Το «θείο» πέος στον αρχαίο κόσμο (μέρος δεύτερο)
Το πέος ως σύμβολο αρετής και η παιδεραστία στους αρχαίους Έλληνες και τους Ρωμαίους.
Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι Έλληνες έδιναν όρκο με τον ίδιο τρόπο (όπως οι Ισραηλίτες, με το χέρι στον μηρό). Όμως το άγγιγμα των όρχεων ενός αγοριού από έναν άντρα ήταν τόσο συνηθισμένο στην κλασική Αθήνα, ώστε η απουσία του έγινε αφορμή για χιούμορ από τον Αριστοφάνη.
«Κι εσύ, ρε αθεόφοβε, συναντάς τον γιο μου στο γυμναστήριο, που μόλις βγήκε φρεσκοπλυμένος απ’ το λουτρό, και ούτε τον φίλησες, ούτε τον αγκάλιασες, ούτε τον πήρες μαζί σου, ούτε έπιασες ποτέ τ’ αρχίδια του· και λες πως είσαι φίλος μας!»
Πρόκειται για αστείο που ακούγεται αλλόκοτο στ’ αυτιά των σημερινών ανθρώπων. Στη δική μας εποχή, η παιδεραστία –δηλαδή οι σεξουαλικές σχέσεις ανάμεσα σε ενήλικα άντρα και αγόρι– θεωρείται κακοποίηση και έγκλημα. Στην αρχαία Ελλάδα, όμως, δεν συνέβαινε το ίδιο – η παιδεραστία αποτελούσε θεσμό, νομιμοποιημένο από τους ολύμπιους θεούς και τους μυθικούς ήρωες. Ο Δίας, ο Απόλλωνας, ο Ποσειδώνας και ο Ηρακλής είχαν όλοι παιδεραστικές εμπειρίες. Το ίδιο και αρκετοί από τους πιο επιφανείς Έλληνες της ιστορίας, όπως ο Σόλωνας, ο Πυθαγόρας, ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας. Η πράξη αυτή δεν ήταν απλώς ανεκτή: ήταν δομικό στοιχείο μιας ελιτίστικης, στρατιωτικού τύπου κουλτούρας, η οποία εξύψωνε την έννοια του πέους πέρα από τη βιολογία και τη θρησκεία – στα υψηλά πεδία της φιλοσοφίας και της τέχνης.
Οι Αθηναίοι καμάρωναν που ήταν διαφορετικοί. Αγγειογραφίες της κλασικής περιόδου συχνά δείχνουν έναν γυμνό άντρα να επιδεικνύει το πέος του σε μια πλήρως ντυμένη γυναίκα. Αυτό που εμείς σήμερα αποκαλούμε «επιδειξιομανία» (flashing), εκείνοι το έλεγαν «φλερτ».
Στην Αθήνα, το πέος δεν εξυψωνόταν μόνο συμβολικά – επιδεικνυόταν κιόλας. Οι άντρες γυμνάζονταν γυμνοί στο «εργαστήριο» παρασκευής της αθηναϊκής ανδρείας: το γυμνάσιο (από τη λέξη «γυμνός»). Για έναν ελεύθερο Αθηναίο, η γύμνια επιβεβαίωνε τη θέση του ως πολίτη-πολεμιστή. Ήταν, όπως γράφει η ιστορικός Λαρίσσα Μπονφάντε, η «αστική ενδυμασία των Αθηναίων» – η ίδια που φορούν και οι ήρωες στις ανάγλυφες παραστάσεις του Ναού της Αθηνάς Νίκης, οι οποίοι απεικονίζονται να κατατροπώνουν τους εχθρούς της πόλης. Κάποιοι ιστορικοί πιστεύουν ότι οι Έλληνες κυκλοφορούσαν γυμνοί και έξω από τα γυμνάσια. Τεκμήρια για κάτι τέτοιο «προκύπτουν από την ελληνική γλυπτική και από τις σκηνές σε ελληνικά αγγεία», γράφει ο Ρόμπιν Όσμπορν του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Προειδοποιεί όμως ότι «η σχέση ανάμεσα σ’ αυτές τις απεικονίσεις και την ίδια τη ζωή παραμένει ανοιχτή προς συζήτηση».
Και μόνο η γύμνια στα γυμνάσια αρκούσε για να σοκάρει τους επισκέπτες της Αθήνας πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Όμως οι Αθηναίοι καμάρωναν που ήταν διαφορετικοί. Αγγειογραφίες της κλασικής περιόδου συχνά δείχνουν έναν γυμνό άντρα να επιδεικνύει το πέος του σε μια πλήρως ντυμένη γυναίκα. Αυτό που εμείς σήμερα αποκαλούμε «επιδειξιομανία» (flashing), εκείνοι το έλεγαν «φλερτ». Στην Αθήνα, η σεξουαλική σπίθα προερχόταν από την ομορφιά του άντρα – όχι της γυναίκας.
Η λατρεία της ανδρικής μορφής αποτυπωνόταν στους χιλιάδες κούρους – γυμνά αγάλματα νέων ανδρών που κοσμούσαν τον ελληνικό κόσμο. Αν και τα πέη τους ήταν χαλαρά, οι σκληροί, μυώδεις κορμοί τους εξέπεμπαν αξίες ξεκάθαρα ιθυφαλλικές. Άλλα αγάλματα δεν ήταν τόσο διακριτικά. Οι Ερμές (ερμαϊκές στήλες) –λίθινες ή ξύλινες στήλες με κεφαλή του θεού Ερμή στην κορυφή και ένα πέος σε στύση στο μέσο– ήταν διασκορπισμένες σε όλη την ελληνική επικράτεια. Ο τύραννος Ίππαρχος είχε τοποθετήσει ερμαϊκές στήλες στη μέση κάθε δρόμου που συνέδεε την Αθήνα με τα χωριά της Αττικής. Γύρω στο 500 π.Χ., λένε οι ιστορικοί, οι περισσότεροι Αθηναίοι είχαν μια ερμαϊκή στήλη στην είσοδο του σπιτιού τους.
