Οι επισκέπτες του Fondation Louis Vuitton στο Παρίσι έχουν τη σπάνια ευκαιρία να απολαύσουν μία από τις μεγαλύτερες μονογραφικές εκθέσεις που έχει παρουσιάσει ποτέ το ίδρυμα, μετά από αυτές των Ζαν-Μισέλ Μπασκιά, Τζόαν Μίτσελ, Μαρκ Ρόθκο και Ντέιβιντ Χόκνι, καθώς όλες οι αίθουσές του θα είναι αφιερωμένες στο έργο του Γερμανού Γκέρχαρντ Ρίχτερ, ενός από τους πιο επιδραστικούς σύγχρονους καλλιτέχνες, που ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα στην Κολωνία.
Ο Ρίχτερ θεωρείται ευρέως ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της γενιάς του, είναι διεθνώς αναγνωρισμένος και τιμάται τώρα με μια εξαιρετική αναδρομική έκθεση, απαράμιλλη τόσο σε κλίμακα όσο και σε χρονολογικό εύρος, η οποία περιλαμβάνει 275 έργα που δημιουργήθηκαν από το 1962 έως το 2024. Η έκθεση περιλαμβάνει ελαιογραφίες, γλυπτά από γυαλί και χάλυβα, σχέδια με μολύβι και μελάνι, ακουαρέλες και επιζωγραφισμένες φωτογραφίες. Για πρώτη φορά, μια έκθεση προσφέρει ολοκληρωμένη εικόνα για τις έξι και πλέον δεκαετίες δημιουργίας του Ρίχτερ, ενός καλλιτέχνη του οποίου η μεγαλύτερη χαρά ήταν πάντα η εργασία στο στούντιό του.
Ενδιαφερόταν για τη διαλεκτική μεταξύ αντικειμενικότητας και υποκειμενικότητας, την οποία ένιωθε ότι δημιουργούσε η ζωγραφική από φωτογραφίες. «Όταν ζωγραφίζω από μια φωτογραφία, η συνειδητή σκέψη εξαλείφεται», έλεγε.
Ο Γκέρχαρντ Ρίχτερ ανέκαθεν ελκόταν τόσο από το θέμα όσο και από την ίδια τη γλώσσα της ζωγραφικής, ένα πεδίο πειραματισμού του οποίου τα όρια συνεχώς διευρύνει, αποφεύγοντας οποιαδήποτε κατηγοριοποίηση. Χάρη στην εκπαίδευσή του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Δρέσδης ασχολήθηκε με παραδοσιακά είδη όπως η νεκρή φύση, η προσωπογραφία, η τοπιογραφία και η ιστορική ζωγραφική. Η επιθυμία του να επανερμηνεύσει αυτά τα είδη μέσα από ένα σύγχρονο πρίσμα βρίσκεται στην καρδιά αυτής της έκθεσης. Ανεξάρτητα από το θέμα, ο Ρίχτερ δεν ζωγραφίζει ποτέ απευθείας από τη φύση ή από τη σκηνή μπροστά του: κάθε εικόνα φιλτράρεται μέσω ενός ενδιάμεσου μέσου –μιας φωτογραφίας ή ενός σχεδίου– από το οποίο κατασκευάζει ένα νέο, αυτόνομο έργο. Με την πάροδο του χρόνου, έχει εξερευνήσει μια εξαιρετική γκάμα ειδών και τεχνικών στη ζωγραφική, αναπτύσσοντας διάφορες μεθόδους εφαρμογής χρώματος σε καμβά, είτε με πινέλο είτε με σπάτουλα.
Η έκθεση συγκεντρώνει πολλά από τα πιο σημαντικά έργα που δημιούργησε ο Ρίχτερ μέχρι το 2017 που πήρε την απόφαση να σταματήσει να ζωγραφίζει, αν και συνεχίζει να σχεδιάζει. Ακολουθώντας χρονολογική σειρά, κάθε ενότητα παρουσιάζει το έργο μιας δεκαετίας περίπου και παρακολουθεί την εξέλιξη του μοναδικού εικαστικού του οράματος, που διαμορφώνεται τόσο από τη ρήξη όσο και από τη συνέχεια, από τους πρώιμους πίνακές του που βασίζονται στη φωτογραφία έως τα τελευταία αφαιρετικά του έργα.
