Στη λίμνη Ατιτλάν της Γουατεμάλας με έναν ερωτιάρη άγιο
Ο Μαξιμόν είναι ένας κακός άγιος που πίνει και καπνίζει και φιλοξενείται κάθε χρόνο σε διαφορετικό σπίτι στο Σαντιάγκο της λίμνης Ατιτλάν. Η λατρεία του είναι ένα μείγμα καθολικής πίστης και παγανισμού που έχει τις ρίζες του στις παραδόσεις των Μάγια.

Στη Γουατεμάλα οι αποστάσεις δεν μετριούνται με τα χιλιόμετρα, μετριούνται με τον χρόνο. «Η κίνηση και οι καιρικές συνθήκες –κυρίως οι ξαφνικές μπόρες που μπορεί να κρατήσουν από λίγα λεπτά μέχρι ώρες– είναι αυτές που καθορίζουν τον χρόνο της μετακίνησης με το αυτοκίνητο, ο οποίος πάντα υπολογίζεται κατά προσέγγιση και βάση των συνθηκών», μας εξηγεί ο Μάριο, ένας μεσήλικας από τη Γουατεμάλα που μας συνοδεύει, ο οποίος μεγάλωσε στην Αμερική και επέστρεψε στη χώρα του στα δεκαεννιά του για να ασχοληθεί με τον τουρισμό. Έτσι, για τα 34 χιλιόμετρα που απέχει η πόλη της Γουατεμάλας από την Αντίγκουα, χρειάζονται συνήθως γύρω στα 40 λεπτά, αλλά με βροχή και κίνηση μπορεί να σου πάρει και μιάμιση ώρα.
Για να γλιτώσουμε την κίνηση και τη βροχή, το ταξίδι μας ξεκινούσε πάντα πολύ νωρίς το πρωί, περίπου στις εφτά, γιατί μετά το μεσημέρι αρχίζει να βρέχει. Και βρέχει τόσο πολύ, που αρκετοί ντόπιοι είναι προληπτικοί με τη λέξη «βροχή» και προσπαθούν να μην τη χρησιμοποιούν· αντί γι’ αυτή, λένε «όχι λιακάδα». Στη «χώρα της αιώνιας άνοιξης» μπορείς να ζήσεις μόνο με κοντομάνικα, αλλά με τίποτα χωρίς αδιάβροχο και ομπρέλα. Όσο διαρκεί η μπόρα τα πάντα παγώνουν, όλοι κρύβονται κάτω από υπόστεγα και στάσεις λεωφορείων και μέσα σε μαγαζιά περιμένοντας να περάσει, και μετά βγαίνουν σαν τα σαλιγκάρια και γεμίζουν τα chicken buses.
Τα chicken buses είναι ο βασικός τρόπος μετακίνησης των ανθρώπων στις πόλεις. Στην επαρχία είναι τα τουκ τουκ και οι καρότσες των αγροτικών, κι αυτό δεν ισχύει μόνο για τη Γουατεμάλα. Το ίδιο γίνεται και στην Ονδούρα, και στο Ελ Σαλβαδόρ και στην Μπελίζ, σε όλη την κεντρική Αμερική, αλλά και λίγο πιο νότια. Ο στόλος των chicken buses που διασχίζουν τους δρόμους των πόλεων και τα ορεινά τοπία της Γουατεμάλας είναι παλιά αμερικάνικα σχολικά λεωφορεία που έφτασαν τα δέκα χρόνια υπηρεσίας ή τα 150 χιλιάδες μίλια, παροπλίστηκαν και στη συνέχεια δημοπρατήθηκαν για λιγότερο από 2.000 δολάρια και κατέληξαν να γίνουν το βασικό μέσο μεταφοράς σε όλη τη «Μεσοαμέρικα». Τα περισσότερα από αυτά που κυκλοφορούν σήμερα στους δρόμους δεν θυμίζουν καθόλου τα κίτρινα λεωφορεία που μετέφεραν μαθητές· οι ιδιοκτήτες τους τα έχουν μεταμορφώσει ριζικά, τα έχουν βάψει με έντονα χρώματα, τα έχουν διακοσμήσει με φλόγες, με πολύχρωμες ρίγες, με φώτα που αναβοσβήνουν, με νίκελ προφυλακτήρες, με τεράστια old school κλάξον ποδηλάτου, με σχέδια και χρωματισμένες εικόνες, που δηλώνουν τις γραμμές και τις εταιρείες, αλλά και το γούστο του ιδιοκτήτη τους.