Αυτά τα αγάλματα, που δεν είχαν κανένα άλλο μέρος του σώματος εκτός από ένα κεφάλι και ένα πέος, ενσάρκωναν την ελληνική αντίληψη του πέους ως «ιδέας». Η ελληνική φιλοσοφία διαχώριζε τη μορφή από την ύλη. Η μορφή, την οποία ο Πλάτωνας ονόμαζε επίσης «ἰδέα», ήταν ενεργητική, γόνιμη και αρσενική – όπως ακριβώς το πέος. Η ύλη ήταν παθητική, άγονη και θηλυκή. Όπως η σφραγίδα αποτυπώνεται σε κερί, έτσι και η ιδέα αποτυπωνόταν στην ύλη, δίνοντάς της νόημα. Αυτό εκφράζεται ξεκάθαρα στην ελληνική αντίληψη για τη σύλληψη. Στο έργο Περί γενέσεως ζῴων, ο Αριστοτέλης παρομοίαζε τον άνδρα με ξυλουργό και τη γυναίκα με ξύλο – το παιδί δημιουργείται από τον ξυλουργό με πρώτη ύλη το ξύλο. Στις Ευμενίδες, ο Αισχύλος βάζει τον θεό Απόλλωνα να υποστηρίζει το ίδιο επιχείρημα:
Δεν είναι η μητέρα που γεννά,
απλώς τρέφει το βλαστάρι που φυτεύτηκε μέσα της.
Ο πατέρας είναι αυτός που γεννά
– η γυναίκα είναι μόνο ξένη που φυλάει το σπέρμα ξένου,
αν δεν το πλάσει ο θεός.
Απόδειξη: Η Παλλάδα Αθηνά γεννήθηκε από τον Δία
χωρίς μήτρα, κι έγινε τροφός παιδιού.
(Μτφρ. Παύλος Μάτεσις).
Το πέος σε στύση συμβόλιζε επίσης την αθηναϊκή ισχύ. Όταν οι Έλληνες νίκησαν τους Πέρσες στην Ηιόνα, το 476 π.Χ., οι στρατηγοί που ηγήθηκαν της νικηφόρας εκστρατείας ζήτησαν να τιμηθούν με ένα μνημείο. Το μνημείο που ανεγέρθηκε είχε τη μορφή τριών μαρμάρινων ερμαϊκών στηλών στην Αγορά, την καρδιά της αθηναϊκής δημόσιας ζωής. Έτσι, τον ελληνικό πολιτισμό και τη νίκη που τον διέσωσε τον συμβόλιζαν τρεις πέτρινες στύσεις. Γι’ αυτό και ένα καλοκαιρινό πρωινό του 415 π.Χ. αυτό που συνέβη θεωρήθηκε τόσο τραυματικό: λίγες μόλις ώρες προτού αναχωρήσει ο αθηναϊκός στρατός για τη Σικελία, κάποιος έσπασε τα φαλλικά μέρη από εκατοντάδες ερμαϊκές στήλες σε όλη την πόλη. Είτε επρόκειτο για κάποιον μεθυσμένο είτε, όπως γράφει η ιστορικός Eva Keuls στο The Reign of the Phallus, για αντιπολεμική διαμαρτυρία από Αθηναίες γυναίκες, η σημασία του γεγονότος για τους Αθηναίους άνδρες ήταν αδιαμφισβήτητη: η πόλη ξύπνησε «ευνουχισμένη» – που ως οιωνός ήταν τρομακτικός. Το γεγονός ότι η σικελική εκστρατεία απέτυχε και τελικά συνέβαλε στην ήττα της Αθήνας από τη Σπάρτη επιβεβαίωσε ακόμη περισσότερο τις δυσοίωνες προβλέψεις.
Αυτή τη σύνδεση του πέους με την εξουσία εντόπισε γύρω στο 275 π.Χ. και ο Καλλίξενος από τη Ρόδο, ο οποίος μας άφησε μια περιγραφή ως αυτόπτης μάρτυρας ενός διονυσιακού φεστιβάλ στην Αλεξάνδρεια. Στη γιορτή αυτή, ένας «χρυσός φαλλός μήκους 180 ποδιών» (περίπου 55 μέτρα), με ένα χρυσό αστέρι στην κορυφή, μεταφερόταν στους δρόμους της πόλης μπροστά σε μισό εκατομμύριο θεατές, καθώς απαγγέλλονταν ποιήματα προς τιμήν του. Μπροστά από τον ορθωμένο χρυσό φαλλό –που, αν στεκόταν κάθετα, θα έφτανε το ύψος ενός σύγχρονου 20ώροφου κτιρίου– παρήλαυναν δέκα σειρές από στρουθοκαμήλους καβαλικεμένες από αγόρια ντυμένα ως σατύρους, δεκάδες ενήλικες Αιθίοπες που μετέφεραν χαυλιόδοντες, καμαρωτά παγώνια, δεκαέξι γατόπαρδοι, δεκατέσσερις λεοπαρδάλεις, μια λευκή αρκούδα, ένας ρινόκερος και μία καμηλοπάρδαλη. Πίσω από τον ιερό γιγάντιο φαλλό ακολουθούσε ένα χρυσό άγαλμα του Δία και πάνω από πενήντα χιλιάδες πεζικάριοι.
Προφανώς, ο Έλληνας αντιμετώπιζε το πέος με δέος, ως κάτι ιερό και ισχυρό. Οι ελληνικοί ουρανοί ήταν γεμάτοι από θεούς που γεννήθηκαν από μαγικούς όρχεις ή διέθεταν μαγικούς όρχεις. Η Αφροδίτη αναδύθηκε απ’ τον αφρό, γεννημένη από το σπέρμα του Ουρανού, όταν ο γιος του, ο τιτάνας Κρόνος, τον ευνούχισε και πέταξε τους όρχεις του στη θάλασσα. Από μια ένωση της Αφροδίτης, θεάς του έρωτα, και του Διονύσου, θεού του κρασιού, γεννήθηκε ο Πρίαπος, μια δευτερεύουσα θεότητα της γονιμότητας με μια μόνιμη (και υπερμεγέθη) στύση. Ο Διόνυσος τιμούνταν κάθε χρόνο στην Αθήνα με επτά φεστιβάλ, καθένα από τα οποία περιλάμβανε μια πομπή φαλλών (αντιγράφων πέους) που κρατούσαν οι φαλλοφόροι, οι οποίοι περπατούσαν στους δρόμους της πόλης κρατώντας ψηλά τις ξύλινες στύσεις τους –καμία, ωστόσο, τόσο μεγάλη όσο εκείνη που είδε ο Καλλίξενος στην Αλεξάνδρεια–, ενώ οι συμμετέχοντες έπιναν κρασί και τραγουδούσαν άσεμνα τραγούδια.
