ΟΤΑΝ Η ΜΑΡΙΑ ΜΠΕΪΚΟΥ, από τα θρυλικά πρόσωπα της εθνικής αντίστασης, αποφάσισε να καταταγεί στον ΕΛΑΣ –«Θα φύγω, θα πάω να πολεμήσω!»– δεν είχε ενηλικιωθεί ακόμη. Οι δυνάμεις κατοχής, όμως, ήταν πια οι Γερμανοί «που τους στήριζαν οι ταγματασφαλίτες», ο αδελφός της είχε μόλις βγει από τη φυλακή, κι η ίδια, επονίτισσα με σύνδεσμό της στην Αθήνα τον Λεωνίδα Κύρκο, δεν έβλεπε την ώρα να συναντήσει τις αντάρτισσες της Ρούμελης. Πλαστογραφώντας, λοιπόν, την υπογραφή του πατέρα της, αποχαιρέτησε την Ιστιαία Ευβοίας και εφοδιασμένη με μια ζιπ κιλότ ραμμένη από τη μάνα της, έφτασε με τα πόδια ως το Καρπενήσι. «Παρ’ όλο που ήταν επικίνδυνο», διαβάζουμε στην αυτοβιογραφία της, «εγώ δεν είχα καμία αίσθηση του κινδύνου. Ήμουν προσηλωμένη στον σκοπό και το είδα σαν μια περιπέτεια».
Για ανθρώπους όπως η Μπέικου (1925-2011) που έζησαν το έπος της αντίστασης αλλά και την ήττα του Εμφυλίου, τη μοναξιά της εξορίας και την προσαρμογή του επαναπατρισμού, τίποτε δεν είναι πιο επώδυνο από το ν’ ανατρέχουν στο παρελθόν. Από τη μεριά της, το ανέβαλλε για καιρό. Βλέποντας όμως τους συνοδοιπόρους της σ’ αυτή την «περιπέτεια» σιγά σιγά να φεύγουν, λίγο προτού φύγει κι εκείνη από τη ζωή, υπέκυψε: «Αφού με ρωτάτε, θα θυμηθώ» (Καστανιώτης, 2010). Και η αφήγησή της, λιτή, χωρίς εξάρσεις συναισθηματισμού, ξεκινά από τα παιδικά της χρόνια και καταλήγει με τη συμμετοχή της στο «Μάουζερ» του Θόδωρου Τερζόπουλου, διατρέχοντας το διάστημα που πέρασε στην πρώην Σοβιετική Ένωση, σπουδάζοντας σινεμά πλάι στον Ταρκόφσκι και εργαζόμενη επί μια εικοσιπενταετία ως εκφωνήτρια της ελληνικής εκπομπής του μοσχοβίτικου ραδιοσταθμού.
Ποιες ήταν οι διαφορές του ΔΣΕ από τον ΕΛΑΣ; Πώς ήταν η καθημερινότητα για τις αντάρτισσες; Τι περιθώρια υπήρχαν για έρωτες ανάμεσα στις «εκκαθαριστικές επιχειρήσεις»; Τι προσπαθούσαν ν’ αποδείξουν στους άντρες συμπολεμιστές τους;
Στο μεγαλύτερο, ωστόσο, μέρος του βιβλίου της απλώνονται οι αναμνήσεις της από τον Εμφύλιο μαζί με το ημερολόγιο που κρατούσε ως αξιωματικός του Δημοκρατικού Στρατού. Ένα εξαιρετικά σημαντικό υλικό, σύμφωνα με την ιστορικό Τασούλα Δερβενιώτη, δεδομένης της σιωπής που για σχεδόν μισό αιώνα κάλυπτε τη συγκεκριμένη περίοδο. Από την κατάρρευση, όμως, του Ανατολικού Μπλοκ και κυρίως μετά το σοκ της «γενιάς της αντίστασης» από τη συγκυβέρνηση δεξιάς και αριστεράς εδώ, τα στόματα λύθηκαν, μολονότι οι γυναικείες δημόσιες καταθέσεις εξακολουθούν να υπολείπονται των αντρικών.
