ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΙΡΑΝ

«Στο καλό μυθιστόρημα»: Η Λοράνς Κοσέ μας καλεί να επιστρέψουμε σ’ έργα δοκιμασμένα στο χρόνο

Λοράνς Κοσέ «Στο καλό μυθιστόρημα» Facebook Twitter
Τι σημαίνει «καλό» μυθιστόρημα; Ποιος το αποφασίζει; Πώς ιεραρχούνται οι αισθητικές μας προτιμήσεις; Είναι ή δεν είναι το γούστο υποκειμενικό;
0

ΦANTAΣΤΕΙΤΕ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ειδικευμένο στο μυθιστόρημα, που θα υποδέχεται με το σταγονόμετρο τις νέες κυκλοφορίες, που δεν θ’ ανατροφοδοτεί τους πάγκους του από τις λίστες των μπεστ-σέλερ, ούτε θα υποκύπτει στις οικονομικές διευκολύνσεις και τις μεθόδους μάρκετινγκ των μεγάλων εκδοτών.

Ένα βιβλιοπωλείο εξοπλισμένο με αριστουργήματα όλων των εποχών απ’ όλες τις ηπείρους, που θα εξαρτά την επιβίωσή του από την εκτίμηση μιας υποψιασμένης πελατείας, στα μάτια της οποίας η λογοτεχνία δεν είναι μόνο μια ανεξάντλητη πηγή απόλαυσης αλλά κι ένας τρόπος μαθητείας στην τέχνη της ζωής.

Τι περιθώρια υπάρχουν σήμερα για μια τέτοια επιχείρηση; Πόσο θ’ άντεχε μια τέτοια όαση σ’ ένα τοπίο εμπορευματοποίησης των πάντων; Ακόμα όμως κι αν υποθέσουμε ότι βρίσκεται ο μαικήνας με τ’ απαραίτητα κεφάλαια για τη δημιουργία της, τι μας διαβεβαιώνει ότι η ελιτίστικη πολιτική της δεν θα γύριζε σαν μπούμερανγκ εναντίον της έχοντας προκαλέσει την ευθιξία, τον φθόνο, ακόμα και το μίσος των εξοβελισμένων απ’ αυτήν;

Γιατί, σε τελευταία ανάλυση, τι σημαίνει «καλό» μυθιστόρημα; Ποιος το αποφασίζει; Πώς ιεραρχούνται οι αισθητικές μας προτιμήσεις; Είναι ή δεν είναι το γούστο υποκειμενικό;

Θα περιλαμβανόταν άραγε το μυθιστόρημα της Κοσέ σ’ ένα βιβλιοπωλείο σαν κι αυτό που επινόησε; Όχι απαραίτητα, αποφάνθηκαν ορισμένοι συμπατριώτες της κριτικοί, δυσαρεστημένοι με τις «κοιλιές» της πλοκής, κυρίως. Σε γενικές γραμμές, εντούτοις, υποκλίθηκαν στον ζήλο της να πλέξει το εγκώμιο της λογοτεχνίας, μέσα από ένα προγραμματικό μυθιστόρημα, μεταξύ λιβέλου και ρεπορτάζ, μεταξύ θρίλερ και ρομάντζου, σαν διδακτικό παραμύθι για μεγάλους.

Ιδού μερικά από τα ερωτήματα που θέτει η Γαλλίδα δημοσιογράφος, κριτικός και συγγραφέας Λοράνς Κοσέ στο «Καλό μυθιστόρημα», το δεύτερο βιβλίο της μετά την «Απόδειξη» που κυκλοφόρησε στα ελληνικά (μετ. Α. Κυριακίδης, Πόλις, 2011).

Κι όπως σ’ εκείνο συνδύαζε την αστυνομική πλοκή με την θεολογία και τον πολιτικό στοχασμό, έτσι και σ’ αυτό υιοθετεί τις τεχνικές του σασπένς και του μυστηρίου για να εξερευνήσει τα ήθη του παρισινού λογοτεχνικού μικρόκοσμου και της σύγχρονης βιβλιαγοράς, μέσα από το χρονικό ενός ανάλογου, επινοημένου εγχειρήματος, τόσο αμφιλεγόμενου όσο και ουτοπικού.

