ΒΙΒΛΙΟ

 

 

Οκτώ χρόνια και κάτι πέρασαν από τον Νοέμβριο του 2017, που έγραψα όσα ακολουθούν. Πρόκειται για τον πρόλογο στην αλληλογραφία που ανταλλάξαμε με τον Μένη Κουμανταρέα, την οποία βάφτισα «Εξομολόγηση και μαθητεία». Ο τόμος με τις επιστολές μας στοιχειοθετήθηκε (μέχρι και τον αριθμό μιας σελίδας αναφέρω παρακάτω), έγιναν αλλεπάλληλες τυπογραφικές διορθώσεις, περάστηκαν ακόμη και οι πρωτοπρόσωπες υποσημειώσεις μου. Κι όμως, η έκδοση παραμένει παγωμένη – όχι από δική μου υπαιτιότητα. Αποφάσισα, λοιπόν, να δώσω στη δημοσιότητα τον πρόλογο, ως ένα είδος απάντησης στην απορία γνωστών και αγνώστων πότε επιτέλους θα εκδοθεί η εν λόγω αλληλογραφία.


Καλοκαίρι, τέλη της δεκαετίας του ’70, στο διαμέρισμα της οδού Αιγίνης, στην Κυψέλη. Αυτοσχέδιες «σέλφι-πριν-τις-σέλφι». Έχουμε τοποθετήσει τη μικρή φωτογραφική μηχανή του Μένη στο πεζούλι της βεράντας και πατάω το κλείστρο μ’ ένα κοινό σκουπόξυλο, που παίζει και τον ρόλο του σημερινού σελφοκόνταρου.

1

Λίγο πριν από την κηδεία του Μένη, η Αλεξάνδρα Τράντα, η μεγάλη ανιψιά της γυναίκας του της Λιλής και κληρονόμος των πνευματικών δικαιωμάτων του μέντορα και επιστήθιου φίλου μου, μου παρήγγειλε να εκφωνήσω τον επικήδειό του στο Α΄ Νεκροταφείο.

Κι έτσι, στις 9 Δεκεμβρίου του 2014, συντετριμμένος από το πένθος στο οποίο με είχε βυθίσει η βάρβαρη δολοφονία του, πίεσα τον εαυτό μου αφενός να τιθασεύσει το ταραγμένο θυμικό μου, αφετέρου να επιχειρήσει να βγάλει το απόσταγμα της σχέσης μου με τον αδικοχαμένο Μένη.

Συνέπεια της εξουθενωτικής αυτής διαδικασίας δεν ήταν μόνο το κείμενο που γεννήθηκε και απήγγειλα μες στον ναό, μπροστά στο φέρετρό του, αλλά και ένα ανεπανάληπτο τρακ που δεν πιστεύω ότι θα ξανανιώσω ποτέ στη ζωή μου: τα πόδια, τα χέρια μου έτρεμαν, το ίδιο και η φωνή μου, είχα μετατραπεί σε ένα σύμπλεγμα από τουβλάκια Λέγκο που δεν έχουν κουμπώσει σωστά και το κατασκεύασμα τρεμοπαίζει ετοιμόρροπο.

Ακολούθησε ένα είδος διανοητικής, ή μάλλον ψυχικής κράμπας: όσες φορές μού ζητήθηκε έκτοτε να γράψω κάποιο κείμενο για τον Μένη, στάθηκε αδύνατον να ανταποκριθώ, σαν να μου κρατούσε κάποιος δεμένα τα χέρια μακριά απ’ το πληκτρολόγιο.

Μου φαινόταν βουνό να ανακεφαλαιώσω, να συμπυκνώσω τη σχέση μας, και διαρκώς το ανέβαλλα για το μέλλον, σαν άλλος καρυωτακικός ιδανικός αυτόχειρας.

Είχα, μάλιστα, πλάσει στο μυαλό μου και μια αλλόκοτη δικαιολογία, που ούτε λίγο ούτε πολύ έλεγε ότι ο Μένης θα πεθάνει πραγματικά όταν γράψω γι’ αυτόν, ενώ, όσο δεν γράφω, βρίσκεται σε κάτι σαν τράνζιτ, έχει και δεν έχει πεθάνει.

Ώσπου, εν τέλει, μου ήρθε σχεδόν ουρανοκατέβατη, κυριολεκτικά κατακέφαλα, η αρχαία αυτή αλληλογραφία μας.


2

7 Δεκεμβρίου 2015. Ένας χρόνος από τη δολοφονία του Μένη. Στο βιβλιοπωλείο «Πλειάδες», στο Παγκράτι, λαμβάνει χώρα μια εκδήλωση-μνημόσυνο οργανωμένη από τις εκδόσεις «Πατάκη».