Στην πρώτη αίθουσα, παρουσιάζεται η ενότητα με τίτλο «Η φωτογραφία ως πηγή εικόνας» με ζωγραφικά έργα από φωτογραφίες που δημιουργήθηκαν από το 1962 έως το 1970. Η επιλογή των θεμάτων του ήταν περίπλοκη από την αρχή. Θεωρεί Νο1 έργο του την εικόνα ενός τραπεζιού από ένα ιταλικό περιοδικό design, όπως και οικογενειακά πορτρέτα που αναφέρονται στο παρελθόν του και στις σκιές της γερμανικής ιστορίας, όπως απεικονίζονται στο έργο «Bombers».
Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 αμφισβητούσε τις ψευδαισθησιακές συμβάσεις της ζωγραφικής, με το γλυπτό του «Τέσσερα Τζάμια» και τους πρώτους «Χρωματικούς Χάρτες» του. Με τα «Αστικά Τοπία» εξερεύνησε ένα ψευδο-εξπρεσιονιστικό στυλ impasto· με τα «Τοπία» και τις «Θαλασσογραφίες» δοκίμασε κλασικά είδη κόντρα στα καθιερωμένα. Στη δεύτερη αίθουσα, η ενότητα που περιλαμβάνει τα έργα του από το 1971 ως το 1975, με τίτλο «Ερευνώντας την αναπαράσταση», αναφέρεται σε 48 πορτρέτα που ζωγραφίστηκαν για την Μπιενάλε της Βενετίας του 1972 και σηματοδοτούν την αρχή ενός νέου κεφαλαίου στο οποίο ο Ρίχτερ διερευνά τη φύση της ζωγραφικής με πολλούς τρόπους: μέσω της χρήσης της χαρακτηριστικής τεχνικής του θολώματος (Vermalung), της προοδευτικής αντιγραφής και διάλυσης ενός «Ευαγγελισμού» του Τιτσιάνο, της τυχαίας κατανομής του χρώματος στους μεγάλους «Χρωματικούς Πίνακες» και της απόρριψης της αναπαράστασης και της έκφρασης στους «Γκρίζους Πίνακες».
Στις επόμενες αίθουσες παρουσιάζονται έργα του από το 1976 ως το 1986, μια δεκαετία που εξερεύνησε κατά την οποία έθεσε τα θεμέλια της ξεχωριστής του προσέγγισης στην αφαίρεση: μεγεθύνοντας τις μελέτες ακουαρέλας, εξετάζοντας τη ζωγραφισμένη επιφάνεια και κάνοντας την ίδια την πινελιά θέμα ενός πίνακα («Strich»). Ταυτόχρονα, ζωγράφισε τα πρώτα πορτρέτα της κόρης του, Μπέτι, και συνέχισε να εξερευνά παραδοσιακά θέματα, όπως το τοπίο και τη νεκρή φύση.
Ορμώμενος από μια στάση βαθέος σκεπτικισμού έναντι της καλλιτεχνικής και κοινωνικής αλλαγής, ο Ρίχτερ ζωγράφισε τη σειρά της 18ης Οκτωβρίου 1977, το μόνο του έργο που αναφέρεται ρητά στην πρόσφατη γερμανική ιστορία. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, δημιούργησε επίσης μερικά από τα πιο εντυπωσιακά και ζοφερά αφηρημένα έργα του. Επιστρέφοντας στους πρώιμους οικογενειακούς του πίνακες, δημιούργησε τη σειρά «Sabine mit Kind».
Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, εισήλθε σε μια εξαιρετικά παραγωγική περίοδο, δημιουργώντας μικρά εικονιστικά και αφηρημένα έργα, την αυστηρή σειρά «Silikat», τυχαία πειράματα που κορυφώθηκαν με τα «4.900 Χρώματα» και τους στοχαστικούς πίνακες «Cage».