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα μετά τον θάνατο του συναγωνιστή και συζύγου της, Γεωργούλα Μπέικου, τότε που ως συνεργάτης του Θόδωρου Κρίτα έστηνε γέφυρες μεταξύ του ελληνικού και του ρωσικού πολιτισμού, η Μπέικου είχε απωθήσει από τη μνήμη της την ύπαρξη του ημερολογίου της. Το «ανακάλυψε» μόλις το 1996. Κι όπως γράφει, είχε καταφύγει στον ΔΣΕ, «επειδή δεν είχα άλλη λύση, επειδή κυνηγήθηκα και ήξερα ότι αν με έπιαναν μπορεί να με σκότωναν με συνοπτικές διαδικασίες, όπως τόσους άλλους… Ο Δημοκρατικός Στρατός ήταν άμυνα».
Πώς οργανώθηκε αυτή η «άμυνα»; Ποιες ήταν οι διαφορές του ΔΣΕ από τον ΕΛΑΣ; Πώς ήταν η καθημερινότητα για τις αντάρτισσες; Τι περιθώρια υπήρχαν για έρωτες ανάμεσα στις «εκκαθαριστικές επιχειρήσεις»; Τι προσπαθούσαν ν’ αποδείξουν στους άντρες συμπολεμιστές τους; Η Μαρία Μπέικου μιλά για μάχες και για συνδιασκέψεις, περιγράφει σκηνές απόγνωσης αλλά και ανάτασης και, αναφερόμενη στις συνθήκες που επικρατούσαν στη Βόρεια Ελλάδα, το παραδέχεται: «Ήταν τόσο στενές οι παρωπίδες μας, που δεν σου άφηναν κανένα περιθώριο. Έρχονταν οι αποφάσεις κι εμείς έπρεπε να τις εκτελέσουμε, ακόμα κι όταν μέσα μας διαφωνούσαμε, ακόμα κι όταν ήταν οδυνηρές».
Οι πιο οδυνηρές αποφάσεις για την Μπέικου ήταν η παράδοση των όπλων μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας και η αποχώρηση από την Ελλάδα για την Αλβανία. Αντίστοιχα οδυνηρές όμως υπήρξαν και οι στιγμές που βίωσε στη Μόσχα, μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ, όταν το κόμμα, μέσα σε μια νύχτα, αφαίρεσε όλα τα διαπιστευτήρια του δημοσιογράφου άντρα της, στερώντας του την πρόσβαση σε κάθε εργασία. «Ευτυχώς που είχα δικό μου νοικοκυριό, γιατί αλλιώς θα μας είχαν πάρει και τις κατσαρόλες…».
Ενδεχομένως ο αναγνώστης του «Αφού με ρωτάτε…» να θαμπωθεί από τα διάσημα ονόματα που παρελαύνουν στις σελίδες του τελευταίου μέρους – από τον Ταρκόφσκι ως την Ντεμίτοβα και του Λιουμπίμοφ. Αυτό που του μένει όμως τελειώνοντάς το, είναι φράσεις σαν την παρακάτω, όπου η Μπέικου συνοψίζει την εμπειρία της από τον αδελφοκτόνο πόλεμο: «Το καλό ήταν η συναδελφικότητα, η συντροφικότητα, η αλληλεγγύη, το ότι έδινες τη ζωή σου για τον διπλανό σου, χωρίς να ξέρεις αν η επόμενη σφαίρα είναι δική σου… Το αρνητικό είναι πως όλα αυτά για τα οποία αγωνίστηκες σού αφήνουν τεράστια ερωτηματικά και δεν μπορείς να εξηγήσεις μέσα σου γιατί κατρακύλησαν οι ελπίδες σου, τα ιδεώδη σου, τα οράματα σου, και μέσα σου δημιουργήθηκε ένα κενό…».