Αυτήν τη φορά, εκτός από την αφεντιά μου, ανεβαίνουν στο βήμα ένα μπουκέτο φίλοι του Μένη: Βασίλης Βασιλικός, Αντιγόνη Βλαβιανού, Νίκος Βουδούρης, Παντελής Βούλγαρης, Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Άγης Μπράτσος, Θάνος Φωσκαρίνης.

Και πάλι η Αλεξάνδρα με κάλεσε να συμμετάσχω, και πάλι υπέστην κάποια μικροκρίση πανικού πιέζοντας τον εαυτό μου να γράψει ένα σχετικό κείμενο. Οπότε και, μες στην απελπισία μου, κατέφυγα στην αλληλογραφία μου με τον Μένη.

Στη φιλόξενη ησυχία της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, όπου φυλάσσεται και το υπόλοιπο αρχείο μου, πέρασα λίγες ώρες ένα πρωί διαβάζοντας μονορούφι τα γράμματα του νεκρού φίλου μου. Ο Μένης αναβίωσε πολύ ζωηρά μέσα μου, αφήνοντάς με όχι απλώς κατασυγκινημένο, αλλά βαθιά ταραγμένο.

«Εξομολόγηση και μαθητεία»
Ο φάκελος της επιστολής που μου έστειλε στις 11/3/1981 ο Μένης στη Στοκχόλμη.

Αποτέλεσμα; Στην εκδήλωση, εκείνο το βράδυ στις «Πλειάδες», ανέγνωσα δημόσια μερικές επιστολές του. Και πολύ αργότερα δημοσίευσα μία εξ αυτών στο αφιέρωμα για τον Κουμανταρέα του λογοτεχνικού περιοδικού «Οδός Πανός» (τεύχος 175, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2017). Για να φτάσουμε, τελικά, στην παρούσα έκδοση ολόκληρης της αλληλογραφίας μας.

Όλες τις επιστολές μαζί, στη χρονική αλληλουχία τους, δεν τις είχα διαβάσει μέχρι τον φετινό Σεπτέμβριο. Ιδίως τα δικά μου γράμματα προς τον Μένη, δεν τα είχα καθόλου ξαναδεί. Όταν, στις αρχές της φετινής χρονιάς, η Αλεξάνδρα πρότεινε να μου δώσει το ντοσιέ με τα πρωτότυπά τους, ζήτησα να δω μια και καλή το πλήρες σώμα του βιβλίου.

Εννοούσα τα τυπογραφικά δοκίμια της πρώτης διόρθωσης, και σκοπός μου ήταν να τα παρεμβάλω ως μόνωση και αναισθητικό, ως μέθοδο αποστασιοποίησης από τα πρωτότυπα. Και μόνο το θέαμα των πρωτοτύπων, συνήθως με τα αυθεντικά στοιχεία γραφομηχανής του καθενός μας, και κάποτε με τους χαρακτηριστικούς γραφικούς μας χαρακτήρες και τα παιχνιδιάρικα βελάκια από στιλό, κατόρθωνε να μου ξυπνάει χίλιες αναμνήσεις και μια ανυπόφορη ταραχή.

Ταυτόχρονα, τρόμαζα προκαταβολικά και μ’ έπνιγε η ανασφάλεια. Ούτε που θυμόμουν καλά καλά τι έγραφα του Μένη πριν από ένα εκατομμύριο χρόνια: άραγε, θα τα έβγαζε πέρα αξιοπρεπώς ο άγουρος εαυτός μου, θα επιτύγχανε να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων, συνομιλώντας ως επιστολογράφος μ’ έναν κορυφαίο συγγραφέα μας στην ωριμότητά του;

Ε, λοιπόν, εδώ υπάρχει ένα δούναι και λαβείν ανάμεσα σε δυο ψυχές, ένα γραμμένο από την ίδια τη ζωή επιστολογραφικό μυθιστόρημα, που ώρες ώρες παρεκτρέπεται σε ταξιδιωτικό αφήγημα (από τη δική μου πλευρά κυρίως, αφού η αφεντιά μου ταξιδεύει, αλλά και εκ μέρους του Μένη, όταν αναγκάζεται να ζωντανέψει για χάρη μου όσα συμβαίνουν εδώ πίσω, στη μητριά πατρίδα).

Πρωτίστως, όμως, έχουμε να κάνουμε με μια αυθεντική ανταπόκριση από μια εποχή προ ίντερνετ, δοσμένη μέσα από την οπτική γωνία δύο συγγραφέων, δόκιμος ο ένας, ο άλλος νεοσσός, όπου φυσικά ο δεύτερος μαθητεύει κοντά στον πρώτο. Ένας δάσκαλος κι ένας μαθητής που έχουν απόλυτη επίγνωση του γεγονότος ότι η αλληλογραφία τους πιθανότατα θα καταλήξει σ’ ένα βιβλίο όπως αυτό εδώ.