Οι αποικίες και οι σύμμαχοι της Αθήνας ήταν υποχρεωμένοι να στέλνουν τους δικούς τους φαλλούς στα Διονύσια, τη μεγαλύτερη από τις γιορτές προς τιμήν του θεού του κρασιού. Αρχεία δείχνουν ότι το νησί της Δήλου είχε προσφέρει αρκετές φορές ένα περίτεχνο ξύλινο φτερωτό πουλί, με ένα ορθωμένο πέος στη θέση του κεφαλιού του. Πολλοί από τους πιο «συμβατικούς» ξύλινους φαλλούς της πομπής είχαν ζωγραφισμένο πάνω στη βάλανο ένα μεγάλο, ανοιχτό μάτι, με γραμμές που υποδήλωναν τραβηγμένη πόσθη – σχηματίζοντας έτσι ένα πέος με κεφάλι, λαιμό και «προσωπικότητα». Το μήνυμα αυτών των ανθρωπόμορφων αναπαραστάσεων ήταν ξεκάθαρο για όλους τους Έλληνες και έδινε θεατρική μορφή σε ένα διαχρονικό ερώτημα: ο άνθρωπος κατέχει το πέος ή το πέος κατέχει τον άνθρωπο;
Αν και ο ίδιος ο Διόνυσος δεν απεικονιζόταν ποτέ με στύση, η σύνδεσή του με το ορθωμένο πέος ήταν καλά εδραιωμένη στη μυθολογία. Αυτό φανερώνουν δύο σχετικοί μύθοι: ο Πήγασος, αγγελιοφόρος του Διονύσου, μετέφερε ένα άγαλμα του θεού από τις Ελευθερές στην Αθήνα, όπου τόσο ο ίδιος όσο και το άγαλμα αντιμετωπίστηκαν με αγένεια. Η Giulia Sissa και ο Marcel Detienne γράφουν στο The Daily Life of the Greek Gods ότι, ως τιμωρία, ο Διόνυσος «χτύπησε» τους αγενείς Αθηναίους με μια ανίατη ασθένεια που έπληττε το πέος. Το μαντείο των Δελφών διέταξε τους Αθηναίους να κάνουν πομπές με φαλλούς για να εξιλεωθούν.
Η Δελφική Πυθία… έκανε γνωστό ότι η θεραπεία θα ερχόταν μόνο αν οι Αθηναίοι παρήλαυναν τον θεό με όλες τις τιμές που του αναλογούσαν βάσει του αξιώματός του. Οι Αθηναίοι αμέσως άρχισαν να κατασκευάζουν φαλλούς,… αποδίδοντας τιμή στον θεό με αντικείμενα που απέδιδαν μνήμη στα δεινά τους.
Στον δεύτερο μύθο, ο Διόνυσος συστήνει το κρασί σε έναν Αθηναίο γεωργό που ονομάζεται Ικάριος, ο οποίος ενθουσιάζεται με τη γεύση του και σύντομα προσκαλεί κοντινούς βοσκούς να το δοκιμάσουν κι αυτοί. Δεν αργούν να μεθύσουν σε βαθμό λήθαργου, οπότε, άλλοι βοσκοί που φτάνουν αργοπορημένοι στη γιορτή και τους ανακαλύπτουν, υποθέτουν ότι ο Ικάριος έχει δηλητηριάσει τους φίλους τους. Σε αντίποινα, τον σκοτώνουν. Αυτό εξοργίζει τον Διόνυσο, ο οποίος εμφανίζεται στους βοσκούς ως ένα πανέμορφο αγόρι. Οι φονιάδες του Ικάριου καταλαμβάνονται από επιθυμία να συνευρεθούν μαζί του, αλλά πάνω στην κορύφωση του πόθου τους το αγόρι εξαφανίζεται, αφήνοντάς τους με τεράστιες στύσεις που δεν υποχωρούν. Για άλλη μια φορά, ζητείται χρησμός από τη δελφική Πυθία, η οποία αποκαλύπτει ότι η θεραπεία μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν οι βοσκοί φιλοτεχνήσουν φαλλικά αφιερώματα στον Διόνυσο και τα περιφέρουν προς τιμήν του.
«Για τον Έλληνα», γράφει ο κλασικιστής Άλμπερτ Χένριχς, «οι στύσεις είναι σημάδια σωματικής και πνευματικής κατάστασης την οποία ο Πλάτωνας προσδιόριζε ως “θείο παραλογισμό”». Στον Τίμαιο, ο Πλάτωνας εντοπίζει το θεϊκό στον άνθρωπο μέσα στον μυελό της σπονδυλικής στήλης – από την ίδια ουσία που θεωρεί ότι είναι φτιαγμένα τόσο ο εγκέφαλος όσο και το σπέρμα. Αυτή η θεϊκή ουσία έχει «μια ζωτική ώθηση να αναβλύσει», έγραφε ο Πλάτωνας, γεγονός που εξηγεί γιατί το πέος είναι «ανυπάκουο και αυτεξούσιο».
Είναι σαφές ότι οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν το πέος για να μετρήσουν την εγγύτητά τους προς τους θεούς – προς τη θεία δύναμη, τη θεία διάνοια αλλά και τη θεϊκά εμπνευσμένη παραφροσύνη. Το μέγεθος, όμως, δεν έπαιζε ρόλο· τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που φανταζόμαστε σήμερα. Στην καθημερινή ζωή, αντίθετα από τις εορταστικές πομπές, οι Έλληνες προτιμούσαν ένα μικρό, λεπτό πέος, όπως εκείνο ενός έφηβου που γυμνάζεται στο γυμνάσιο. Αυτό ήταν το πέος που απεικονιζόταν στους κούρους και ζωγραφιζόταν στα αγγεία όλης της Μεσογείου. Οι Έλληνες καλλιτέχνες εξέφραζαν την περιφρόνησή τους προς τους βαρβάρους και τους δούλους ζωγραφίζοντάς τους με μεγάλα γεννητικά όργανα. Ο Αριστοτέλης έδωσε σε αυτή την αισθητική προτίμηση μια «επιστημονική» εξήγηση, γράφοντας ότι το μικρό πέος ευνοεί τη σύλληψη επειδή στο μεγάλο το σπέρμα ψύχεται και γίνεται «άγονο». Όποια κι αν ήταν η αιτιολόγηση, ο Αριστοφάνης δεν έχανε την ευκαιρία να αστειευτεί με το θέμα, σε μια γεμάτη λογοπαίγνια διαμάχη για την παιδαγωγική στις Νεφέλες:
«Αν με ακούσεις», λέει ένας από τους δύο αντιπάλους,
«θα έχεις πάντα ένα στήθος κυματιστό, λαμπερό δέρμα, φαρδιούς ώμους, μικρή γλώσσα, σφιχτό κώλο και ένα τσουτσούνι λιλιπούτειο.