Ο Ρίχτερ εξέπληξε το κοινό εγκαταλείποντας τη ζωγραφική για αρκετά χρόνια, για να πειραματιστεί με έργα από γυαλί και ψηφιακές εικόνες με λωρίδες (strip images). Επέστρεψε στη ζωγραφική με το «Μπίρκεναου», μια ομάδα έργων εμπνευσμένων από τέσσερις φωτογραφίες που τραβήχτηκαν μέσα σε ναζιστικό στρατόπεδο εξόντωσης. Η τελευταία αίθουσα με έργα ζωγραφικής παρουσιάζει τους τελευταίους και αριστουργηματικούς αφηρημένους καμβάδες του, που ολοκληρώθηκαν το 2017. Τα σχέδια στα οποία επικεντρώθηκε ο Ρίχτερ και συνεχίζει να δημιουργεί μέχρι σήμερα αποτελούν τον επίλογο της έκθεσης.
Γεννήθηκε το 1932 στη Δρέσδη και η οικογένειά του ανήκε στη μεσαία τάξη. Έχει περιγράψει την πρώιμη οικογενειακή του ζωή ως «απλή, τακτική, δομημένη – η μητέρα έπαιζε πιάνο και ο πατέρας έβγαζε χρήματα». Στα τέλη της δεκαετίας του 1930, ο πατέρας του στρατολογήθηκε στον γερμανικό στρατό, συνελήφθη από τις συμμαχικές δυνάμεις και κρατήθηκε ως αιχμάλωτος πολέμου μέχρι την ήττα της Γερμανίας. Το 1946 αφέθηκε ελεύθερος και επέστρεψε στην οικογένειά του, η οποία είχε μετακομίσει στο Βάλτερσντορφ, ένα χωριό στα σύνορα με την Τσεχία. Τα μεταπολεμικά χρόνια έφεραν δυσκολίες για την οικογένεια Ρίχτερ, όπως και για πολλές άλλες. Ο πατέρας του κατέληξε να εργάζεται σε εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας. Ο Ρίχτερ αναπολούσε το σπίτι στο οποίο γεννήθηκε, στη Δρέσδη. Σε ηλικία δέκα ετών, το 1942, υποχρεώθηκε να ενταχθεί στο «Pimpfen», μια οργάνωση για παιδιά που τα προετοίμαζε για τη Χιτλερική Νεολαία. Στο σχολείο τον περιέγραφαν ως «ένα παιδί με μεγάλα ταλέντα, αλλά γνωστό για την κακή του επίδοση». Κατέληξε να φοιτήσει σε επαγγελματική σχολή, σπουδάζοντας στενογραφία, λογιστική και ρωσικά. Ο αντίκτυπος του πολέμου στον Ρίχτερ ήταν μεγάλος – βίωσε πολλές απώλειες και αργότερα έλεγε πόσο έντονα έμειναν στη μνήμη του: «Τα χαρακώματα, τα όπλα που ήταν σκορπισμένα παντού, το πυροβολικό, τα διαλυμένα αυτοκίνητα. Στη συνέχεια, η εισβολή των Ρώσων [...] λεηλασία, βιασμοί, ένα τεράστιο στρατόπεδο…» αλλά και ο βομβαρδισμός της Δρέσδης.
Το ενδιαφέρον του για την τέχνη και τον πολιτισμό άρχισε να διαμορφώνεται μετά τον πόλεμο. Η μητέρα του του έκανε δώρο για τα Χριστούγεννα μια απλή φωτογραφική μηχανή με πλάκα. Ο ιδιοκτήτης του καταστήματος φωτογραφικών μηχανών δίδαξε στον νεαρό Ρίχτερ πώς να εμφανίζει φωτογραφίες, μια δεξιότητα που του ήταν χρήσιμη σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του.
Στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας οι Ρώσοι έφτιαξαν βιβλιοθήκες και ο Ρίχτερ μπόρεσε να έχει πρόσβαση σε βιβλία που είχαν απαγορευτεί υπό τη ναζιστική κυριαρχία. Η ατελείωτη γκάμα εικονογραφημένων βιβλίων ήταν αφορμή για τα πρώτα του σχέδια. Γύρω στην ηλικία των 15 ετών, ο Ρίχτερ άρχισε να σχεδιάζει τακτικά. Ένα από τα πρώτα του σκίτσα, το 1946, ήταν μια γυμνή φιγούρα που αντέγραψε από ένα βιβλίο, και οι γονείς του αντέδρασαν με υπερηφάνεια αλλά και αμηχανία. Το 1947 άρχισε να παρακολουθεί βραδινά μαθήματα ζωγραφικής. Ωστόσο, όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη λογιστική το 1948, δεν σκεφτόταν ακόμα να γίνει επαγγελματίας καλλιτέχνης.
Τον Φεβρουάριο του 1950, προσελήφθη ως βοηθός ζωγράφου σκηνικών στο δημοτικό θέατρο του Τσίταου. Η καριέρα του στο θέατρο έληξε απότομα όταν αρνήθηκε να κάνει μια τοιχογραφία στις σκάλες του θεάτρου και απολύθηκε αμέσως. Λίγο μετά την αποχώρησή του από το θέατρο υπέβαλε αίτηση για σπουδές ζωγραφικής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Δρέσδης. Το 1951 επέστρεψε στη γενέτειρά του για να φοιτήσει στην Ακαδημία. Η πόλη ήταν πολύ διαφορετική, αφού είχε καταστραφεί από τους βομβαρδισμούς των συμμαχικών δυνάμεων τον Φεβρουάριο του 1945.
Καθώς η Ακαδημία περιόριζε το υλικό αναφοράς και τα νέα από τη Δύση, ο Ρίχτερ βρήκε άλλους τρόπους να ενημερώνεται. Μια θεία του από τη Δυτική Γερμανία τού έστελνε το φωτογραφικό περιοδικό «Magnum» κάθε μήνα και ο ίδιος προμηθευόταν βιβλία και καταλόγους όποτε μπορούσε. Με την υποστήριξη του καθηγητή του, έλαβε άδεια να ταξιδέψει στη Δυτική Γερμανία και πέρα από αυτήν, κάτι που έκανε αρκετές φορές κατά τη δεκαετία του 1950. Τα οργανωμένα ταξίδια στο Βερολίνο τού παρείχαν πρόσβαση σε ταινίες, μουσεία και θέατρο.
Το 1961, ο Ρίχτερ και η σύζυγός του, Έμα, αυτομόλησαν στη Δυτική Γερμανία. Επέλεξε να εγκατασταθεί στο Ντίσελντορφ και άρχισε να σπουδάζει στην Ακαδημία εκεί τον Οκτώβριο του 1961. Τη δεκαετία του 1960, η Ακαδημία βρισκόταν στην πρώτη γραμμή των εξελίξεων στον κόσμο της τέχνης. Εκτός από προπύργιο της άτυπης ζωγραφικής, έγινε κόμβος για το κίνημα Fluxus όταν ο Γιόζεφ Μπόις διορίστηκε καθηγητής. Το Ντίσελντορφ και η κοντινή Κολωνία είχαν μια ζωντανή κοινότητα καλλιτεχνών, εκθέσεων και εκδηλώσεων, με κορυφαία την ομάδα ZERO που ιδρύθηκε από τους Ότο Πιένε και Χάιντς Μακ το 1957.
Ο Ρίχτερ βρήκε έναν κύκλο φίλων που θα γίνονταν σημαντικές σχέσεις: «Ήμουν απίστευτα τυχερός που βρήκα τους κατάλληλους φίλους στην Ακαδημία: τον Ζίγκμαρ Πόλκε, τον Κόνραντ Φίσερ και τον [Μπλίνκι] Παλέρμο». Οι τρεις καλλιτέχνες εξέθεσαν μαζί τον Μάιο του 1963 σε ένα άδειο κατάστημα στο κέντρο της παλιάς πόλης του Ντίσελντορφ, το οποίο είχε νοικιαστεί από την τοπική δημοτική αρχή.