Αντιγράφω από την επιστολή μου προς τον Μένη στις 2/10/1984 (σελίδα 307), δακτυλογραφημένη στην Αϊόβα των ΗΠΑ, όπου φιλοξενούμαι ως υπότροφος συγγραφέας του «Τhe International Writing Program»:

«Τώρα πού ἔβγαλα τό χαρτί γιά νά τό γυρίσω ἀπ’ τήν ἀνάποδη, ἔκανα μιά μικρή διακοπή καί ξαναδιάβασα τό γράμμα. Ὑπάρχουν πολλές ἀνοησίες κι ἴσως θέλει ξαναγράψιμο, ἀλλά βαριέμαι. Ἄσ’ το ἔτσι. Ἄς βροῦν καί κάτι ἄσχημο οἱ μελλοντικοί φιλόλογοι. Μερικές φορές καταντάει ἀγγαρεία νά σκέφτεσαι πώς τά γράμματα αὐτά μπορεῖ καί νά δημοσιευτοῦν κάποτε. Χέσ’ τους ὅλους».


3

Για να είμαι ειλικρινής, στις αρχές του φετινού καλοκαιριού, έκανα ξανά μια απόπειρα να προσεγγίσω το απλησίαστο για μένα θέμα, έστω και από σπόντα. Δηλαδή, γράφοντας για κάτι άλλο, που έμοιαζε με αποθέωση ζωής και σχετιζόταν με τη μακαρίτισσα την εκδότρια του «Κέδρου» και στενή φίλη, δική μου και του Μένη, την Κάτια Λεμπέση.

Εν ολίγοις, βρήκα αφορμή να ξεδιπλώσω διάφορες σκέψεις που είχαν να κάνουν με τον Μένη, και τελικά να εξομολογηθώ κάτι εξαιρετικά σοβαρό και αυστηρά προσωπικό.

Το κειμενάκι, με τον τίτλο «Τζετ σκι ή Πώς έκοψα το κάπνισμα», που είδε το φως της δημοσιότητας στην «Εφημερίδα των Συντακτών» (16/7/2017), ξεκινούσε απαριθμώντας πέντε πολύ δικούς μου ανθρώπους που έχασα τα τελευταία χρόνια.

Ο πατέρας μου πέθανε το 2008, μέσα στα μικρά Δεκεμβριανά. Το 2010 η Λιλή. Το 2014 η δολοφονία του Μένη. Το 2015 η Κάτια. Και το 2016 ο σκηνοθέτης Νίκος Παναγιωτόπουλος, με τον οποίο είχαμε συνδεθεί αφότου μετέφερε στον κινηματογράφο το μυθιστόρημά μου «Ο εργένης».

Η μαύρη τρύπα που γεννάει μέσα μας η απώλεια ενός εξ αίματος ή ψυχικά συγγενούς μας βαθαίνει όποτε τη συνδέουμε με το αναπόφευκτο δικό μας τέλος. Και η μαύρη τρύπα της κοινής μας μοίρας είναι το ιδανικό φόντο για μια αποθέωση της ζωής.

Κάπως έτσι λειτουργούν τα πράγματα σ’ αυτό το κειμενάκι των επτακοσίων λέξεων, όπου μου δόθηκε ξανά η χάρη να αποτιμήσω τη μονάκριβη παρουσία του Μένη στη ζωή μου.


4

Η αποθέωση της ζωής είχε να κάνει με τη θάλασσα, καλοκαίρι, στο Ξυλόκαστρο, μόνιμο τόπο διακοπών του Μένη εδώ και χρόνια, στο ξεπεσμένο αρχοντικό ξενοδοχείο «Αρίων», στο πλάι του πευκώνα. Είχαμε πάει να επισκεφθούμε τον Μένη και τη Λιλή παρέα με την Κάτια. Και επειδή εκείνοι πλάγιαζαν απαρεγκλίτως τα μεσημέρια, πήγαμε πρώτα για μπάνιο με την Κάτια («σ’ ένα μπιτσόμπαρο με νεοχίπις, ομπρέλες από φύλλα καλαμποκιού και ρέγκε του Μπομπ Μάρλεϊ») και ξεφαντώσαμε κάνοντας τζετ σκι. Μετά δείπνο με το ζεύγος Κουμανταρέα και επιστροφή στην Αθήνα.

«Εξομολόγηση και μαθητεία»
Μέσα δεκαετίας του ’80, και πάλι στο διαμέρισμα του Μένη και της Λιλής, στην οδό Αιγίνης.