Αν όμως ακολουθήσεις τα μοντέρνα ήθη…
θα αποκτήσεις χλωμό χρώμα, στενούς ώμους, ανύπαρκτο στήθος, τεράστια γλώσσα, κοκαλιάρικα μπούτια και… ένα όργανο μεγάλο σαν κοντάρι».
Μεγάλο ή μικρό, δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει τη σημασία του πέους στη φιλοσοφία της ελληνικής εκπαίδευσης. Είτε κάποιος καταγόταν από την Αθήνα, είτε από τη Σπάρτη, ο Έλληνας ήταν προσηλωμένος σε ένα ιεραρχικό σύστημα πεποιθήσεων και αισθητικής, βασισμένο στην ανδρική υπεροχή, τη στρατοκρατία και την εξιδανίκευση του γυμνού ανδρικού σώματος – ένα σύστημα που διαιώνιζε έναν θεσμό που σήμερα είναι εντελώς αδύνατο να υπερασπιστεί κανείς: την παιδεραστία.
Η παιδεραστία στην Ελλάδα δεν ήταν απλώς ένας τρόπος ζωής· ήταν μια τελετουργία μετάβασης από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση. Σχεδόν όλοι οι Έλληνες αριστοκράτες, αφού μυούνταν στην παιδεραστία κατά την παιδική τους ηλικία, παντρεύονταν και αποκτούσαν οικογένεια, διατηρώντας συχνά μια σχέση σεβασμού με τους πρώην μέντορές τους. (Αντιθέτως, ένας ενήλικος άνδρας που επέτρεπε να διεισδύσουν στο σώμα του θεωρούνταν κίναιδος –άνδρας που έπαιζε τον ρόλο της γυναίκας– και περιφρονούνταν κοινωνικά).
Για να κατανοήσουμε την ελληνική παιδεραστία, πρέπει να προσπαθήσουμε να τη δούμε όπως την έβλεπαν οι ίδιοι οι Έλληνες: ως θεσμό που αφορούσε περισσότερο τη διδασκαλία παρά την ηδονή, περισσότερο την κοινωνική τάξη παρά το σεξ, και πάντοτε την υψηλή καταγωγή, την αριστοκρατικότητα του πέους. Στην Ελλάδα, η ανδρική ταυτότητα ήταν κάτι που διδασκόταν και κατακτιόταν· οι νέοι άνθρωποι τη μάθαιναν από τον δάσκαλο και την αποκτούσαν στον πόλεμο. Η παιδεραστική πράξη ήταν η κορύφωση μιας καθοδηγητικής σχέσης ανάμεσα σε δύο άτομα, με σκοπό τη μετάδοση της αρετής – της ελληνικής λέξης που σήμαινε ένα σύνολο ανδρικών προτερημάτων, όπως το θάρρος, η δύναμη, η δικαιοσύνη και η εντιμότητα.
Η σχέση μεταξύ παιδεραστίας και αρετής έπαιρνε κυριολεκτικά μνημειώδη μορφή στην Αγορά των Αθηνών. Εκεί, η λέξη «αρετή» ήταν χαραγμένη στις τρεις ερμαϊκές στήλες που ανεγέρθηκαν για να τιμήσουν τη νίκη των Ελλήνων επί των Περσών στην Ηιώνα. Λίγο πιο πέρα, στέκονταν τα παλιότερα και υπερφυσικών διαστάσεων αγάλματα των Αρμόδιου και Αριστογείτονα –εραστή και ερώμενου– οι οποίοι αποδίδονταν γυμνοί και με έντονα γυμνασμένα σώματα, με τα πέη τους εμφανώς ορατά, καθώς είχαν αποτυπωθεί στην πέτρα τη στιγμή που επιτελούσαν την πράξη που αποδείκνυε την αρετή τους: τη δολοφονία, με μαχαίρι, του τυράννου Ίππαρχου το 514 π.Χ. Προφανώς, ένας άνδρας με αρετή ενσάρκωνε τα ύψιστα ιδανικά της ελληνικής δημοκρατίας και της ανδρικής ταυτότητας. Και για τους Έλληνες, έναν πολιτισμό που σημάδευε τους δρόμους και τις στρατιωτικές του νίκες με ερμαϊκές στήλες, όλα αυτά τα ιδανικά ενσαρκώνονταν στο πέος.
Οι σχέσεις μεταξύ του ἐραστή (μεγαλύτερου σε ηλικία εραστή) και του ἐρώμενου (νεαρού αντικειμένου του πόθου) διαμορφώνονταν στο γυμνάσιο. Σύμφωνα με τον θρύλο, η γυμνή άθληση γεννήθηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 720 π.Χ., όταν ένας αθλητής με το όνομα Ορσίππος άφησε να πέσει το ζωνάρι του στη μέση του αγώνα (τον οποίο και κέρδισε). Δεν είναι σαφές πότε εμφανίστηκαν τα πρώτα γυμνάσια, αλλά γνωρίζουμε ότι τον 6ο αιώνα π.Χ. ο Σόλων πρότεινε τη θανατική ποινή για όποιον έκλεβε ρούχα σε γυμνάσιο. Τα πιο διάσημα γυμνάσια της Αθήνας ήταν η Ακαδημία και το Λύκειο. Το καθένα διέθετε στίβο, παλαίστρες, αίθουσες γενικής άσκησης, λουτρά, καθώς και χώρους για οινοποσία και φιλοσοφικές συζητήσεις. Ο Πλάτων δίδασκε στην Ακαδημία, ο Αριστοτέλης στο Λύκειο.
Το σώμα ενός νεαρού Έλληνα αριστοκράτη ήταν ταυτόχρονα οικόσημο και έργο τέχνης. Και τα δύο διαμορφώνονταν στο γυμνάσιο μπροστά σε κοινό από εύπορους ηλικιωμένους άνδρες. Ωστόσο, αυτός ο θαυμασμός δεν εκτιμήθηκε από όλους: ο Αριστοφάνης χλευάζει στις Νεφέλες την ιδέα ενός μεγαλύτερου Αθηναίου να λιώνει από ερωτικό καημό στην παλαίστρα, κοιτώντας το σημάδι που άφησε στην άμμο το φίνο πέος του αγαπημένου του.
