TO BLOG ΤΟΥ M.HULOT
Facebook Twitter

Οι Smith & Mighty ξεκίνησαν τον ήχο του Μπρίστολ

Οι Smith & Mighty ξεκίνησαν τον ήχο του Μπρίστολ

Πριν από τους Massive Attack, τον Tricky και τους Portishead, το ντουέτο των παραγωγών από το Μπρίστολ δημιούργησε τον ήχο της πόλης, κι ας παραμένουν παραγνωρισμένοι σαράντα χρόνια μετά.

Οι Smith & Mighty ξεκίνησαν τον ήχο του Μπρίστολ Facebook Twitter
Οι Smith & Mighty είναι μια ξεχωριστή περίπτωση στη βρετανική dance σκηνή, γιατί, παρότι άνοιξαν τον δρόμο για τον «ήχο του Μπρίστολ», δεν είχαν ποτέ την αναγνώριση που τους αξίζει.

Όταν ακούς σήμερα «ήχος του Μπρίστολ», το πιο πιθανό είναι να σου έρθουν στο μυαλό οι Massive Attack, ο Tricky και οι Portishead – αναμφισβήτητα από τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες που βγήκαν από τη Βρετανία στα ’90s, και σίγουρα κορυφαίοι εκπρόσωποι του είδους. Το «Blue Lines», 35 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, θεωρείται η απαρχή του – και εμπορικά, αυτό ισχύει. Ωστόσο, για τα άτομα που έζησαν τη σκηνή από κοντά και έχουν αναμνήσεις από τη διαμόρφωση του dance ήχου μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο ήχος του Μπρίστολ είχε αρχίσει να διαμορφώνεται νωρίτερα, προτού οι Massive Attack κυκλοφορήσουν το πρώτο single τους, το «Any Love» το 1988. Οι Massive Attack φτιάχτηκαν το 1987 από τις στάχτες των Wild Bunch, μιας κολεκτίβας που είχε έδρα στη συνοικία St. Paul’s του Μπρίστολ και διοργάνωνε πάρτι ενσωματώνοντας μια ευρεία και ετερόκλητη γκάμα μουσικών στυλ – στις εμφανίσεις τους συνυπήρχαν στοιχεία punk, R&B και reggae, με έμφαση σε πιο αργούς ρυθμούς και ατμοσφαιρικές ηλεκτρονικές υφές, που αργότερα θα γίνονταν ακρογωνιαίος λίθος του ήχου του Μπρίστολ. Στις αρχές των ’90s το νέο είδος απέκτησε και όνομα: trip-hop. Οι Wild Bunch υπήρξαν σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνοι για την εξέλιξη της underground σκηνής της πόλης, αλλά δεν ήταν οι μόνοι. Παράλληλα με αυτούς και προτού ακόμα οι Massive Attack κυκλοφορήσουν τα κομμάτια που τους καθιέρωσαν, ο Rob Smith και ο Ray Mighty δημιούργησαν στο στούντιό τους, στην ίδια γειτονιά όπου δρούσαν κι οι Wild Bunch, μια σειρά από πρωτοπόρα singles που άνοιξαν τον δρόμο σε ό,τι ακολούθησε, κι ας μην έγιναν ποτέ γνωστοί σε μεγάλη κλίμακα.

Στο στούντιό τους έκαναν τα πρώτα τους βήματα, ως παραγωγοί, τοπικοί θρύλοι της drum’n’bass, όπως οι DJs Die, Suv, DJ Krust και πολλοί άλλοι. Παρ’ όλα αυτά, η κληρονομιά τους δεν είναι τόσο «μυθολογημένη» όσο εκείνη των Massive Attack, του Tricky ή του Roni Size.