Τα chicken buses ονομάστηκαν έτσι επειδή οι επιβάτες τους μεταφέρουν πολύ συχνά κοτόπουλα, γαλοπούλες και κάθε ζώο που τρώγεται, όπως και σακιά με πατάτες, καλαμπόκι, κρεμμύδια κι άλλους καρπούς και λαχανικά που φέρνουν για να πουλήσουν στις αγορές των πόλεων. Η αλήθεια είναι ότι chicken buses τα αποκαλούν μόνο οι ξένοι και οι τουρίστες, αφού για τους ντόπιους το όχημα είναι «la camioneta», «la burra» ή απλά «el bus». Πολύ συχνά του δίνουν το όνομα μιας γυναίκας (Εσμεράλδα – υπάρχει «κίτρινη Εσμεράλδα», «πράσινη Εσμεράλδα») ή της διαδρομής που ακολουθεί: αυτό που πάει από την πόλη της Γουατεμάλας στην Αντίγκουα λέγεται «la antigueña» και αυτά που πάνε στο Σαν Πέντρο, στη λίμνη Ατιτλάν, «las pedranas».
Ο οδηγός του κάθε λεωφορείου έχει να αφηγηθεί ιστορίες για τον τρόπο που απέκτησε το όχημα, το πώς το διακόσμησε, τις γνωριμίες που έχει κάνει μέσα από τη δουλειά –οι περισσότεροι γνώρισαν τις συζύγους τους εκεί, επειδή τις μετέφεραν καθημερινά–, το «αμερικάνικο όνειρο» που έγινε πραγματικότητα επειδή είχαν την ευκαιρία να φτιάξουν μια οικογενειακή επιχείρηση χωρίς να χρειαστεί να μεταναστεύσουν.
Είναι όλοι περήφανοι για το λεωφορείο τους, ωστόσο, η δουλειά του οδηγού είναι από τις πιο δύσκολες και επικίνδυνες στην αμερικανική ήπειρο. Εκτός από τις ατελείωτες ώρες εργασίας καθημερινά, χωρίς ρεπό, κάτι πολύ κοπιαστικό για όσους έχουν οικογένεια, πρέπει να πληρώνουν προστασία σε συμμορίες, συχνά από την τσέπη τους. Συνήθως το ένα τέταρτο των κερδών καταλήγει στις συμμορίες που ελέγχουν την περιοχή. Μόνο στην πόλη της Γουατεμάλας από το 2010 μέχρι το 2017 σκοτώθηκαν πάνω από 2.000 άνθρωποι από επιθέσεις σε λεωφορεία. Οι περισσότεροι ήταν οδηγοί.


Στα chicken buses πληρώνεις μόνο μετρητά στον brocha, τον εισπράκτορα ο οποίος αναγγέλλει και τις στάσεις και φροντίζει να κατέβεις στη σωστή. Μπορεί πάντα να είναι γεμάτα και το πιθανότερο είναι να ταξιδέψεις στριμωγμένος σε μία θέση με άλλα δύο άτομα, ή δίπλα σε ένα αρνί και δύο κοτόπουλα, αλλά για κάποιον ξένο είναι σίγουρα αξέχαστη εμπειρία: καθ’ οδόν επιτρέπεται να ανεβαίνουν μικροπωλητές και να πουλάνε φαγητό και ποτό, αλλά μπορείς και να διασκεδάσεις, γιατί κάποια διαθέτουν καραόκε, στερεοφωνικά που παίζουν εκκωφαντική μουσική ή οθόνες που προβάλλουν βιντεοκλίπ (πάλι με την ένταση στο τέρμα). Κάποιες φορές οι επιβάτες κουβαλάνε τα δικά τους ηχεία για να παίξουν τη μουσική που γουστάρουν, συνήθως ρεγκετόν. Στη Γουατεμάλα έχουν μια φράση για το στρίμωγμα: «donde cabe uno caben tres» («όπου χωράει ένας, χωράνε τρεις»), οπότε αποκλείεται να βαρεθείς.