Όποια απόλαυση κι αν αντλούσε ο ἐραστής από τη σεξουαλική του επαφή με τον ἐρώμενο, επίσημα αυτή υποτασσόταν στον ανώτερο στόχο της μετάδοσης της αρετής. «Στην Ελλάδα», έγραψε ο Μισέλ Φουκό στην Ιστορία της σεξουαλικότητας, «η αλήθεια και το σεξ συνδέονταν υπό τη μορφή της παιδαγωγίας, μέσα από τη μετάδοση μιας πολύτιμης γνώσης από ένα σώμα σε ένα άλλο – το σεξ λειτουργούσε ως μέσο μύησης στη μάθηση». Αγγειογραφίες δείχνουν ότι η μεταξύ των μηρών συνουσία (μεσομηριαία επαφή) ήταν συνηθισμένη ανάμεσα σε άνδρες και αγόρια στην Αθήνα. Στο Pederasty and Pedagogy in Archaic Greece, ωστόσο, ο ιστορικός Γουίλιαμ Άρμστρονγκ Πέρσι Γ΄ καταλήγει ότι η πρωκτική διείσδυση ήταν η προτιμώμενη πρακτική. (Αυτό επίσης πυροδοτούσε την ομοφοβία του Αριστοφάνη, ο οποίος χλεύαζε τους παθητικούς, αποκαλώντας τους ευρύπρωκτους ή κατάπυγους).
Η άποψη του Αριστοφάνη, πάντως, δεν ήταν η κυρίαρχη μεταξύ της ελληνικής ελίτ. Όταν ένας ἐραστής διείσδυε σε έναν ἐρώμενο με το πέος του, συντελούνταν –συμβολικά αλλά και κυριολεκτικά– η πλήρης και οριστική μετάδοση της ἀρετῆς. Ο Αριστοτέλης στη διδασκαλία του ανέφερε ότι το όχημα για αυτή τη μετάδοση της αρετής ήταν το σπέρμα, το οποίο πίστευε ότι παρέχει την ψυχή στο παιδί. Μέσω της παιδεραστίας, οι Έλληνες άνδρες υπερίσχυαν της φύσης: με ένα πέος και χωρίς γυναίκες, γεννούσαν άλλους άνδρες. Αυτή ήταν η πιο συγκλονιστική και μυστηριώδης δύναμη του πέους.
Ένας Ρωμαίος δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι η ανδρική αρετή (virtus) μπορούσε να μεταδοθεί μέσω της πρωκτικής διείσδυσης. Η αντίληψή του για την αρρενωπότητα καθοριζόταν από τη δυναμική εξουσίας στη σεξουαλική πράξη. Ο Ρωμαίος διείσδυε στους άλλους με το πέος του· ποτέ δεν δεχόταν να διεισδύσει μέσα του το πέος κάποιου άλλου. Ένας άνδρας που το επέτρεπε αυτό υφίστατο το muliebria pati, δηλαδή «την εμπειρία της γυναίκας». Αυτός ο άνδρας δεν θεωρούνταν πια πραγματικός άνδρας. Ήταν cinaedus (κίναιδος), όρος δανεισμένος από τα ελληνικά, που δήλωνε τους άνδρες που απολάμβαναν τέτοιου είδους ταπεινώσεις.
Οι Ρωμαίοι ένιωθαν τόσο έντονα για αυτό το θέμα, ώστε επηρέαζε ακόμα και τις στρατιωτικές τους επιχειρήσεις. Η λατινική λέξη για τη σφαίρα (βολίδα) ήταν glans, που σήμαινε επίσης «κεφαλή πέους», όπως και στα σημερινά αγγλικά (glans penis). Όταν εκτοξεύονταν με σφεντόνες, αυτές οι βολίδες συνοδεύονταν από χυδαίες φράσεις (σκαλισμένες πάνω τους) που παρομοίαζαν τη χρήση τους με βιασμό. Κατά την πολιορκία της Περουσίας το 41 π.Χ., οι δυνάμεις που υποστήριζαν τον Μάρκο Αντώνιο στόχευαν τα πυρομαχικά τους στον πρωκτό της Οκταβίας.
Όπως και οι Έλληνες, τα μέλη της ρωμαϊκής ελίτ έβλεπαν τους γιους των ανθρώπων της τάξης τους ως αντικείμενα πόθου. Ωστόσο, οι Ρωμαίοι έβλεπαν αυτά τα αγόρια ως viri (άνδρες) – ή, ακριβέστερα, ως αγόρια σε διαδικασία μετάβασης προς την ιδιότητα του vir. Για έναν Ρωμαίο, ήταν αποτρόπαιο αυτό το πέρασμα να «ακυρωθεί» με το να εξαναγκαστεί το αγόρι να ζήσει «την εμπειρία της γυναίκας». Εξαιτίας αυτού του ταμπού, ένα ρωμαϊκό αγόρι φορούσε μια bulla, ένα φυλαχτό που περιείχε ένα ομοίωμα ορθωμένου πέους. Το ομοίωμα αυτό, γνωστό ως fascinum, συμβόλιζε την ιδιότητά του ως μελλοντικού vir, την αναδυόμενη δύναμή του και το κοινωνικό του status. Η bulla τον προστάτευε από σεξουαλικές προσεγγίσεις. Το fascinum μέσα στη bulla ήταν πιθανότατα το μόνο ομοίωμα πέους που δεν βρισκόταν σε δημόσια θέα στη ρωμαϊκή πόλη. Όπως και στην Αθήνα, έτσι και στη Ρώμη, απεικονίσεις πέους σε στύση βρίσκονταν παντού –πάνω σε λιθόστρωτα, στα δημόσια λουτρά, στους τοίχους ιδιωτικών κατοικιών– με σκοπό είτε να φέρουν καλή τύχη είτε να απομακρύνουν το κακό. Ένα fascinum που κρεμόταν από το άρμα προστάτευε τον θριαμβευτή στρατηγό κατά την παρέλαση της νίκης από τον φθόνο των άλλων στρατηγών. Υπήρξε τόσο διαχρονική η μαγεία που αποδιδόταν στο ερεθισμένο πέος στη Ρώμη, ώστε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Ιταλός πρωθυπουργός Βιττόριο Εμανουέλε Ορλάντο φορούσε ένα fascinum σε βραχιόλι για να εξασφαλίσει τη νίκη των Συμμάχων. Ακόμα και σήμερα, χίλια πεντακόσια χρόνια μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οτιδήποτε ισχυρό ή συναρπαστικό οι αγγλόφωνοι το χαρακτηρίζουν ως «fascinating» – δηλαδή, «γοητευτικό».