Οι Smith & Mighty είναι μια ξεχωριστή περίπτωση στη βρετανική dance σκηνή, γιατί παρότι άνοιξαν τον δρόμο για τον «ήχο του Μπρίστολ», δεν είχαν ποτέ την αναγνώριση που τους αξίζει. Είχαν την ατυχία να είναι μπροστά από την εποχή τους κυκλοφορώντας μόνο singles, άργησαν πολύ να κυκλοφορήσουν άλμπουμ και τα σκόρπια κομμάτια τους χάνονταν μέσα στις άπειρες κυκλοφορίες μιας σκηνής που ήταν και παρέμεινε underground για πολύ καιρό. Άργησαν επίσης να υπογράψουν σε μεγάλη εταιρεία και, αν και ακούγονταν πολύ στους πειρατικούς –ο ήχος τους ήταν ο ήχος των πειρατικών σταθμών στο τέλος των ’80s– αλλά και στα μεταμεσονύκτια ραδιόφωνα του Λονδίνου, δεν έγιναν ποτέ μεγάλο όνομα. Ακόμα και οι κάτοικοι του Μπρίστολ δεν τους τοποθετούν σήμερα δίπλα στους Massive Attack και τους Portishead, ενώ ήταν αυτοί που στην ουσία τα ξεκίνησαν όλα.

«Wishing on a star»

Και ξεκίνησαν αρκετά δυναμικά, με μια top-10 επιτυχία στα αγγλικά τσαρτ, τη διασκευή του «Wishing on a star» των Rose Royce με τους Fresh Four, ένα κομμάτι που είχε το drumbeat απ’ το «Funky Drummer» του James Brown, με τα breaks του να γίνονται σήμα κατατεθέν τους. Οι Smith & Mighty έβαλαν τις βάσεις για πολλές από τις μουσικές κατευθύνσεις που ξεπήδησαν από το Μπρίστολ, συνδυάζοντας τα beats που κυριαρχούσαν τότε στο χιπ-χοπ με τη δυναμική sound system κουλτούρα. Ταυτόχρονα με το «Wishing on a star» οι Smith & Mighty συμμετείχαν στην παραγωγή του «Any Love», του δισκογραφικού ντεμπούτου των Massive Attack με τον Carlton στα φωνητικά. Τα δύο επόμενα single που κυκλοφόρησε το ντουέτο στη Three Stripe Records (που είχαν ιδρύσει οι ίδιοι), «πατώντας» ξανά στο λουπαρισμένο break του «Funky Drummer», δύο τραγούδια που έγραψαν  οι Bacharach & David για την Dionne Warwick –το «Walk on by» και το «Anyone (who had a heart)»– σημάδεψαν τα ξενύχτια μου στο Λονδίνο στα τέλη των ’80s. Κάθε Παρασκευή βράδυ, από τις 12 τα μεσάνυχτα μέχρι τις 4 το πρωί, ο Tim Westwood –κορυφαίος DJ τότε και πολύ σημαντικό όνομα στην προώθηση της χιπ-χοπ κουλτούρας– έπαιζε στον Capital FM όλες τις αμερικανικές και βρετανικές χιπ-χοπ κυκλοφορίες σε ένα σόου που γινόταν ατμοσφαιρικό και επιβλητικό μετά τις δύο τα ξημερώματα. Εκεί έπαιζε φανατικά Smith & Mighty. Εκτός από τα «Anyone» και «Walk on by», θυμάμαι μια διασκευή του «Reflections» των Supremes που είχαν κάνει –Supremes ακριβώς στο ίδιο ύφος– με τη φωνή της Dorothy, που ήταν η αφορμή να ψάξω τις πρώτες εκτελέσεις.