Γενικά στη Γουατεμάλα δεν προλαβαίνεις να βαρεθείς: η εναλλαγή των τοπίων και των εικόνων που αντικρίζεις διασχίζοντας τη χώρα κάνουν τα ταξίδι συναρπαστικό – συνολικά είναι από τα καλύτερα που έχω κάνει, καλύτερο ίσως και από αυτά στο Μεξικό ή στην Κολομβία. Κι επειδή δεν ήξερα και πολλά πράγματα για τη χώρα και δεν είχα προσδοκίες, οι εκπλήξεις ήταν ακόμα μεγαλύτερες.
Όπως ο Μαξιμόν, στο Σαντιάγκο της λίμνης Ατιτλάν, που ήταν μια εμπειρία πολύ έντονη. Η λίμνη Ατιτλάν θεωρείται μια από τις πιο όμορφες λίμνες του κόσμου, βρίσκεται στα highlands, σε υψόμετρο 1.560 μέτρων και είναι η πιο βαθιά της κεντρικής Αμερικής. Νωρίς το πρωί, όταν είναι εντελώς ήρεμη, με επιφάνεια σαν γυαλί, έχει μια παράξενη ομορφιά που δύσκολα αποτυπώνεται σε φωτογραφία. Ταξιδεύοντας με τη μικρή βάρκα που χρησιμοποιούν οι ντόπιοι για να πάνε στα χωριά των Μάγια –στα οποία δεν υπάρχει πρόσβαση από τη στεριά– βλέπεις ψαράδες που έχουν κουκουλωθεί για να προστατευτούν απ’ τον ήλιο και κινούνται κάνοντας κουπί ανάμεσα από σμήνη πουλιών που βουτάνε για το πρωινό τους, και στις όχθες γυναίκες με την παραδοσιακή ενδυμασία να πλένουν τα ρούχα το χάραμα – γιατί δεν έχουν τρεχούμενο νερό στο σπίτι. Είναι μια τεράστια λίμνη 130 τ.χλμ. που περιβάλλεται από ηφαίστεια, με χωριά που κατοικούνται από απογόνους των Τζουτουχίλ και των Κακτσίκελ, οι οποίοι διατηρούν μέχρι σήμερα ζωντανές τις παραδόσεις τους. Κάποια από αυτά τα χωριά έχουν ονόματα Αποστόλων, γιατί οι κάτοικοί τους είναι καθολικοί, αλλά με έναν δικό τους, ιδιόμορφο τρόπο.


Στο Σαντιάγκο βρίσκεται ένας από τους πέντε επίσημους ναούς του Μαξιμόν που υπάρχουν στη χώρα, ενός αγίου που είναι προϊόν θρησκευτικού συγκρητισμού, με ρίζες στις δοξασίες των Μάγια αλλά και με στοιχεία καθολικισμού, με μορφή που δεν θυμίζει ακριβώς άγιο. Απεικονίζεται με σκούρα γυαλιά ηλίου, καουμπόικο καπέλο και μαντίλι, και θυμίζει ληστή, έχοντας περισσότερο την όψη κακοποιού της Άγριας Δύσης παρά αγίου της Κεντρικής Αμερικής. Για κάποιους ταυτίζεται με τον Σαν Σιμόν, τον Ιούδα τον Ισκαριώτη (άλλος ένας άγιος για τον οποίο τρέφουν μεγάλη αγάπη στη Γουατεμάλα) ή τον Ισπανό κατακτητή Πέδρο ντι Αλβαράδο, και η εκκλησία τον αντιμετωπίζει πάντα εχθρικά.