Η πανταχού παρούσα παρουσία των fascina (φαλλικών φυλαχτών) στη Ρώμη συναγωνιζόταν εκείνη του Πρίαπου, ενός από τους πιο ασήμαντους θεούς που ωστόσο είχε το μεγαλύτερο πέος – μια στύση που απεικονιζόταν συνήθως να καλύπτει σχεδόν το μισό του σώμα. Αρχικά ελληνικής προέλευσης, ο Πρίαπος λέγεται πως καταγόταν από τη Λάμψακο της Μικράς Ασίας, όπου πρωτοστατούσε σε περίφημα όργια. Η μητέρα του, η Αφροδίτη, ντρεπόταν για το άσχημο πρόσωπο και το παραμορφωμένο σώμα του γιου της. Όχι όμως και οι γυναίκες της Λαμψάκου, οι οποίες θεωρούσαν ότι «ήταν φτιαγμένος ακριβώς όπως έπρεπε». Το πρόβλημα του Πρίαπου ήταν με τους άνδρες της πόλης, που, κυριευμένοι από φθόνο, έδιωξαν τον αιωνίως ερεθισμένο αντίπαλό τους. Το αποτέλεσμα ήταν μια επιδημία αφροδισίων νοσημάτων που έπληξε αποκλειστικά τους άνδρες της Λαμψάκου. Η θεραπεία βρέθηκε μόνο όταν εκείνοι ικέτευσαν τον Πρίαπο να επιστρέψει, τον ανέδειξαν σε θεό των κήπων και των κοπαδιών και έστησαν φαλλικά αγάλματα προς τιμήν του στις αυλές τους. (Υπάρχει μια προφανής ομοιότητα ανάμεσα σε αυτόν τον μύθο και σε εκείνους που εξηγούν την προέλευση των διονυσιακών φαλλοφοριών στην Αθήνα).
Ο Πρίαπος ήταν ένας αγαπητός, αν και δευτερεύων, θεός στην Ελλάδα. Στη Ρώμη, όμως, η δημοτικότητά του εκτοξεύτηκε, κυρίως λόγω του τεράστιου πέους του. «Ενώ το μικρό, καλοσχηματισμένο πέος ενός αγοριού ήταν πολιτισμικό σύμβολο για τους Αθηναίους άνδρες», γράφει ο ιστορικός Κρεγκ Γουίλιαμς, «ο Πρίαπος ήταν το πιο κραυγαλέο ρωμαϊκό σύμβολο, απολύτως ικανός να επιβάλει την ώριμη αρρενωπότητά του διαπερνώντας τους άλλους με το εντυπωσιακό του μόριο». Ο Πρίαπος επιτελούσε την επίσημη λειτουργία του –την προστασία της ιδιοκτησίας– ως ξύλινο αγαλματίδιο που στήνονταν στο πίσω μέρος μιας ρωμαϊκής κατοικίας ή στους αγρούς. Το τεράστιο πέος του ήταν συχνά βαμμένο κόκκινο και δεν ήταν ασυνήθιστο να στηρίζει ένα μπολ με φρούτα. Αυτή η αγροτική του όψη ενίσχυσε τη δημοφιλία του κατά την Αυγούστεια περίοδο, όταν κάποιοι κοινωνικοί επικριτές ανησυχούσαν ότι η επιδεικτική χλιδή της Αυτοκρατορικής Ρώμης ήταν αντίθετη προς τις παραδοσιακές ρωμαϊκές αξίες. Τα πρόχειρα, χοντροφτιαγμένα αγάλματα του Πρίαπου αποτελούσαν, σύμφωνα με τον ιστορικό Πίτερ Στιούαρτ, «αντίβαρο στη χρυσή και περίτεχνη διακόσμηση της Ρώμης και στο λεπτοδουλεμένο μάρμαρο. Με ένα σαρκαστικό μειδίαμα και ένα τεράστιο πέος, ο Πρίαπος απαντούσε στο κάλεσμα για επιστροφή στη ρωμαϊκή απλότητα». Και στη ρωμαϊκή βαρβαρότητα. Ο Πρίαπος είναι πρωταγωνιστής σε περισσότερα από ογδόντα σωζόμενα λατινικά ποιήματα. Τα περισσότερα υποτίθεται ότι γράφτηκαν από τον ίδιο τον Πρίαπο ως προειδοποιήσεις σε πιθανούς κλέφτες. Παρόλο που η πατρότητα των ποιημάτων είναι αμφίβολη, δεν υπάρχει αμφιβολία για τον επιθετικά μάτσο τόνο τους:
«Αυτό το σκήπτρο, που κόπηκε από δέντρο,
τώρα δεν πρόκειται ποτέ πια να πρασινίσει με φύλλα,
αυτό το σκήπτρο, που οι παθητικοί αναζητούν,
που κάποιοι βασιλιάδες ποθούν να κρατήσουν,
στο οποίο φιλιά δίνουν οι αριστοκράτες πούστηδες,
θα μπει στα σωθικά του κλέφτη ως τη ρίζα,
ως τη βάση της ράβδου μου και τη λαβή των αρχιδιών μου».
Οι παραβάτες θεωρούνταν φυσικά άνδρες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο Πρίαπος έτρεφε ιδιαίτερα τρυφερά αισθήματα για τις γυναίκες:
«Κι αν μοιάζω πρόθυμος,
θα χρειαστώ δέκα χούφτες λαχανίδας
για να τρίψω τα χαντάκια του βουβώνα σου
και να σκοτώσω τα σκουλήκια που συνωστίζονται στο μουνί σου».
(Η λαχανίδα είναι φυτό της οικογένειας των σιναπιδοειδών, που οι Ρωμαίοι πίστευαν πως ενισχύει τη στύση).