«Anyone»

Οι Smith & Mighty διαμόρφωσαν έναν χαρακτηριστικό ήχο που ήταν κατά κάποιον τρόπο συγγενής με αυτόν της σκηνής του Μπρίστολ και έκανε τεράστιες επιτυχίες στο τέλος των ’80s με την κολεκτίβα των Soul II Soul (τα «Back to Life» και το «Keep on Movin’» σάρωναν στα sound system και στο ραδιόφωνο), αντλώντας στοιχεία από κάθε παρακλάδι της μαύρης μουσικής, τη ρέγκε, τη φανκ, το χιπ χοπ, την ποπ, τη χάουζ, τη σόουλ, το acid house, παρουσιάζοντας κομμάτια με πρωτοτυπία και έναν ήχο που δεν είχε ακουστεί ξανά με αυτόν τον τρόπο. Ως παραγωγοί χρησιμοποίησαν τα κομμάτια τους για να αναδείξουν τοπικά ταλέντα, όπως οι Carlton, Jackie Jackson, Krissy Kriss, MC Kellz και DJ Lynx, που έγραψαν την ιστορία της μουσικής σκηνής του Μπρίστολ αλλά δεν έγιναν ποτέ μεγάλα ονόματα. 

«Ξεκινήσαμε στα ’80s. Δυο νεαροί τύποι στο επίδομα ανεργίας, με χάρισμα στο να φτιάχνουμε πρωτότυπα DIY, lo-fi beats και μπασογραμμές, με μία μόνο φιλοδοξία: να βγάλουμε έναν δίσκο. Όλα τα άλλα ήταν περίσσια και, για να είμαι ειλικρινής, ήρθαν ως τεράστια έκπληξη», λέει ο Rob Smith. Το χαλαρό τέμπο και ο συνδυασμός των δυνατών μπασογραμμών της ρέγκε, του χιπ χοπ που είχε ήδη ενσωματωθεί στην αγγλική χορευτική κουλτούρα και των ατμοσφαιρικών γυναικείων και αντρικών φωνητικών πρωτοδοκιμάστηκε από το ντουέτο στην Ashley Road, στο St. Paul’s, στο στούντιο Three Stripe και χορεύτηκε πολύ στα τοπικά πάρτι που μάζευαν κυρίως «μυημένο» κοινό.

Στο στούντιό τους έκαναν τα πρώτα τους βήματα, ως παραγωγοί, τοπικοί θρύλοι της drum’n’bass, όπως οι DJ Die, Suv, DJ Krust και πολλοί άλλοι. Παρ’ όλα αυτά, η κληρονομιά τους δεν είναι τόσο «μυθολογημένη» όσο εκείνη των Massive Attack, του Tricky ή του Roni Size.

«Walk on by»

Το 1986, όταν ακόμη προσπαθούσαν να εξοικειωθούν με τον εξοπλισμό του στούντιο, προσκλήθηκαν από έναν φίλο να παίξουν live στο Vision Factory Après Ski Party, όπου παρουσίασαν μια μεταλλαγμένη go-go εκδοχή του «Gymnopédie No.1» του Erik Satie. Ο Mark Stewart (ο frontman των θρυλικών μπριστολιανών post-punks The Pop Group) ενθουσιάστηκε ακούγοντας τη διασκευή και έσπρωξε στη σκηνή έναν άγνωστο –τότε– Tricky για ένα αυτοσχέδιο freestyle πάνω στο κομμάτι. Μάλιστα, φεύγοντας ζήτησε να του δώσουν την κασέτα με τη μουσική – πάνω στην οποία τραγούδησε στη συνέχεια και κυκλοφόρησε το κομμάτι το 1987 από τη Mute Records με τον τίτλο «This is stranger than love». Όταν οι Smith & Mighty το ανακάλυψαν, ζήτησαν να αναφερθούν ως παραγωγοί και να αποζημιωθούν για το κομμάτι. Οι ηχογραφήσεις της πρώιμης περιόδου τους (1985-1990) ενέπνευσαν μια φουρνιά καλλιτεχνών και παραγωγών, που στη συνέχεια δημιούργησαν το jungle και το dubstep.

