποχής του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι συνθέσεις των Αλεξάντερ Σκριάμπιν, Άρνολντ Σένμπεργκ και Ιγκόρ Στραβίνσκι όρισαν την εικονική νεωτερικότητα και την αφαίρεση.
Από το «σοκ του Βάγκνερ» που βίωσε ο Καντίνσκι στη Μόσχα μέχρι τα θεατρικά και χορογραφικά του πειράματα στο Μπάουχαους, όπου δίδαξε από το 1922, η έκθεση προσφέρει μια νέα οπτική στα έργα του ζωγράφου μέσα από την ανεπαίσθητη αλληλεπίδραση ανάμεσα στη μουσική, στις μορφές και στα χρώματα, την οποία ο επισκέπτης εισπράττει κατά τη διάρκεια του καθηλωτικού ταξιδιού του στα έργα, φορώντας ακουστικά.
Εκτός από έργα και σχέδια του Καντίνσκι από τις συλλογές του Κέντρου Πομπιντού και σημαντικών διεθνών ιδρυμάτων, η έκθεση περιλαμβάνει ένα φανταστικό στούντιο που παρουσιάζει τη «μελομανία» του καλλιτέχνη. Οι παρτιτούρες που απέκτησε, τα βιβλία και ειδικά οι τόμοι για τη μουσική λογοτεχνία που συνέλεξε, οι φωτογραφίες των φίλων του των μουσικών και η συλλογή δίσκων του, συμπεριλαμβανομένων των δημοφιλών τραγουδιών που αγαπούσε, ήταν βασικά μέρη της καλλιτεχνικής του κουλτούρας.
Η εικαστική παραγωγή του Καντίνσκι δεν μπορεί να διαχωριστεί από τον στοχασμό και τις εμπειρίες του γύρω από τη σύνθεση των τεχνών. Με έναν μοναδικό τρόπο, η έκθεση φέρνει πίνακες και σχέδια σε διάλογο με τα διάφορα έργα του για τη σκηνή και με ποιήματα που εξερευνούν τον «καθαρό ήχο» των λέξεων.
Δεν θα μπορούσε να λείπει το «Ημερολόγιο του Γαλάζιου Καβαλάρη» («Almanach du Blaue Reiter»), το θεμελιώδες έντυπο του γερμανικού εξπρεσιονιστικού κινήματος «Ο Γαλάζιος Καβαλάρης» (Der Blaue Reiter), που ιδρύθηκε από τον Καντίνσκι και τον Φραντς Μαρκ γύρω στο 1911, το οποίο λειτούργησε ως μανιφέστο και έκθεση ιδεών ενάντια στην παραδοσιακή τέχνη, προωθώντας την πνευματικότητα, την αφαιρετικότητα, την πρωτόγονη τέχνη και την ελευθερία της έκφρασης, και επηρέασε βαθιά τον κόσμο της τέχνης.
Όλα αυτά δημιουργούν μια θεμελιώδη σύνδεση οπτικών και ακουστικών τεχνών. Επειδή στα μάτια του Καντίνσκι η μουσική είναι επίσης μια παραστατική τέχνη, η έκθεση περιλαμβάνει μια αναπαράσταση πολλαπλών συναισθητικών έργων μέσω διαδραστικών οπτικοακουστικών εγκαταστάσεων, όπως η παρουσίαση του έργου «Tableaux d’une exposition» του Μουσόργκσκι το 1928 ή το «Salon de musique» που σχεδίασε για την Έκθεση Κτιρίων του Βερολίνου το 1931.
Απελευθερώνοντας την τέχνη
Η μουσική έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των αφηρημένων ζωγραφικών έργων του Καντίνσκι. Όπως ο διάσημος Βιεννέζος συνθέτης Άρνολντ Σένμπεργκ εγκατέλειψε τις τονικές και αρμονικές συμβάσεις στις συνθέσεις του, ο Καντίνσκι απέρριψε τη μορφή ή το αναγνωρίσιμο αντικείμενο υπέρ των σχημάτων, των γραμμών και των ασύμφωνων χρωμάτων στο έργο του.
Χρησιμοποίησε το χρώμα, τη γραμμή, το σχήμα και την υφή για να δημιουργήσει μια ρυθμική οπτική εμπειρία που προκαλούσε μια συναισθηματική αντίδραση. Για τον Καντίνσκι, το χρώμα είχε επίσης την ικανότητα να φέρνει τους θεατές σε επαφή με τον πνευματικό τους εαυτό.
Πίστευε ότι το κίτρινο μπορούσε να προκαλέσει ταραχή, ενώ το μπλε να ξυπνήσει τις υψηλότερες πνευματικές φιλοδοξίες. Μόλις έναν χρόνο πριν ζωγραφίσει το «Απόσπασμα 2» για τη «Σύνθεση VII», έγραψε το σημαντικό μανιφέστο «Για το πνευματικό στην τέχνη» (1911), που περιλαμβάνει τις θεωρίες του σχετικά με τη δυνατότητα της τέχνης να προκαλεί ψυχολογικές, σωματικές και συναισθηματικές αντιδράσεις.
Η πραγματεία αυτή θεωρείται η πρώτη θεωρητική βάση της αφαίρεσης. Όταν ο Καντίνσκι λέει ότι η φόρμα πρέπει να εκφράσει το εσωτερικό της περιεχόμενο, πρόκειται ουσιαστικά για το «ασύλληπτο» πέρασμά του απ’ τον εξπρεσιονισμό στην αφαίρεση. Ο ιστορικός τέχνης Τζούλιο Κάρλο Αργκάν σημειώνει ότι ο Καντίνσκι «υποχρεώνεται ταπεινά να αναθεωρήσει ολόκληρο το πρόβλημα της ζωγραφικής του για να φτάσει σ’ έναν πιο φωτεινό ορισμό γύρω απ’ την αξία των σημείων, της στοιχειώδους γεωμετρικής φόρμας και των χρωμάτων» [...].