Το ενδιαφέρον του Ρίχτερ για την επικαιρότητα, την καταναλωτική κοινωνία, τα μέσα ενημέρωσης και την ποπ κουλτούρα άρχισε να γίνεται φανερό στους πίνακές του. Πρώιμα παραδείγματα είναι το «Πάρτι», που απεικονίζει μια σκηνή από ένα τηλεοπτικό πάρτι παραμονής Πρωτοχρονιάς· το «Τραπέζι» που βασίζεται σε ένα τραπέζι από το ιταλικό περιοδικό design «Domus»· το «Ο Πρόεδρος Τζόνσον παρηγορεί την κυρία Κένεντι» από ένα απόκομμα εφημερίδας· και το «Πτυσσόμενο Στεγνωτήριο» που αναπαράγει μια διαφήμιση για ένα στεγνωτήριο ρούχων. Αυτά τα έργα αποτέλεσαν την αρχή της επαγγελματικής πορείας του Ρίχτερ και η χρήση φωτογραφικών εικόνων –κάτι που προηγουμένως ήταν αδιανόητο για τον ίδιο και για την ακαδημαϊκή ζωγραφική– σηματοδότησε αυτή την καθοριστική στιγμή. Ήδη σε αυτό το πρώιμο στάδιο, ο καλλιτέχνης ξεκίνησε να εξερευνά τη σχέση μεταξύ της φωτογραφικής εικόνας και της ζωγραφικής, που θα γινόταν ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της πρακτικής του. Το 1963, δημιούργησε μερικά από τα πρώτα έργα που ενσωμάτωσαν την τεχνική του «θολώματος».
Προς το τέλος των σπουδών του στην Ακαδημία του Ντίσελντορφ, είχε θέσει τα θεμέλια για την πρακτική του, εγκαθιδρύοντας έναν διάλογο μεταξύ φωτογραφίας και ζωγραφικής που έμελλε να είναι εξίσου σημαντικός γι’ αυτόν όσο και για τις μεταγενέστερες ιστορικές αφηγήσεις για την τέχνη της μεταπολεμικής περιόδου.
Μέσα σε έξι μήνες από την αποφοίτησή του από τη Σχολή Καλών Τεχνών, ο Ρίχτερ εξέθετε σε αρκετές εμπορικές γκαλερί και οι συλλέκτες είχαν αρχίσει να δείχνουν ενδιαφέρον. Ενώ συνέχισε να συμπληρώνει το εισόδημά του τα επόμενα χρόνια μέσω διαφόρων επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένης της διδασκαλίας, ήταν ένα επιτυχημένο ξεκίνημα για την καριέρα του ως καλλιτέχνη.
Ενδιαφερόταν για τη διαλεκτική μεταξύ αντικειμενικότητας και υποκειμενικότητας την οποία ένιωθε ότι δημιουργούσε η ζωγραφική από φωτογραφίες. «Όταν ζωγραφίζω από μια φωτογραφία, η συνειδητή σκέψη εξαλείφεται», έλεγε.
«Η φωτογραφία είναι η πιο τέλεια εικόνα. Δεν αλλάζει. Είναι απόλυτη και επομένως αυτόνομη, άνευ όρων, χωρίς στυλ. Αποτελεί για μένα πηγή έμπνευσης όσον αφορά τόσο τον τρόπο που πληροφορεί όσο και το είδος της πληροφορίας που μου δίνει».
Το 1966 αποδείχθηκε μια σημαντική χρονιά για τον Ρίχτερ, που ζωγράφισε ένα από τα πιο διάσημα έργα του, το «Ema (Γυμνό σε σκάλα)», και εισήγαγε το στοιχείο της γεωμετρικής αφαίρεσης στην πρακτική του μέσω των «Χρωματικών Χαρτών». Στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 1970, η καριέρα του αποκτούσε δυναμική και η διεθνής φήμη του είχε αρχίσει να μεγαλώνει. Την άνοιξη του 1970 εξέθεσε τα έργα του στην γκαλερί του Κόνραντ Φίσερ, ο οποίος είχε γίνει ένας επιτυχημένος γκαλερίστας· η γκαλερί του βρισκόταν στην αιχμή της σύγχρονης τέχνης εκείνη την εποχή, εστιάζοντας στον μινιμαλισμό, τον εννοιολογισμό και τον φορμαλισμό (παρουσιάζοντας καλλιτέχνες όπως οι Καρλ Αντρέ, Μπρους Νάουμαν, Φρεντ Σάντμπακ, Ον Καβάρα, Ρίτσαρντ Λονγκ και Σολ Λέβιτ). Αυτό παρείχε στον Ρίχτερ ένα νέο πλαίσιο για τη ζωγραφική σε μια εποχή που πολλοί τη θεωρούσαν ξεπερασμένη. Του επέτρεψε να τη δει έξω από τις παραδόσεις της και να αναπτύξει μεθόδους που σχετίζονταν με τα ζητήματα με τα οποία καταπιανόταν η τέχνη εκείνη την εποχή. Η αμφισβήτηση της ζωγραφικής με αυτόν τον τρόπο ήταν θεμελιώδης για την πρακτική του Ρίχτερ καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970.