Το remix τους στην Τop-5 επιτυχία «Manchild» της Neneh Cherry το 1989 ήταν ο λόγος που η λονδρέζικη FFRR τους ζήτησε να υπογράψουν συμβόλαιο με την εταιρεία, ωστόσο ούτε με αυτήν την υπογραφή κατάφεραν να ξεφύγουν από το underground. Το ντεμπούτο άλμπουμ του πολλά υποσχόμενου και αρκετά προβεβλημένου καλλιτέχνη από το Μπρίστολ, του Carlton, ήταν το πρώτο που ανέλαβαν να κάνουν παραγωγή, αλλά ήταν παταγώδης εμπορική αποτυχία – κι ας θεωρείται σήμερα ένα υποτιμημένο διαμάντι της βρετανικής σόουλ.

Πέρα από τη δυσκολία ολοκλήρωσης του «The call is strong» στο αποστειρωμένο περιβάλλον του λονδρέζικου στούντιο, οι Smith & Mighty ήταν δεσμευμένοι και με ένα πενταετές συμβόλαιο για να παραδώσουν το δικό τους ντεμπούτο άλμπουμ στην FFRR. Ο Ray περιγράφει εκείνα τα χρόνια ως «μια έρημο γεμάτη απορριφθείσες δουλειές και μια εταιρεία που δεν καταλάβαινε τη σημασία του sub bass στον ήχο των Smith & Mighty».

«Reflections»

Τα χρόνια που έμειναν στην FFRR η παραγωγή τους μειώθηκε δραστικά. Μαθημένοι να δουλεύουν ελεύθεροι, χωρίς δεσμεύσεις, η πίεση της εταιρείας να ολοκληρώσουν το άλμπουμ τούς έφθειρε καλλιτεχνικά, ωστόσο το 1992 έβγαλαν ένα EP, το «Steppers Delight», με ένα κομμάτι που τα breakbeats του ήταν ο προάγγελος του jungle, το «Killa». Αφού κατάφεραν τελικά να απεμπλακούν από την FFRR, ίδρυσαν τη δική τους εταιρεία, More Rockers, το 1994 και ξεκίνησαν να εξερευνούν τον ήχο της jungle. Το πρώτο άλμπουμ τους «Bass is maternal» ήταν μια τολμηρή καλλιτεχνική δήλωση, με το υλικό που είχαν συγκεντρώσει όλα τα χρόνια της σύγκρουσης με την FFRR, με στιγμές του χαρακτηριστικού ήχου τους αλλά και hardcore breaks και dub που τότε ήταν αρκετά δύσκολο άκουσμα για το μεγάλο κοινό, αλλά σήμερα θεωρείται από τις πρώτες σημαντικές κυκλοφορίες του drum’n’bass. Και πάλι δεν γνώρισαν εμπορική επιτυχία, αλλά επέστρεψαν στο παιχνίδι δυναμικά και με τους δικούς τους όρους.

Το 1996 το BBC Radio 1 τους ζήτησε να ηχογραφήσουν ένα Essential Mix που μεταδόθηκε τον Νοέμβριο και περιελάμβανε κυρίως παραγωγές των Smith & Mighty και των More Rockers (άλλη μία κολεκτίβα παραγωγών από το Μπρίστολ στην οποία επίσης συμμετείχε ο Rob Smith με τον Peter D. Rose). Έπειτα από την άνθηση του trip hop και την επιτυχία του ήχου είχε φτάσει η στιγμή που μπορούσε να εκτιμηθεί το sub buss των Smith & Mighty, έτσι η γερμανική ανεξάρτητη !K7 που άκουσε το Mix τούς ζήτησε να συμμετάσχουν στη σειρά DJ-Kicks. Αυτή ήταν η αρχή μιας αμοιβαίας σχέσης που τους προσέφερε τη σταθερότητα και τη στήριξη που τους είχε λείψει στην αρχή της καριέρας τους.