Ο μόνιμος τόπος διακοπών του Μένη ήταν συνειδητή επιλογή του και, όσο κι αν το είχαν φέρει οι περιστάσεις, καθόλου συμπτωματική. Γι’ αυτό και έγραψα:

«Η ακτογραμμή της Αχαΐας μού φαίνεται παραδεισένια. Δεν τοποθέτησα τυχαία εδώ τον επινοημένο οικισμό όπου διαδραματίζονται οκτώ βιβλία μου, τη Λίμνη. Η παραλία Ξυλοκάστρου, ιδίως ο Πευκιάς, κάτι σαν βαλκανική Κυανή Ακτή, Μπαχάμες τού Νεοελληνιστάν».

Ήταν μια πρώτη γενική αναγωγή, που προετοίμαζε το έδαφος για κάποιες άλλες, πολύ πιο ουσιαστικές. Λίγο προτού περιγράψω τη μεσημεριανή μας περιπέτεια με το θαλάσσιο σκι, άδραξα την ευκαιρία:

«Η Κάτια και ο Παναγιωτόπουλος αγαπούν τα μεγαλοαστικά θέρετρα, Σπέτσες και Πάτμο, αντιστοίχως. Και απεχθάνονται το μικροαστικό Ξυλόκαστρο. Από την άλλη, χαίρονται με την καρδιά τους τον λαϊκό κόσμο…

»Ο Κουμανταρέας, πάλι, ερωτευμένος με τα λαϊκά πρόσωπα, απεχθάνεται τα μεγαλοαστικά θέρετρα, κι ας του ταιριάζουν ταξικά, στον ίδιο βαθμό που αντιπαθεί και τα κοσμικά, νεοπλουτίστικα, ενώ λατρεύει τα μικροαστικά σαν το Ξυλόκαστρο.

»Κάτι τέτοια μικροαστικά θέρετρα μού αρέσουν πολύ κι εμένα, νιώθω σαρξ εκ της σαρκός τους, και πιστεύω ότι αυτή είναι η αληθινή Ελλάδα».


5

Ακολουθεί η περιγραφή της πάλης με το τζετ σκι και τα κύματα, σαν ένα ξέσπασμα χαράς και γέλιου, σαν αποθέωση της ζωής, και ξαφνικά η εξομολόγηση κορυφώνεται:

«Δεν θέλω να θυμάμαι τα άσχημα. Τι σκληρά και υπερφίαλα φερθήκαμε όλοι, λες και ήμαστε αθάνατοι. Πώς ψυχρανθήκαμε με την Κάτια, με συνέπεια την τετραετή εκδοτική περιπλάνησή μου. Αλλά και ο καβγάς με τον Μένη, που νοσούσε ήδη από καρκίνο στους λεμφαδένες.

»Λόγω της αρρώστιας έγιναν και οι δυο τους επιθετικοί και πικρόχολοι. Και εξαιτίας της κρίσης, πιο συντηρητικοί. Ώσπου τους θύμωσα κι εγώ, πιεσμένος από τις οικονομικές αναποδιές που συνέθλιψαν τη μεσαία τάξη από το 2012. Πάλι καλά που τα είχαμε ξαναβρεί προτού φύγουν».

Για να καταλήξω στο εξής, ελαφρώς μελοδραματικό κρεσέντο:

«Με καλομάθατε, Νίκο, Μένη, Λιλή, Κάτια! Και οι τέσσερις υπήρξατε πρωτίστως Φύλακες Άγγελοί μου. Σταθήκατε στο πλευρό μου και με σκλαβώσατε. Πώς να μη νιώθω εγκαταλελειμμένος με την απουσία σας;

»Πριν από κανένα εξάμηνο ανακάλυψα ενδείξεις λευκοπλακίας στις φωνητικές χορδές μου, μια προκαρκινική κατάσταση, κι έκοψα μαχαίρι το κάπνισμα. Πήρα βάρος, κι ας είχα αρχίσει ήδη κολυμβητήριο. Κάποτε κλέβω τζούρες από ένα τσιγάρο. Αφού απαγορεύεται, επιτρέψτε μου μια παρασπονδία. Ο Ντοστογιέφσκι γράφει ότι εάν ο άνθρωπος ήταν πλήκτρο πιάνου, το ντο φέρ’ ειπείν, θα έπαιζε λα, επειδή έτσι του κάπνισε!

»Η διάγνωση του γιατρού μού θύμισε τον καρκίνο του στόματος της Κάτιας, που ξεκίνησε ως λευκοπλακία στον ουρανίσκο της. Όσους κόβουν το κάπνισμα οι Αμερικανοί τούς λένε “χήρες του τσιγάρου”. Έγινα “χήρα του τσιγάρου”, μήπως αποτραπεί ο έκτος θάνατος στη σειρά, ο δικός μου».


6

Ο Μένης εξομολογείται στην επιστολογραφία που ακολουθεί, το ίδιο κι εγώ βεβαίως: η διαδικασία μέσα σ’ αυτό το εικονικό εξομολογητήριο –όπου θα βρεθείτε σε λίγο «λαθραία» κι εσείς– είναι αμοιβαία, διαλογική, αλλιώς δεν νοείται.