Αυτά τα ποιήματα είναι συναρπαστικά για πολλούς λόγους, ιδίως γιατί μέσω ενός ομιλούντος πέους σκιαγραφούν ένα καθόλου κολακευτικό πορτρέτο της ρωμαϊκής κοινωνίας. Όπως έγραψε ο Ότο Κίφερ στη θεμελιώδη του μελέτη Η σεξουαλική ζωή στη Ρώμη (1934), η σκληρότητα διαπότιζε τον ρωμαϊκό ερωτισμό. Αυτό φαινόταν ξεκάθαρα στα θεάματα του Κολοσσαίου, όπου η ηδονή για τη βία επικεντρωνόταν στον μονομάχο: εκείνος που διείσδυε με το όπλο του επιβίωνε, ενώ αυτός που δεχόταν τη διείσδυση πέθαινε. Μια παρόμοια ερωτικοποιημένη σκληρότητα διέτρεχε και τα πριαπικά ποιήματα. Παρότι ο σκοπός τους ήταν η ψυχαγωγία και προορίζονταν για να προκαλέσουν γέλιο, η «περιφρόνηση για τους κατώτερους», και η «βία και ο κυνισμός» του Πρίαπου, όπως γράφει ο κλασικός φιλόλογος H. D. Rankin, «παραήταν ρωμαϊκά».
Το ίδιο ίσχυε και για την πεποίθηση ότι ένας άνδρας με πριαπικό πέος διέθετε υπεράνθρωπη δύναμη. Ρωμαίοι στρατηγοί φέρονται να προήγαγαν στρατιώτες με βάση το μέγεθος του πέους τους· ο αυτοκράτορας Κόμοδος προήγαγε τουλάχιστον έναν κάτοχο εντυπωσιακού πέους σε ειδικό ιερέα. Στο έργο Λατινικό Σεξουαλικό Λεξιλόγιο, ο καθηγητής Άνταμς –προφανώς, ένας άνθρωπος με άφθονο ελεύθερο χρόνο– κατέγραψε περισσότερους από εκατό λατινικούς λαϊκούς όρους για το πέος. Η συχνότερη λέξη για το πέος στην κλασική Ρώμη ήταν mentula, αγνώστου ετυμολογίας και αρκετά ήπια, η πιο χυδαία της παραλλαγή ήταν η λέξη verpa (πούτσος). Σχεδόν κάθε λέξη που μελέτησε ο Άνταμς φανέρωνε εμμονή με το μέγεθος. Ο ποιητής Γάιος Βαλέριος Κάτουλλος κορόιδευε έναν Ρωμαίο «του οποίου το μικροσκοπικό μαχαιράκι, κρεμασμένο σαν χαλαρή παστινάκη, δεν φτάνει ούτε ως τη μέση του εσωρούχου του». Εκείνοι που βρίσκονταν στο άλλο άκρο μπορεί επίσης να γίνονταν αντικείμενο χλευασμού, αλλά η στάση προς αυτούς ήταν γεμάτη δέος. Ο παρακάτω στίχος προέρχεται από τον πνευματώδη ποιητή του πρώτου αιώνα, Μάρκο Βαλέριο Μαρτιάλη:
«Αν ακούσεις χειροκροτήματα από τα λουτρά, ο γιγάντιος πούτσος του Μάρωνα θα ’ναι σίγουρα η αιτία».
Ένα μεγάλο πέος ήταν η ρωμαϊκή εξουσία ενσαρκωμένη: προκαλούσε σεβασμό, μερικές φορές φόβο, και πάντοτε μεγάλο πόθο. Αυτό καθιστούσε τα ρωμαϊκά λουτρά επικίνδυνο μέρος για κάποιον σαν τον φίλο του Μαρτιάλη, τον Μάρωνα. Η γυμνή αλήθεια ήταν ότι η γεννητική του υπεροχή προκαλούσε invidia – δηλαδή φθόνο για τον πλούτο, τη δύναμη ή, όπως συνέβαινε στα λουτρά, για το μεγάλο πέος κάποιου άλλου. Οι Ρωμαίοι πίστευαν πως η invidia είχε παθολογικές συνέπειες, προκαλούσε τραυματισμό, ασθένεια ή ακόμα και θάνατο σε εκείνον που φθονούσαν.
Το πέος ήταν τόσο ισχυρό σύμβολο ρωμαϊκής δύναμης και εξουσίας, ώστε κάποιοι πιστεύουν ότι το αρχιτεκτονικό στολίδι της αυτοκρατορίας, το Φόρουμ του Αυγούστου, ενδέχεται να σχεδιάστηκε έτσι ώστε να θυμίζει φαλλό. Αν και το κτίσμα δεν έχει ανασκαφεί πλήρως, ένα σωζόμενο αρχιτεκτονικό σχέδιο δείχνει μια μακριά αίθουσα που στο κάτω μέρος πλαισιώνεται από δύο ημισφαίρια. Όταν το δει κανείς από ψηλά, το σχέδιο θυμίζει το μεγαλύτερο fascinum που κατασκευάστηκε ποτέ. Και αυτό φαίνεται απόλυτα ταιριαστό, αν σκεφτεί κανείς τα τελετουργικά εξουσίας και αρρενωπότητας που τελούνταν εκεί. Στο Φόρουμ, οι Ρωμαίοι άνδρες εγκατέλειπαν τον χιτώνα της παιδικής ηλικίας, την toga praetexta με την πορφυρή λωρίδα και το bulla (το μενταγιόν που περιείχε αντίγραφο ερεθισμένου πέους), και φορούσαν την κατάλευκη toga virilis. Στο Φόρουμ επίσης οι αυτοκράτορες έστηναν τα δικαστήριά τους, η Σύγκλητος κήρυττε τους πολέμους και οι θριαμβευτές στρατηγοί αφιέρωναν τις νίκες τους στον θεό Άρη. Το Φόρουμ του Αυγούστου ήταν ένα μνημείο προς τιμήν του ανδρισμού, πεδίο δοκιμής και τόπος τιμής για ισχυρούς άνδρες με διορατικότητα. Γιατί να μη σχεδιαστεί σαν πέος;
Οι Ρωμαίοι όμως δεν ξέχασαν ποτέ πως το πέος είναι και όργανο ηδονής. Το γνωρίζουμε χάρη σε μια καταστροφή: στις 24 Αυγούστου του 79 μ.Χ., η Πομπηία θάφτηκε απ’ τη λάβα του Βεζούβιου. Η βροχή στάχτης διατήρησε την πόλη όπως ακριβώς ήταν πριν από δύο χιλιάδες χρόνια, ακόμα και τις εκφράσεις των προσώπων στις τοιχογραφίες. Ένα εντυπωσιακά υψηλό ποσοστό από αυτές αφορά το πέος.