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Το βιβλίο έχει εξαντληθεί από τον εκδότη.

Ο τίτλος του μυθιστορήματος της Κοσέ ταυτίζεται με την επωνυμία του μικρού, επιλεκτικού βιβλιοπωλείου που στήνουν στην αριστερή όχθη του Παρισιού οι βασικοί ήρωές της, η Φραντσέσκα και ο Ιβάν – μια αριστοκράτισσα κι ένας μποέμ. Κληρονόμος μιας τεράστιας περιουσίας η πρώτη, είναι μια όμορφη, εσωστρεφής γυναίκα που παλεύει να συμφιλιωθεί με τον πρόωρο θάνατο της κόρης της πλάι σ’ έναν όλο και πιο κυνικό σύζυγο, αποφασισμένη να κάνει κάτι για το κοινό καλό.

Όσο για τον Ιβάν, είναι ένας ιδεαλιστής βιβλιοπώλης, απομεινάρι του Μάη του ΄68, πρώην δάσκαλος, πρώην περιπλανώμενος χίπης με λερωμένο ποινικό μητρώο, που ακολουθεί την Φραντσέσκα από τις Άλπεις στην πρωτεύουσα, αισιόδοξος μεν για το πείραμά τους αλλά κι εντελώς ανύποπτος για τον θρίαμβο που θα γνωρίσουν και για τον λυσσαλέο πόλεμο που θα δεχτούν.

Όλα αυτά ο αναγνώστης τ’ ανακαλύπτει καθ’ οδόν και αναδρομικά, στο πλαίσιο μιας άτυπης αστυνομικής έρευνας  που διεξάγεται υπό το βλέμμα ενός βιβλιοφάγου ανακριτή. Αφορμή γι’ αυτήν, οι βίαιες επιθέσεις που δέχονται τρεις φιλήσυχοι πολίτες, σε διαφορετικά σημεία της χώρας, κι ενώ το βιβλιοπωλείο έχει συμπληρώσει έναν χρόνο ζωής. Κοινό χαρακτηριστικό των θυμάτων είναι η συγγραφική τους ιδιότητα. Κι ακόμα, η συμμετοχή τους, μέσα σε συνθήκες άκρας μυστικότητας, στην οχταμελή επιτροπή που είχαν συστήσει ο Ιβάν και η Φραντσέσκα, προκειμένου να καταλήξουν στη βασική συλλογή των «καλών» μυθιστορημάτων του καταστήματος.

Μέσα σ’ έναν χρόνο κι έπειτα από μια σοφά σχεδιασμένη και πανάκριβη διαφημιστική εκστρατεία, το βιβλιοπωλείο των παραπάνω έχει γίνει το αγαπημένο θέμα συζήτησης των Παριζιάνων, έχει πυροδοτήσει ένα σωρό άρθρα στον τύπο και στο διαδίκτυο, και μολονότι έχει διευρύνει σημαντικά το πιστό κοινό του, όχι μόνο έχει αποκτήσει ανταγωνιστές στον ίδιο δρόμο αλλά βλέπει να πολλαπλασιάζονται γύρω του και εκείνοι που λατρεύουν να το μισούν.

Ποιος είναι άραγε ο ιθύνων νους των επιθέσεων; Σε τι αποσκοπεί; Είναι ο ίδιος που τροφοδοτεί τον τύπο με τα προσωπικά δεδομένα της Φραντσέσκα και του Ιβάν; Η Κοσέ κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον –ακόμα και το ποιος αφηγείται την ιστορία, μόνο προς το τέλος διευκρινίζεται–, αλλά η ουσία του βιβλίου της, προφανώς, βρίσκεται αλλού.

Μυθιστόρημα που ανατέμνει τους μηχανισμούς της εκδοτικής βιομηχανίας υπογραμμίζοντας τις συνέπειες της πληθωρικής προσφοράς, το «Στο καλό μυθιστόρημα» μας καλεί να είμαστε πιο επιφυλακτικοί με τις σειρήνες της επικαιρότητας και με τους ενορχηστρωμένους ύμνους για βιβλία «γραμμένα στο πόδι», «φτιαγμένα για ν’ αρέσουν», άψογα λανσαρισμένα στην αγορά. Μας καλεί να επιστρέψουμε σ’ έργα δοκιμασμένα στο χρόνο, διαδεδομένα στόμα με στόμα, καρδιά με καρδιά, τα οποία «δεν παραγνωρίζουν τίποτα από την ανθρώπινη τραγωδία, τίποτα από τα καθημερινά θαύματα», αλλά θάβονται κάτω από έργα του συρμού, αν δεν εξαφανίζονται οριστικά από τα ράφια.