Ωστόσο, ο Μένης αφενός έχει περισσότερα να εξομολογηθεί, αφετέρου έχει την κατάλληλη ηλικία, δηλαδή την ωριμότητα και τη σοφία για να επιδοθεί στο μυστήριο της εξομολόγησης, αλιεύοντας πιο πολλά ψάρια από το φτωχό, εικοσάχρονο λογοτεχνικό παιδί-θαύμα που έχει χρίσει συνομιλητή του.

Ο υποφαινόμενος επιδίδεται μεν στο μυστήριο της εξομολόγησης κι αυτός, πιο πολύ όμως ασκείται σε μια ιδιότυπη μαθητεία, όπου ο δάσκαλος κατεβαίνει στο επίπεδο του μαθητή και συζητά μαζί του επί ίσοις όροις, μαθαίνοντας πραγματικά από τον μαθητευόμενο.

Μια αμφίδρομη μαθητεία, που η επιστήθια φιλία υπήρξε αναπόσπαστο συστατικό της. Μια μαθητεία στην Τέχνη όχι μόνο του πεζού λόγου, αλλά πρωτίστως στην τέχνη της ζωής, όσο ρευστή, απροσδιόριστη και άπιαστη κι αν είναι.

«Εξομολόγηση και μαθητεία»
Μέσα δεκαετίας του ’80, και πάλι στο διαμέρισμα του Μένη στην οδό Αιγίνης. Ο υποφαινόμενος και ο Μένης, πίσω από το γραφείο του τελευταίου. Τη φωτογραφία τράβηξε η Λιλή.

Η αλληλογραφία μου με τον Μένη ξεκινάει ενώ είμαστε και οι δυο μας στην Αθήνα, μετά μετακινούμαι στην Αλεξανδρούπολη, στη Στοκχόλμη, ύστερα μια ιδέα στην Κοπεγχάγη, στις ΗΠΑ, και πάλι πίσω στη γενέθλια πόλη.

Με άλλα λόγια, και για να αποτίσω φόρο τιμής στην πρώτη μου αναγνωστική αγάπη, στον Ιούλιο Βερν, εγώ κάνω τον «γύρο του κόσμου σε 80 ημέρες», τη στιγμή που ο Μένης πάει μετά βίας έως το Ξυλόκαστρο ή την Αίγινα.

Οι περισσότερες επιστολές του Μένη είναι γραμμένες είτε στην οδό Χέυδεν, όπου ήταν το πατρικό του, και όπου μένουν σήμερα η ανιψιά του Αλεξάνδρα και ο Νίκος, με τον γιο τους τον Αλκίνοο, που τον λάτρευε η Λιλή, είτε στην οδό Αιγίνης, όπου συμβίωσε αρχικά το ζεύγος Μένη και Λιλής Κουμανταρέα.

Σ’ εκείνο το διαμέρισμα, όπου αργότερα έμελλε να ζήσω και ο ίδιος, για να το χρησιμοποιήσω εν τέλει και ως σκηνικό του σύντομου μυθιστορήματός μου «Μαύρος γάμος», γύρω από το οποίο επικεντρώνονται οι δύο τελευταίες επιστολές του ανά χείρας βιβλίου.

Θα έλεγε κανείς ότι, αναπόφευκτα, αυτός ο τόμος επιστολογραφίας αιχμαλωτίζει φέτες από τη ζωή όλων μας, μέσα από τη ζωή δύο συγγραφέων. Ζωή φιλολογική, αλλά και αληθινή ζωή, η μία και αναντικατάστατη που αναλογεί στον καθένα μας.

Εν τέλει, «Εξομολόγηση και μαθητεία» δεν τιτλοφορείται μόνο η αλληλογραφία μου με τον Μένη Κουμανταρέα, αλλά και ένα μέρος της αυτοβιογραφίας μου.


7

Επί τη ευκαιρία, οι δύο τελευταίες επιστολές διαπνέονται από ένα πνεύμα πολεμικής αντιπαράθεσης που προοιωνίζεται τη φάση ψυχρότητας ανάμεσά μας εκείνη την εποχή, κατά την οποία ο Μένης δημοσιεύει τη μεγαλύτερη ίσως επιτυχία του, το πολυσέλιδο και πολυδαίδαλο μυθιστόρημά του «Δυο φορές Έλληνας».

Δυο φορές συγκρουστήκαμε έντονα με τον Μένη, απ’ όσο θυμάμαι, κι αυτή ήταν η πρώτη, το 2001. Και η δεύτερη, μια δεκαετία αργότερα, μες στην οικονομική κρίση, το 2012.