Προσκλήθηκε να εκπροσωπήσει τη Γερμανία στην 36η Μπιενάλε της Βενετίας. Ακολούθησε η ένταξή του στην documenta 5, που εδραίωσε τη φήμη του ως σημαντικού σύγχρονου καλλιτέχνη. Για την Μπιενάλε δημιούργησε 48 πορτρέτα, καμβάδες που απεικονίζουν διάσημους άνδρες των δύο προηγούμενων αιώνων, συμπεριλαμβανομένων επιστημόνων, συνθετών, φιλοσόφων και συγγραφέων.
Στις αρχές του 2000 ο Ρίχτερ παρέμεινε επικεντρωμένος στους «Αφηρημένους Πίνακές» του και το 2002, το MoMA στη Νέα Υόρκη διοργάνωσε μια μεγάλη αναδρομική έκθεση του έργου του, με τίτλο «Σαράντα Χρόνια Ζωγραφικής». Η έκθεση επιβεβαίωσε τη θέση του ως ενός από τους κορυφαίους καλλιτέχνες στον κόσμο.
Ο Ρίχτερ συνέχισε να εμπνέεται από τα τρέχοντα γεγονότα, όπως είχε κάνει και τη δεκαετία του 1960. Το 2006 δημιούργησε έναν ειδικό κύκλο «Αφηρημένων Πινάκων» με τίτλο «Cage» που περιγράφηκαν από τον Νίκολας Σερότα ως «επιβλητικοί». Πήραν τον τίτλο τους από τον Αμερικανό αβανγκάρντ συνθέτη Τζον Κέιτζ, του οποίου το έργο ο Ρίχτερ ένιωθε ότι είχε βαθιά σύνδεση με το δικό του.
Το 2007 ολοκλήρωσε μια άλλη παραγγελία, ένα μεγάλο βιτρό για τον καθεδρικό ναό της Κολωνίας, για να αντικαταστήσει το βιτρό που είχε καταστραφεί κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Είχε αναλάβει την παραγγελία το 2002 και αφιέρωσε σημαντικό χρόνο στο έργο τα επόμενα πέντε χρόνια.
Η πρώτη δεκαετία της νέας χιλιετίας βρήκε τον Ρίχτερ να χρησιμοποιεί την ψηφιακή τεχνολογία στην πρακτική του. Θεωρούμενος ως ένας από τους πιο επιδραστικούς εν ζωή καλλιτέχνες της εποχής μας, συμμετέχει όλο και περισσότερο στον διάλογο του κόσμου της τέχνης, συζητώντας θέματα όπως το μέλλον και ο σκοπός της τέχνης. Το γεγονός ότι συμπλήρωσε τα 80 του χρόνια το 2012 δεν επιβράδυνε την παραγωγικότητά του και σήμερα, στα 93 του χρόνια, εξακολουθεί να σχεδιάζει.
Έχει εκθέσει στα σημαντικότερα μουσεία του κόσμου και έχει βραβευτεί πολλές φορές. Το 1997 τού απονεμήθηκε το ιαπωνικό βραβείο «Praemium Imperiale», που θεωρείται το Νόμπελ των τεχνών.
«Gerhard Richter», Fondation Louis Vuitton, Παρίσι, Oκτώβριος 2025