Ο Καντίνσκι υποστήριζε ότι τα χρώματα έχουν «ήχο» και «ψυχική δόνηση», ότι οι μορφές λειτουργούν όπως οι ρυθμοί στη μουσική και ότι ένας πίνακας μπορεί να είναι σαν συμφωνία ή αυτοσχεδιασμός. Γι’ αυτό έδωσε σε πολλά έργα του μουσικούς τίτλους («Αυτοσχεδιασμός», «Σύνθεση», «Εντύπωση»), υποστηρίζοντας παράλληλα ότι όλες οι τέχνες οφείλουν να επιδιώκουν την πνευματική έκφραση.
Στο βιβλίο του «Για το πνευματικό στην τέχνη» γράφει ότι «η μουσική είναι η τέχνη που ανέκαθεν απέφευγε την εξωτερική μίμηση της φύσης και στρεφόταν στην έκφραση της εσωτερικής ζωής του καλλιτέχνη», εξηγώντας γιατί η μουσική είναι για εκείνον το ιδανικό πρότυπο: δεν αναπαριστά αντικείμενα αλλά εσωτερικές καταστάσεις.
«Το χρώμα είναι το πλήκτρο. Το μάτι είναι το σφυρί. Η ψυχή είναι ένα πιάνο με πολλές χορδές. Ο καλλιτέχνης είναι το χέρι που, αγγίζοντας το κατάλληλο πλήκτρο, προκαλεί δονήσεις στην ψυχή. Οι διάφορες τέχνες έρχονται σε επαφή. Βρίσκουν στη μουσική τον καλύτερο δάσκαλο», έγραφε, επειδή πίστευε ότι η μουσική μπορούσε να αποκαλύψει τον δρόμο προς μια νέα τέχνη, μια τέχνη που θα απέβαλε την υλική φαινομενικότητα των πραγμάτων υπέρ μιας μυστηριώδους εσωτερικής πραγματικότητας.
Η ιδέα της μουσικής εμφανίζεται παντού στους πίνακες του Καντίνσκι. Πίστευε ότι οι αποχρώσεις «αντηχούσαν» μεταξύ τους για να παράγουν οπτικές «συγχορδίες» και ότι είχαν επίδραση στην ψυχή, ένα παλιό παιχνίδι που, όπως γράφει σε ένα άρθρο του ο συνθέτης Τζέραρντ ΜακΜπάρνεϊ, το έκαναν πρώτοι οι Πυθαγόρειοι όταν δήλωσαν: «Τα μάτια είναι φτιαγμένα για την αστρονομία, τα αυτιά για την αρμονία, και αυτές είναι αδελφές επιστήμες». Αυτή η σχετικά απλή πρόταση υιοθετήθηκε από τους σοφούς του Μεσαίωνα και των μεταγενέστερων εποχών, οι οποίοι ανέπτυξαν ένα τεράστιο πνευματικό υπόστρωμα από απόκρυφες και περίπλοκες θεωρίες για το πώς η μουσική και οι μαθηματικές αναλογίες της δημιουργίας ήταν ένα και το αυτό.
Οι ρομαντικοί είχαν τις δικές τους παρόμοιες σκέψεις: ο Γκαίτε είχε δηλώσει ότι η αρχιτεκτονική ήταν «παγωμένη μουσική» και ο «υπερ-εστέτ» της μέσης βικτοριανής εποχήςWalter Horatio Pater έλεγε ότι «όλη η τέχνη επιδιώκει την κατάσταση της μουσικής». Μέχρι τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, τα θολά όρια μεταξύ της μουσικής και των άλλων τεχνών είχαν γίνει μια ευρέως διαδεδομένη εμμονή. Η ιδέα ταίριαζε με το πνεύμα μιας εποχής κατά την οποία καλλιτέχνες και θεωρητικοί από τη Ρωσία μέχρι την Αμερική ασπάζονταν ψευδοθρησκείες, ασχολούνταν με τις ψευδοεπιστήμες των ονείρων και των συμβόλων και φλυαρούσαν με ενθουσιασμό για τις προοπτικές μιας νέας συνθετικής εμπειρίας της τέχνης, όπου οι υλικές διακρίσεις ανάμεσα στη λέξη, την εικόνα και τον ήχο θα διαλύονταν σε μια πνευματική και κάπως ερωτική έκσταση που θα συγκλόνιζε το σώμα και τον κόσμο.
Τα ποιήματα και οι πίνακες έγιναν μουσική και η μουσική έγινε πίνακες και ποιήματα. Τότε ξεπήδησαν από τα μπουμπούκια τους τα φανταχτερά άνθη των πινάκων του Καντίνσκι και άρχισε να ξετυλίγεται η ιστορία των έργων του, ενώ το θεωρητικό του έργο ξεχειλίζει από τους «πνευματικούς» ενθουσιασμούς της εποχής. «Είναι εκθαμβωτικά εμφανής από την τέχνη που δημιούργησε εκείνη την περίοδο η θεμελιώδης ιδέα του Καντίνσκι για μια ενοποιητική θεωρία των χρωμάτων. Όσο αλλόκοτη ή ιδιότροπη κι αν φαίνεται, έπαιξε μεγάλο ρόλο στο να επιτρέψει το εκπληκτικό, ευφάνταστο άλμα του στην αφαίρεση», γράφει ο ΜακΜπάρνεϊ.