Ίσως η διασημότερη από αυτές τις τοιχογραφίες βρίσκεται στην είσοδο της Οικίας των Βετίων. Το θέμα του καλλιτέχνη είναι ο Πρίαπος, μόνο που αυτήν τη φορά ο θεός δεν είναι ο συνήθης κοντός, άσχημος τύπος – είναι κανονικού αναστήματος, με πρόσωπο όμορφο και ευγενές. Στο δάπεδο, στα δεξιά του, βρίσκεται το καλάθι με φρούτα που συνήθως στήριζε στο τεράστιο ερεθισμένο μόριό του. Αυτή τη φορά, όμως, ο Πρίαπος έχει κάτι καλύτερο να κάνει με το όργανο, που φτάνει ως το γόνατο: το ζυγίζει σε μια ζυγαριά, απέναντι από ένα πουγκί με νομίσματα. Προφανώς, το πέος του Πρίαπου αξίζει το βάρος του σε χρυσάφι.
Οι κάτοικοι της Πομπηίας αγαπούσαν αναμφισβήτητα τις ηδονές αλλά τις αγαπούσαν περισσότερο από άλλους Ρωμαίους; Δύσκολο να το πει κανείς, αφού δεν έχουν διασωθεί εξίσου καλά άλλες πόλεις. Ο χρονικογράφος Σουητώνιος σκιαγράφησε ένα πορτρέτο της άρχουσας τάξης με επίκεντρο το πέος στο έργο του Οι Δώδεκα Καίσαρες, περιγράφοντας, μεταξύ άλλων, τον αυτοκράτορα Τιβέριο να έχει πίσω από το κρεβάτι του έναν πίνακα όπου η Ήρα εκτελεί πεολειχία στον Δία, και την αυτοκράτειρα Αγριππίνα να κερδίζει έναν σεξουαλικό διαγωνισμό αφού συνευρέθηκε με δεκατέσσερις άνδρες σε ένα βράδυ, τοποθετώντας κατόπιν δεκατέσσερα στεφάνια δάφνης πάνω σε ένα κοντινό fascinum (φαλλικό σύμβολο). Όμως πόσο αντιπροσωπευτική μπορεί να θεωρηθεί η αυτοκρατορική αυλή για τις συνήθειες των Ρωμαίων;
Η Πομπηία ίσως να ήταν πιο συγκρατημένη, όμως το άτυπο μότο της πόλης φαίνεται πως ήταν: «Η ζωή είναι μικρή. Διασκέδασε όσο μπορείς». Η φιλοσοφία αυτή –όπως και σε όλο τον ρωμαϊκό κόσμο– βρήκε την εικαστική της έκφραση στο ορθωμένο πέος. Σε μία από τις πιο διάσημες ανάγλυφες τοιχογραφίες της Πομπηίας, ένα πέος σε στύση αναδύεται ανάμεσα από δύο όρχεις. Πάνω και κάτω από το πέος είναι γραμμένες οι λέξεις: Hic Habitat Felicitas – «Εδώ κατοικεί η ευτυχία».
Η λέξη «πέος» προέρχεται από την αρχαία ελληνική «πάομαι» που σημαίνει «αποκτώ κτήση, αποκτώ δύναμη». Η ετυμολογία αυτή συνδέει το πέος με την ιδέα της κατοχής ή της απόκτησης, ίσως λόγω της αναπαραγωγικής του λειτουργίας. Παρά την αρχαιοπρεπή ονομασία του, το πέος αναφέρεται στην αρχαία ελληνική γραμματεία μόνο στον Αριστοφάνη (Αχαρνής 3 φορές, Νεφέλες 1, Εκκλησιάζουσες 1, Ιππής 1, Λυσιστράτη 5, Ειρήνη 1, Θεσμοφοριάζουσες 3, Σφήκες 2) και στον Αθηναίο (Δειπνοσοφιστές 2 φορές). Σε όλα τα άλλα κείμενα συναντάμε πολλά συνώνυμά του με κυριολεκτική αλλά και με μεταφορική σημασία. Στη σημερινή εποχή υπάρχουν αρκετές λέξεις που χρησιμοποιούνται ως συνώνυμα του πέους:
από τα τρία το μακρύτερο / αρχιδολεβιές / λεβίδι / αφρικανικό μονόχορδο / βίλλα (Κύπρος) / καυλί / καβλί / καραγουδούμπα / καραπιστόλα / κατάρτι / κίονας / μαδέρι / ματσούκι / παλαμάρι / παλαμοστέλιαρο / σουδαύλι (Λευκάδα) / στειλιάρι / τζένιο / φουρνόξυλο / καυλιτσέκι / κλαρίνο / φαγκότο / κρέας / κρεατόβεργα / μαλαπέρδα / μαλαστούπα / ματσούκα / μπάμπαλο / ματζαφλάρι / μονορώγα / μόριο / μουνοτρύπανο / μπαργαλάτσος / παργαλάτσος / μπέκος / μπιμπί / πιπί / λιλί / ζιζί / Νικολάκης / παπάρι / παπαρδέλα / πελεούνος / πέοντας / πέουλας / πουλί / πούλος / πουλάκι / πουλαδέρι / αμελί πουλέν / πουλόφωνο / παλούκι / πούτσος / πούτσα / τσαπού / καραπουτσακλάρα / λούτσος / φούτσος / πόντσος / τσόνι / πράμα / σαμιαμίδι / σαύρα / σούλος / σούλα / σπαρδαλούπακας / στελίφι (Κύπρος) / τσουτσού / τσουτσούνι / τσουτσούνα / τσούτσα / τσουτσουμπρούτσου / φαλλός / φίδι / φύση / ψωλή / ψώλα / ψώλος
Λέξεις για τους όρχεις: αρχίδια / ζουβάχια / καλαμπαλίκια / καμπανέλια / καρύδες / κοκόβια / κοχόνια / κοχόνες / κρεμαντζόλια / λιμπά / λυμπά / μπομπόλια / οικογένεια / ούμαλα / παπάρια / τζένια / τζοχανταραίοι
Όλες οι πληροφορίες είναι από το βιβλίο «A Mind of Its Own: A Cultural History of the Penis» του David M. Friedman (Penguin Books).