Σκαρφαλώνοντας στις απότομες ανηφόρες της μικρής πόλης με το τουκ τουκ κι αναζητώντας τον ναό όπου φιλοξενείται φέτος ο Μαξιμόν, ο οδηγός μάς αφήνει σε ένα στενό δρομάκι που ξεκινάει από τον κεντρικό δρόμο και οδηγεί σε κάτι παράγκες. Κυριολεκτικά παράγκες. Παραπήγματα χτισμένα με ξύλο και τσίγκο για οροφή, όπου την ημέρα η θερμοκρασία είναι ανυπόφορη – η περιοχή έχει τροπικό κλίμα σαβάνας. Ο Μάριο που μας συνοδεύει μπαίνει σε ένα μικρό δωμάτιο μέσα σε μια αυλή, κάτι διαπραγματεύεται (δίνουμε δέκα δολάρια ανά άτομο) και μας επιτρέπουν να μπούμε και να παρακολουθήσουμε την τελετή – που θυμίζει κάτι σαν παραδοσιακή κηδεία, όταν ακόμα σου επιτρεπόταν να πάρεις τον άνθρωπό σου στο σπίτι να τον ξενυχτήσεις· τώρα τον πάνε κατευθείαν στην εκκλησία. Μόλις συνερχόμαστε από το πολιτισμικό σοκ (τριγύρω αγάλματα αγίων της Καθολικής Εκκλησίας, ένα γυάλινο φέρετρο με τον Χριστό νεκρό, τυλιγμένο με πολύχρωμα υφαντά των Μάγια και στολισμένο με λουλούδια, κεριά αναμμένα, πολλά και κάθε χρώματος, μπροστά από έναν γονατισμένο τύπο που φοράει καουμπόικο καπέλο και είναι σκεπασμένος ολόκληρος με ένα ροζ πανί, σε έκσταση, ένα ομοίωμα του Μαξιμόν χωρίς άκρα, με ένα τσιγάρο στο στόμα αναμμένο, κι από την οροφή να κρέμονται κίτρινα και ροζ γκοφρέ χαρτιά), καθόμαστε πίσω από ένα μακρύ τραπέζι στην αριστερή άκρη του δωματίου, ο ένας δίπλα στον άλλο, όπως θα κάναμε σε κηδεία. Η ατμόσφαιρα είναι ίδια ακριβώς, πένθιμη, με καπνούς, λιβάνια, κεριά. Έλειπε ο μακαρίτης, αλλά είπαμε, ήταν τελετή λατρείας του Μαξιμόν, δεν ήταν κηδεία. Οι φωτογραφίες απαγορεύονταν, αλλά τράβηξα κρυφά με το κινητό (μετά μας επέτρεψαν να βγάλουμε κι επίσημα, γιατί στα δέκα δολάρια συμπεριλαμβάνονται και τρεις φωτο).


Τέλος πάντων, η τελετή γινόταν για τον εξαγνισμό μιας σεξεργάτριας που δεν είχε έρθει στον ναό, την εξάγνιζε η οικογένειά της από απόσταση, ενώ απ’ έξω περίμεναν και άλλοι για να πάρουν σειρά στον εξαγνισμό. Γενικά ο Μαξιμόν είναι πολύ δημοφιλής εξαγνιστής, παρότι πίνει αλκοόλ και καπνίζει ασταμάτητα, η τελετή στο συγκεκριμένο μισοσκότεινο δωματιάκι δεν σταματάει ούτε τη νύχτα: κάνουν αγρυπνία και οι πιστοί σχηματίζουν ουρά για να συναντήσουν τον λαϊκό άγιο που ενσαρκώνει το φως και το σκοτάδι. Στη Γουατεμάλα τον λατρεύουν περισσότερο από κάθε άλλο άγιο, παρότι θεωρείται απατεώνας και σκανταλιάρης. Είναι ταυτόχρονα γυναικοκατακτητής και προστάτης των ενάρετων ζευγαριών.