Η Κοσέ είναι γενναιόδωρη σε παραδείγματα. Εξού και το πολυσέλιδο λεξικό τίτλων και ονομάτων που συνοδεύει την ελληνική έκδοση του βιβλίου της, κι όπου συναντά κανείς από τον Θορό και τον Σταντάλ ως τον Ναμπόκοφ και τον Πίντσον, κι από την Αντόνια Μπάιατ ή τον Πίτερ Κάρεϊ ως την Αγκότα Κρίστοφ, τον Τζον Μπέργκερ, τον Ρομπέρτο Μπολάνιο, τον Πιερ Μισόν.

Κι ενώ αναφέρεται άλλοτε ευθέως κι άλλοτε υπαινικτικά σε δεκάδες εκπροσώπους της λογοτεχνικής και δημοσιογραφικής σκηνής της πατρίδας της, δεν μνημονεύει ούτε έναν ομότεχνό της από εκείνους που διατηρούν πόστα εξουσίας στον τύπο, σε εκδοτικούς οίκους, σε επιτροπές βραβείων ή σε άλλους ακαδημαϊκούς θεσμούς. Λογικό. Όσο ανθούν οι σχέσεις διαπλοκής στον χώρο, τόσο περισσότερο θολώνονται τα λογοτεχνικά νερά.

Θα περιλαμβανόταν άραγε το μυθιστόρημα της Κοσέ σ’ ένα βιβλιοπωλείο σαν κι αυτό που επινόησε; Όχι απαραίτητα, αποφάνθηκαν ορισμένοι συμπατριώτες της κριτικοί, δυσαρεστημένοι με τις «κοιλιές» της πλοκής, κυρίως.

Σε γενικές γραμμές, εντούτοις, υποκλίθηκαν στον ζήλο της να πλέξει το εγκώμιο της λογοτεχνίας, μέσα από ένα προγραμματικό μυθιστόρημα, μεταξύ λιβέλου και ρεπορτάζ, μεταξύ θρίλερ και ρομάντζου, σαν διδακτικό παραμύθι για μεγάλους. Περιττό να πούμε ότι κάθε ομοιότητά του μ’ όσα συμβαίνουν στη δική μας βιβλιαγορά μόνο συμπτωματική δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. 

Βιβλίο
0

ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΙΡΑΝ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

90’ με τη συντακτική ομάδα της «βλάβης»

Βιβλίο / Αυτή η παρέα φτιάχνει τη «βλάβη», το πιο φρέσκο έντυπο για το βιβλίο

Είναι millennials, πιστεύουν ακόμα στην αξία του τυπωμένου χαρτιού, δεν δέχονται διαφημίσεις, ξέρουν πολύ καλά το βιβλίο, δεν αναρτούν τίποτα στο internet γιατί θέλουν να σε δουν να ξεφυλλίζεις το περιοδικό τους. Και πολύ καλά κάνουν γιατί η «βλάβη» τους είναι ένας νέος τρόπος να μιλάς για το βιβλίο και για τον πολιτισμό.
M. HULOT
«Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Το πίσω ράφι / «Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Η Μαρία Μπέικου αφηγείται με τρόπο λιτό τη ζωή της στο «Αφού με ρωτάτε, θα θυμηθώ», τη συμμετοχή της στην Αντίσταση, τον Εμφύλιο, τα χρόνια της στην ΕΣΣΔ και τη σχέση της με μεγάλους Ρώσους καλλιτέχνες.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Ζιζέλ Πελικό: «Έχω ξαναβρεί τη χαρά της ζωής»

Βιβλίο / Ζιζέλ Πελικό: «Οι βιαστές μου να σκύψουν το κεφάλι• όχι εγώ»