Την πρώτη φορά η σύγκρουση ήταν πιο ήπια, ζούσε ακόμη και η Λιλή, που γεφύρωσε γρήγορα το χάσμα. Τη δεύτερη, πάλι, τον ρόλο της γέφυρας έπαιξε μια κοινή επιστήθια φίλη μας, η ψυχίατρος Χλόη Κολύρη.

Παραδόξως (ή και το αντίθετο, ποιος ξέρει), και τις δύο φορές υπήρχε κι ένα συλλογικό κλίμα πόλωσης που μας χώριζε, αφού είχαμε επιλέξει αντίπαλα πολιτικά και κοινωνικά στρατόπεδα σε εποχές τεταμένες: ο εκσυγχρονισμός του Σημίτη την πρώτη φορά, «το χάσμα π’ άνοιξε ο σεισμός» της κρίσης τη δεύτερη.

«Εξομολόγηση και μαθητεία»
Ο φάκελος της επιστολής μου, της 28/11/1984, προς τον Μένη και τη Λιλή στην Κυψέλη, από την Αϊόβα των ΗΠΑ, όπου βρισκόμουν ως υπότροφος του «International Writing Program».

Η αλληλογραφία μας αρχίζει με μια σταλιά 1978, αλλά κυρίως εκτυλίσσεται μεταξύ 1980 και 1981, με μια γερή δόση από (οργουελιανό;) 1984, και ολίγο 2001, όχι «Οδύσσεια του διαστήματος», αλλά «Οδύσσεια ενός γάμου», προς το τέλος.

Με άλλα λόγια, καλύπτει την αρχή αρχή της σχέσης μας και, στην πραγματικότητα, διανύσαμε μαζί άλλα τριάντα χρόνια, ώσπου να έρθει ο Μένης αντιμέτωπος με το φρικτό του τέλος το 2014 – καθόλου λίγα, όπως και να το κάνουμε.

Επομένως, πώς μπορεί να υποκαταστήσει αυτός ο πρόλογος τόσα που απουσιάζουν, πώς μπορεί να δοθεί μια πιο σφαιρική, πιο συνολική και πλήρης εικόνα του Μένη Κουμανταρέα, πέραν της αλληλογραφίας μας; Χρειάζεται μια γενική αποτίμηση εδώ, ένας ευρύτερος απολογισμός.

Κάτι που πιέστηκα εξωφρενικά να κάνω τις δύσκολες εκείνες μέρες λίγο πριν από την κηδεία του Μένη και πήρε τη μορφή ενός επικήδειου. Εδώ που τα λέμε, ως πρόλογος στην αλληλογραφία μ’ έναν δολοφονημένο φίλο, τι πιο ταιριαστό από τον επικήδειό του;


8

Από τις επιστολές και των δυο μας που ακολουθούν, υποχρεώθηκα εκ των πραγμάτων να απαλείψω μερικά σημεία (δηλώνοντάς το με αποσιωπητικά μέσα σε αγκύλες) και να αντικαταστήσω κάποια ονόματα με τα αρχικά τους, με μοναδικό σκοπό να προστατεύσω οικείους μου και γνωστούς.

Νομίζω ότι ο Μένης, εάν ζούσε, θα ήταν αναφανδόν υπέρ της εν λόγω τακτικής. Τουλάχιστον, σε σύγκριση μ’ εμένα.

Προσωπικά, νιώθω τέτοια αλλεργία απέναντι σε κάθε είδους λογοκρισία, ώστε μολονότι όσα έχουν απαλειφθεί είναι μάλλον ασήμαντα, πέρασα μια κρίση όπου ήθελα να ματαιώσω τη δημοσίευση της αλληλογραφίας μας, προκειμένου να μην τη λογοκρίνω ούτε κατ’ ελάχιστον. Όμως, θα ήταν άδικη μια ανάλογη στάση, καταντάει ξεροκέφαλο πείσμα και στείρος δογματισμός.

Εξάλλου, τα γράμματά μας φυλάσσονται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη και στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, εκεί όπου βρίσκονται, αντιστοίχως, το αρχείο μου και το αρχείο του Μένη. Άρα, τα λογοκριμένα σημεία δεν έχουν πραγματικά σβηστεί.

Ο Άγης Μπράτσος με βοήθησε αποφασιστικά στη σύνταξη των υποσημειώσεων, αλλά και στην πολύπλευρη επιμέλεια αυτού του τόμου αλληλογραφίας, τον οποίο κοσμεί το φιλολογικό επίμετρο της Αντιγόνης Βλαβιανού.

Η δουλειά ολοκληρώθηκε υπό την άγρυπνη εποπτεία της Αλεξάνδρας και την ηθική εμψύχωση της Άννας Πατάκη, με τις οποίες συναποφασίσαμε και τις φωτογραφίες που περιλαμβάνονται εντός κειμένου.