Γενικά είναι μια μπερδεμένη υπόθεση, η προφορική παράδοση των Μάγια γύρω από τη δημιουργία και τον σκοπό του είναι περίπλοκη, μυστηριώδης και έχει τις ρίζες στις αρχαίες παραδόσεις τους. Είναι ένας άγιος παγανιστής, γι’ αυτό και δεν τον δέχεται η Καθολική Εκκλησία. Ωστόσο, επειδή είναι τρομερά δημοφιλής και έτσι κι αλλιώς τον λατρεύουν οι ντόπιοι, επιτρέπουν να βγει τη Μεγάλη Παρασκευή μαζί με τον επιτάφιο και να ηγηθεί της πομπής. Παλιά ήταν η μόνη μέρα που επιτρεπόταν η έκθεσή του, λόγω, όμως, της αυξημένης ζήτησης από προσκυνητές, σαμάνους αλλά και τουρίστες που τον αναζητούν με μανία, εκτίθεται πλέον όλο τον χρόνο. Και φιλοξενείται κάθε χρόνο σε διαφορετικό σπίτι, που καθορίζεται λίγο πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα. Το ξύλινο σώμα του ντύνεται με την τοπική ανδρική ενδυμασία και τοποθετείται πάνω σε ένα ψάθινο χαλί, το petate, στο δωμάτιο που του αφιερώνει η οικογένεια που έχει την τύχη να τον φιλοξενήσει για έναν χρόνο, σαν ένα μικρό ιερό, το οποίο βάφεται σε έντονα χρώματα και στολίζεται με γιρλάντες πριν το φορτώσουν και με όλα τα αγάλματα και τις εικόνες της Καθολικής Εκκλησίας. Το ομοίωμα έχει ειδικούς φροντιστές που μένουν δίπλα στον βωμό όλο τον χρόνο, πίνουν και καπνίζουν μαζί του και παραδίδουν τις προσφορές των πιστών στο ντυμένο κούτσουρο.
Η φιλοξενία του Μαξιμόν είναι τεράστια τιμή και πηγή εισοδήματος για την οικογένεια που τον φιλοξενεί, γιατί οι πιστοί φέρνουν προσφορές, χρήματα, ποτά, τσιγάρα, κεριά (κάθε χρώμα συμβολίζει και διαφορετική ευχή· μας έχουν ξεπεράσει στη σημειολογία). Για τους τουρίστες οι προσφορές είναι ακόμα πιο ακριβές, η είσοδος στον ναό –έστω και για μια ματιά– κοστίζει ένα δεκαδόλαρο. Γενικά οι τουρίστες είναι ευπρόσδεκτοι, αλλά πρέπει απαραίτητα να προσφέρουν κάποιο δώρο. Ο Μάριο μας λέει ότι επειδή είναι πλέον η ατραξιόν των ξεναγήσεων, οι ντόπιοι έχουν φτιάξει και ένα άλλο, μόνιμο δωμάτιο, σε άλλη τοποθεσία, όπου οδηγούν τους τουρίστες και τους ενοχλητικούς ξένους, έτσι ώστε οι ντόπιοι να λατρεύουν τον αληθινό Μαξιμόν με την ησυχία τους. Είναι αδύνατο να βρεις τον αληθινό ναό αν δεν σε οδηγήσει κάποιος ντόπιος (μην εμπιστεύεσαι τους οδηγούς των τουκ τουκ).


