Το 1609, ο Σαίξπηρ ήταν 45 ετών· τότε τυπώθηκαν 154 σονέτα που έγραψε ενώ είχαν προηγηθεί τριάντα θεατρικά έργα και δυο εκτενή αφηγηματικά ποιήματα. Καλύπτοντας θέματα όπως το πέρασμα του χρόνου, η θνητότητα, ο έρωτας, η ομορφιά, η απιστία και η ζήλια, τα πρώτα 126 σονέτα του απευθύνονται σε έναν ευγενή ωραίο νέο και τα τελευταία 28 σε μια γυναίκα - μια μυστηριώδη «σκοτεινή κυρία».
Στην εισαγωγή των «Σονέτων» (εκδόσεις Αντίποδες) ο μεταφραστής Ερρίκος Σοφράς, ανάμεσα σε άλλα, σημειώνει: «Μολονότι δεν είναι σαφές αν τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται ο Σαίξπηρ στα δεκατετράστιχα είναι υπαρκτά, ωστόσο οι σχέσεις ανάμεσά τους είναι τόσο σκοτεινές και κρυπτικές, μα και η ιστορία αχνοφαίνεται τόσο ελλιπής, που δύσκολα γίνεται πιστευτό πώς τα εμπνεύστηκε για καλλιτεχνικούς λόγους. Η ίδια η αδεξιότητα και η ασάφεια της αφήγησης, η θρυμματισμένη συνέχειά της, είναι ισχυρό επιχείρημα πως τα Σονέτα αγγίζουν ένα αληθινό βίωμα, πως είναι ποιήματα που, παρά τις αλλεπάλληλες επιστρώσεις από τόνους φωνής και δραματοποιημένου αισθήματος, έχουν την πυκνότητα και την πλαγιότητα των ποιημάτων εκείνων που είναι ριζωμένα στην εμπειρία και όχι στο λογοτεχνικό πειραματισμό.Οι εμπειρίες του έρωτα και της φιλίας, όπως παρουσιάζονται στα “Σονέτα”, είναι αποκαρδιωτικές: απογοήτευση και χωρισμοί, αποξένωση και αυτοκατάκριση. Ο τελικός θρίαμβος του θανάτου μα και του χρόνου που φεύγει σαν άμμος μέσα απ’ τα δάχτυλα είναι πολύ αισθητός. Μόνο σ’ ένα υπερβατικό, ιδεαλιστικό επίπεδο και με την πίστη στη διάρκεια της ποίησης προβάλλεται μια καταφατική στάση που αντιζυγίζει την απελπισία του ποιητή.
Οι θύελλες του πάθους στα ποιήματα είναι απούσες. Αντί γι’ αυτές παρατηρείται μια εκλεπτυσμένη ανάλυση του αισθήματος ταιριαστή με τις τεχνικές της ρητορικής και το φιλοσοφικό στοχασμό.
Το αθάνατο νήμα που διατρέχει τα 154 ποιήματα είναι το θέμα της ανθρώπινης αγάπης αλλά και η πάλη του ερωτευμένου ποιητή με τον άστοργο χρόνο του ανθρώπου που αγαπά: “And, all in war with Time for love of you” / “Για την αγάπη σου μάχομαι εγώ το Χρόνο” (15.13). Ο Γ.Χ. Ώντεν παρατηρεί: “Είναι πολύ ισχυρό εδώ το βίωμα του Χρόνου ως διαρκούς παρουσίας, που κρίνει παρελθόν και μέλλον και αντιπαραβάλλεται με την εμπειρία ενός εξωτερικού κόσμου που ολοένα αλλάζει. Έτσι η ομορφιά που χάνεται απαθανατίζεται στην τέχνη” (“Lectures on Shakespeare”, Princeton University Press 2002, σ. 91).
Τα “Σονέτα” είναι ποιήματα λατρείας, απόλυτης αφοσίωσης, τέλειας απόγνωσης, όπου το εγώ των ποιημάτων, ο λυρικός ομιλητής, λαχταρά, απογοητεύεται, εκλιπαρεί, ταπεινώνεται, νοσταλγεί, σπαράσσεται. Ο Σαίξπηρ υμνεί την ωραιότητα του φίλου του, αν και ξέρει πως θα ξεθωριάσει· βεβαιώνει για την ακεραιότητά του γνωρίζοντας πως είναι πρόσκαιρη· εγκωμιάζει την τιμιότητα και το κάλλος μιας γυναίκας που δεν είναι ούτε ενάρετη ούτε όμορφη· δε σταματά να παραδέχεται τη διχασμένη και ασήμαντη ζωή του.
Κι όμως, σ’ ένα σύμπαν φθοράς, έχοντας επίγνωση πως όλα είναι λειψά και λίγα, αποζητά επίμονα κάτι που θα διαρκέσει μετασχηματίζοντας τον πόνο, την αδυναμία και το εύθραυστο του έρωτα σε πρωτάκουστη μουσική και πυκνό νόημα».
Eπιμέλεια: Αργυρώ Μποζώνη
Κάμερα - Μοντάζ: Γεράσιμος Δομένικος
Ηχοληψία: Αλέξανδρος Αντωνίου
Μίξη ήχου: Φαίδωνας Κτενάς