«Εξομολόγηση και μαθητεία»
Καλοκαίρι 1990 (;). Ξυλόκαστρο, στη βεράντα του ξενοδοχείου «Αρίων», πλάι στον πευκώνα, όπου παραθέριζαν ο Μένης και η Λιλή.

9

Επανέρχομαι στην παρατήρηση για τους Φύλακες Αγγέλους. Η Κάτια και ο Νίκος, αλλά προπαντός ο Μένης και η Λιλή στάθηκαν Φύλακες Άγγελοί μου, και υπήρξα ευλογημένος που τους είχα συνοδοιπόρους στη ζωή.

Κάτι τέτοιο βγάζει μάτι στις επιστολές που ακολουθούν, ιδίως εάν λογαριάσει κανείς την ηλικία των επιστολογράφων, το γεγονός ότι ένας μεσήλικας συζητά εδώ με έναν εικοσάρη που δεν έχει πάει καν φαντάρος (και αντιστρόφως).

Ήμουν περισσότερο από απλώς τυχερός που γνώρισα τον Μένη και οφείλω να νιώθω ισοβίως ευγνώμων για το γεγονός ότι μαθήτευσα πλάι του και γίναμε τόσο φίλοι. Να τι συνειδητοποιώ αντικρίζοντας τα πράγματα από το παρατηρητήριο του σήμερα. Να τι παραμένει η ουσία, το ψαχνό.

«Εξομολόγηση και μαθητεία»
1/4/1998, στη Θεσσαλονίκη. Κοινή παρουσίαση του βιβλίου του Μένη «Η μυρωδιά τους με κάνει να κλαίω» και της δικής μου «Λούλας».

Και, επομένως, ακόμη κι αυτός ο πρόλογος δεν είναι παρά άλλη μια δική μου επιστολή, τωρινή, με τον ίδιο πάντα παραλήπτη. Εξάλλου, συχνά μιμήθηκα στον πρόλογο την αλληλογραφία μας, εάν όχι ως προς το ύφος, τουλάχιστον ως προς τα θεματικά και χρονικά άλματα, ως προς τη συνειρμική ροή.

Ο πρόλογος είναι τα τελευταία νέα μου, η ζωή μου υπό μορφήν άτυπης επιστολής προς τον Μένη. Όπως και η έκδοση της αλληλογραφίας μας θα μπορούσε να θεωρηθεί ο ύστατος αποχαιρετισμός μου.


10

Ο επικήδειος του δημιουργού της «Κυρίας Κούλας», εκτός από γενική αποτίμησή του και απολογισμός της στενής φιλίας μας, είναι επίσης ένα είδος επιστολής, μιας ανοιχτής επιστολής post mortem, αν λέγεται κάτι τέτοιο.

Εν ολίγοις, προσφωνώ τον Μένη στην αρχή και απευθύνομαι σ’ εκείνον, δηλώνοντας ότι «καταφεύγω στο γράψιμο όχι μόνο επειδή είμαι ακόμη πολύ ταραγμένος από την άγρια δολοφονία σου, αλλά και για να τιμήσω την κοινή μας ιδιότητα του συγγραφέα».

Σειρά έχει μια σύντομη περιγραφή της ζοφερής περιρρέουσας πολιτικής και κοινωνικής ατμόσφαιρας, και η σκοτεινή διαπίστωση ότι «όλοι μας αγριέψαμε αυτήν την περίοδο, πράγμα που δεν μπορεί παρά να ισχύει ακόμη και για τον στυγερό δολοφόνο σου».

Και μετά επιδίδομαι στην προσπάθεια να συμπυκνώσω όσα είδα στην κοινή πορεία μου με τον Μένη, σε μια ολόκληρη ζωή.

Από δω και κάτω, χωρίς εισαγωγικά, παραθέτω αυτούσιο τον επικήδειο.


11

Γνωριστήκαμε τυχαία το 1978 στο παλαιό βιβλιοπωλείο του «Κέδρου» στην Πανεπιστημίου. Από τότε, επί τριάντα έξι ολόκληρα χρόνια, υπήρξες για μένα δάσκαλος στη λογοτεχνία, και παράλληλα κάτι σαν πατέρας, ή ίσως μεγάλος αδελφός, αλλά και πολύτιμος φίλος. Εννοείται ότι όλες αυτές οι πλευρές της σχέσης μας αλληλοσυμπληρώνονταν, εάν δεν ταυτίζονταν.

Ως δάσκαλος υπήρξες υποδειγματικός. Όχι μόνο επειδή έσκυψες υπομονετικά και με μεγάλη αγάπη πάνω από τα δικά μου κείμενα. Αλλά κυρίως επειδή, όπως όλοι οι σπουδαίοι δάσκαλοι, σχεδόν από τον πρώτο πρώτο καιρό, επιδίωξες να μάθεις κι από μένα τα ελάχιστα που μπορούσα να σου προσφέρω. Η έκπληξη που ένιωσα όταν άρχισες να μου δείχνεις τα δικά σου γραπτά και να παίρνεις υπόψη σου τις παρατηρήσεις μου δεν περιγράφεται.