Η συνεργασία με την !K7 έφερε τους Smith & Mighty στη διεθνή περιοδεία και οδήγησε στο δεύτερο άλμπουμ τους, «Big World Small World» (1999). Ήταν ένα ξεκάθαρο βήμα εξέλιξης, με πιο πλούσιο ήχο, προσιτό σε μεγαλύτερο κοινό, χωρίς να χάσουν την dub λογική τους και με βασικό συστατικό τη βαθιά μελαγχολία της φωνής της Tammy Payne. «Το “Big World Small World” ήταν πιο σίγουρος δίσκος», παραδέχεται ο Rob. «Μας άφησαν σχεδόν εντελώς ελεύθερους. Και ήμασταν σαφώς πιο ικανοί στο στούντιο. Είναι πιο ολοκληρωμένο άλμπουμ».

«Do you dream, Carlton»

Το «Big World Small World» είναι ένα διαμάντι του ήχου του Μπρίστολ, αλλά έπειτα από δέκα χρόνια το trip hop είχε γίνει εντελώς mainstream, κι ενώ πάντα είχαν την ατυχία να χάνονται επειδή ήταν μπροστά από την εποχή τους, αυτήν τη φορά χάθηκαν στη σκιά των Massive Attack και του Tricky.

Παρότι συνέχιζαν να δουλεύουν από την Ashley Road, η πορεία προς έναν πιο στιλπνό, mainstream ήχο συνεχίστηκε με το «Life is…» του 2002. Τα 13 κομμάτια του είναι πιο φιλικά προς ένα ευρύτερο κοινό, πιο ρυθμικά, το 2-step διαδέχεται τα μελαγχολικά stepper, φαίνεται να έχουν βρει μια ισορροπία ανάμεσα σε δίσκους, DJ sets   και περιοδείες για live, μέχρι που ξαφνικά σταματούν τα πάντα.  

«Η οικογενειακή ζωή άλλαξε πολλά πράγματα για μένα και τον Ray», εξηγεί ο Rob. «Και οι δύο, παραδόξως, καταλήξαμε να χωρίσουμε και να αναλάβουμε τα παιδιά μας. Εγώ είχα τρία παιδιά, ο Ray επτά. Δούλευα όλη νύχτα και μετά σηκωνόμουν να ετοιμάσω τα παιδιά. Ίσως κοιμόμουν μια ώρα τη μέρα και μετά πάλι από την αρχή. Ήταν πολύ δύσκολο». Αυτή η κατάσταση περιόρισε αναγκαστικά τη μουσική τους δραστηριότητα για αρκετά χρόνια. Ο Rob συνέχισε σόλο, με τον αξιόλογο δίσκο «Up On The Downs» (2003) στην Grand Central, το πιο roots-focused πρότζεκτ Blue & Red, και αργότερα τις ιδιαίτερα αναγνωρισμένες dubstep δουλειές του ως RSD.

«Shame»

«Αν σκεφτείς τι κάναμε και ποια ήταν η φιλοδοξία μας στην αρχή, όλα από τότε ήταν κέρδος», λέει ο Rob. «Έχει να κάνει και με τη στάση μας. Δεν κυνηγήσαμε τα φώτα».

«Δεν στοχεύσαμε πολύ ψηλά, οπότε δεν πέσαμε και πολύ χαμηλά», συμφωνεί ο Ray. «Όχι, δεν είμαστε παραγνωρισμένοι. Με βάση αυτό που θέλαμε –να βγάλουμε ένα κομμάτι σε βινύλιο– έχουμε ξεπεράσει τη φιλοδοξία μας. Το ότι πάμε κάπου και ο κόσμος ακόμα μας μιλάει για κάτι που κυκλοφορήσαμε πριν από 30 χρόνια είναι απίστευτο. Πολλοί σπουδαίοι μουσικοί δεν πλησιάζουν ούτε κοντά σε αυτά που ζήσαμε. Είχαμε τη στιγμή μας στον ήλιο. Και μετά έβρεξε!».

Nothing Days

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