Ο Μάριο μας εξηγεί ότι ο Μαξιμόν είναι ένας άγιος γκομενιάρης, γιατί σύμφωνα με τον θρύλο, όταν οι ψαράδες του χωριού έλειπαν σε ταξίδια για εμπόριο ή για να δουλέψουν στα χωράφια, άφηναν πίσω τον Μαξιμόν να προσέχει τις συζύγους τους. Αυτός εκμεταλλευόταν την ευκαιρία, μεταμφιεζόταν για να μοιάζει με τον σύζυγο και ερωτοτροπούσε με κάθε γυναίκα του χωριού. Αδιακρίτως, γιατί δεν υπήρχε γυναίκα που δεν του άρεσε. Όταν οι άντρες το ανακάλυψαν, του έκοψαν τα άκρα (όλα, ό,τι εξείχε) και έτσι έμεινε ένας γυναικοκατακτητής-κορμός. Εκτός από γκομενιάρης, ήταν επίσης γνωστός για τις κακές του συνήθειες, το ποτό και το μανιώδες κάπνισμα, γι’ αυτό και η κύρια προσφορά, εκτός από λουλούδια και πολύχρωμες γιρλάντες, είναι τσιγάρα, χρήματα και αλκοόλ (κατά προτίμηση το τοπικό aguardiente). Η τελετουργία απαιτεί να του ρίχνουν αλκοόλ στο στόμα και μετά να του χώνουν ένα αναμμένο τσιγάρο.
Τη Μεγάλη Δευτέρα τον πλένουν στη λίμνη για να είναι έτοιμος για την πομπή, και το βρόμικο νερό πωλείται στους τυχερούς που θα το προλάβουν, γιατί όποιος το πιει εξιλεώνεται για τις αμαρτίες του. Τη Μεγάλη Τρίτη τον ντύνουν με τα γιορτινά του, και τη Μεγάλη Τετάρτη το είδωλο μεταφέρεται σε ένα παρεκκλήσι κοντά στην κεντρική πλατεία, όπου παραμένει μέχρι τη Μεγάλη Παρασκευή που γίνεται η πομπή. Οι κάτοικοι του χωριού φοράνε την παραδοσιακή φορεσιά τους, των Μάγια, και συνοδεύουν την πομπή του επιταφίου, που καθοδηγεί ο Μαξιμόν, ψεκάζοντας τον Χριστό και τον Μαξιμόν με άρωμα, τόνους αρωμάτων, που κάνουν την ατμόσφαιρα αποπνικτική και επικίνδυνη.

Είναι περίεργη περίπτωση ο Μαξιμόν, γιατί δεν είναι ένας καλός άγιος. Οι περισσότεροι επισκέπτες δεν προσεύχονται σε αυτόν για καλή τύχη, αντιθέτως, προσεύχονται ώστε ο μεθυσμένος, ακρωτηριασμένος τύπος με τα σκούρα γυαλιά και το καπέλο να μην ξεσπάσει την οργή του πάνω τους.
Φεύγοντας από την Ατιτλάν νωρίς το απόγευμα πέφτουμε στην «ώρα του ροκ εν ρολ», γιατί η λίμνη έχει τόσο κύμα, που μέχρι να φτάσεις στην απέναντι πλευρά έχεις χτυπηθεί σαν χταπόδι. Υποτίθεται ότι η λίμνη είναι ένα από τα σημεία της Γης με έντονο ενεργειακό πεδίο, τα άλλα δύο είναι οι Πυραμίδες της Αιγύπτου και το Μάτσου Πίτσου. Αυτή η φήμη έκανε το μέρος ελκυστικό για τους χίπηδες τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, και το Πανατζατσέλ έγινε το βασικό στέκι τους στην κεντρική Αμερική. Ακόμα και σήμερα συναντάς ηλικιωμένους θεραπευτές που κάνουν θεραπείες με κρυστάλλους και μασάζ, και μαζεύουν ενέργεια σαν ηλιακοί θερμοσίφωνες στην άκρη της λίμνης. Οι περισσότεροι, πάντως, έγιναν καπιταλιστές ιδιοκτήτες ξενοδοχείων και εστιατορίων και εξαγωγείς ντόπιων υφαντών, πουλώντας τις υπηρεσίες τους στο απεχθές gringo crowd.