Ως πατρική φιγούρα στη ζωή μου, και ταυτόχρονα ως επιστήθιος φίλος, με υπερασπίστηκες δημόσια στις ουκ ολίγες επιθέσεις που δέχτηκα για τα βιβλία μου, αλλά και σε προσωπικές διενέξεις με άλλους ομοτέχνους μας. Το ίδιο υποστηρικτικός στάθηκες και απέναντι στη σύγκρουση που είχα αρχικά με τους γονείς μου, οι οποίοι εναντιώθηκαν στην απόφασή μου να ζήσω από το γράψιμο. Πίσω από τη θέρμη σου κρύβονταν ασφαλώς τα δικά σου ανάλογα βάσανα και, συγκεκριμένα, η σύγκρουση με τον πατέρα σου όταν ήσουν νέος.

Μέσα μου η μορφή σου μπλέκεται αξεδιάλυτα με τη μορφή του άλλου σου μισού, που ήταν η Λιλή, στην οποία αναφέρεται το τελευταίο σου βιβλίο, «Ο θησαυρός του χρόνου». Μου τη γνώρισες σχεδόν αμέσως και έφτασα να συνδεθώ μαζί της συναισθηματικά σε τέτοιο βαθμό, ώστε συνήθως έπαιρνα το μέρος της στους καβγάδες σας. Από τη μία, είναι ευτύχημα που δεν ζει και δεν έμαθε ποτέ το άσχημο τέλος σου. Από την άλλη, έχω την πεποίθηση ότι, αν εκείνη δεν είχε φύγει πρώτη, δεν θα σ’ έβρισκε το κακό.

Ήσουν ευγενής και αρχοντικός, τόσο από κοινωνική καταγωγή όσο και στη συμπεριφορά. Επίσης, ήσουν πάντα ευθυτενής, και δεν μιλάω μόνο για τη χαρακτηριστική στάση του σώματός σου, αλλά και για την ψυχική σου στάση: ποτέ δεν έσκυβες. Μάλλον γι’ αυτό ήσουν πάντα αισιόδοξος και θετικός. Άλλο θεμελιώδες στοιχείο της προσωπικότητάς σου ήταν η άδολη, σχεδόν ενστικτώδης αγάπη σου για τους κατατρεγμένους και τους ανήμπορους, δηλαδή για τις λαϊκές τάξεις και τους μετανάστες.

«Εξομολόγηση και μαθητεία»
Η τελευταία φωτογραφία μας με τον Μένη, είκοσι περίπου μέρες πριν από τη δολοφονία του. 16/10/2014, στη Βιβλιοθήκη του Δήμου Αθηναίων, απέναντι από τον Σταθμό Λαρίσης.

Έδειχνες μονίμως ξεχωριστό ενδιαφέρον για τους νέους δημιουργούς, διάβαζες λογοτεχνία παθιασμένα, όπως παθιασμένα άκουγες και μουσική, κλασική κυρίως, από βινύλια, σιντί ή σε συναυλίες, και άλλο τόσο παθιασμένα παρακολουθούσες θεατρικές παραστάσεις ή κινηματογραφικές ταινίες. Η τέχνη ήταν η ζωή σου και η ζωή ήταν η τέχνη σου. Να τι σημαίνει το γεγονός ότι δεν έχανες ευκαιρία να δηλώσεις με κάθε τρόπο ότι προκρίνεις τη ζωή, όπως κάθε ερωτικός άνθρωπος. Γιατί αυτό ήσουν υπεράνω όλων.

Απ’ ό,τι βλέπεις, απέφυγα να μιλήσω για τη δουλειά σου, αφού σχεδόν οι πάντες παραδέχονται ότι ήσουν ένας από τους σπουδαιότερους σύγχρονους Έλληνες πεζογράφους. Το μέγεθος της απώλειάς σου αυξάνεται δραματικά στη δύσκολη εποχή που διανύουμε. Πιστεύω ακράδαντα ότι δεν πρόκειται να βγούμε από το βάραθρο της κρίσης χωρίς μια πολιτιστική άνοιξη. Και για να έρθει η άνοιξη αυτή, χρειάζονται πνευματικοί ταγοί του αναστήματός σου. Γι’ αυτό και από την ώρα που έμαθα τον άδικο, τον απάνθρωπο τρόπο του θανάτου σου, δεν έπαψα να επαναλαμβάνω στον εαυτό μου ότι δεν πρέπει να θλίβομαι.

«Ο Μένης δεν πέθανε», λέω μέσα μου, «ο Μένης πέρασε στην αθανασία!».

Scroll to top icon