Πέρα από κάθε προσδοκία και παρά τη φρίκη που κρύβουν οι σελίδες της, η αυτοβιογραφία της Πελικό, «Ύμνος στη ζωή», είναι ένα απαράμιλλο παράδειγμα γενναιότητας κι ένα μήνυμα αισιοδοξίας, δικαιώνοντας απόλυτα τον τίτλο του. Κυκλοφόρησε μόλις και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Βιβλίο / Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Η ταινία της Έμεραλντ Φένελ μας θύμισε την αξεπέραστη αξία του κλασικού έργου της Έμιλι Μπροντέ και τους άπειρους λόγους για τους οποίους παραμένει ανάμεσα στα αγαπημένα αναγνωστών και κριτικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Lifo Videos / Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Ο νεαρός συγγραφέας που έκανε αίσθηση με το πρώτο του μυθιστόρημα «Πέρα από τη συναίνεση» (εκδ. Πόλις) μιλά για την queer κουλτούρα στα χρόνια του Tραμπ και για το πώς συμφιλιώνεται κανείς με τον ομοερωτικό σεξουαλικό του προσανατολισμό σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Εξομολόγηση και μαθητεία»

Long Stories / «Εξομολόγηση και μαθητεία»

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος υπήρξε στενός φίλος του Μένη Κουμανταρέα από το 1978 μέχρι το 2014, που ο σημαντικός Έλληνας συγγραφέας δολοφονήθηκε. Σε αυτό το διάστημα αντάλλαξαν επιστολές, «ένα δούναι και λαβείν ανάμεσα σε δυο ψυχές, ένα γραμμένο από την ίδια τη ζωή επιστολογραφικό μυθιστόρημα», που ετοιμάστηκαν για να κυκλοφορήσουν, η έκδοσή τους όμως έχει «παγώσει». Δημοσιεύουμε τον πρόλογο που ο Β. Ραπτόπουλος ετοίμασε για αυτόν τον τόμο, υπό μορφή μιας τελευταίας άτυπης επιστολής, όπως λέει ο ίδιος.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ
Τι κοινό έχουν ο Μπάρακ Ομπάμα και η Ντούα Λίπα;

The Review / Ας μιλήσουμε για το βιβλίο που ενθουσίασε τη Ντούα Λίπα και τον Μπάρακ Ομπάμα

Διάβασαν και προώθησαν και οι δυο το μυθιστόρημα «Σάρκα» του Ουγγροβρετανού Ντέιβιντ Σόλοϊ, που κέρδισε το βραβείο Booker του 2025 και θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός. H Βένα Γεωργακοπούλου συζητά γι’ αυτό με τον σκηνοθέτη Λευτέρη Χαρίτο, πρόεδρο της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Γιάννης Παλαβός

Οι Αθηναίοι / Γιάννης Παλαβός: «Τα βιβλιοπωλεία είναι γεμάτα μέτρια ή κακά βιβλία»

Μεγάλωσε σ’ ένα γυναικείο περιβάλλον και βρήκε καταφύγιο στην παιδική βιβλιοθήκη του χωριού του. Δεν ένιωσε ποτέ πραγματικά Αθηναίος και τον ενοχλεί ο διάχυτος εγωισμός των social media. Aκόμη και σήμερα αρκετοί πιστεύουν πως το «Παλαβός» είναι ψευδώνυμο. Ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
M. HULOT
Έχουν, αλήθεια, νόημα οι επανεκδόσεις βιβλίων;

Βιβλίο / Έχουν νόημα οι επανεκδόσεις;

Η εκ νέου κυκλοφορία ξένων τίτλων φέρνει στο προσκήνιο κλασικά έργα, αλλά θέτει και το εξής ερώτημα: χρειαζόμαστε επετειακές εκδόσεις βιβλίων όπως η «Λίγη Ζωή» της Γιαναγκιχάρα, που μοιάζει να αφορά την εποχή που γράφτηκε;
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το πίσω ράφι/ Άρια Σαϊονμάα: «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται»

Το πίσω ράφι / «Μίκη, ήσουν και είσαι ο πιο σημαντικός μέντορας»

Το αυτοβιογραφικό αφήγημα της Άρια Σαγιονμάα «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται» σφραγίζει η πληθωρική προσωπικότητα του Θεοδωράκη, καθώς ανασυστήνεται η πολιτικοποιημένη ατμόσφαιρα των ’70s.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