— Αυτές τις μέρες συζητείται πολύ το κατά πόσο προστατεύει η ασπιρίνη τους ηλικιωμένους από καρκίνο;
Τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα σήμερα δείχνουν ότι η καθημερινή λήψη ασπιρίνης δεν μειώνει τον συνολικό κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου όταν ξεκινά σε μεγαλύτερη ηλικία με σκοπό την πρόληψη. Η μεγάλη τυχαιοποιημένη μελέτη ASPREE, που παρακολούθησε υγιείς ηλικιωμένους για αρκετά χρόνια, δεν έδειξε μείωση της συχνότητας καρκίνου σε όσους λάμβαναν χαμηλή δόση ασπιρίνης, ενώ στην αρχική περίοδο της μελέτης παρατηρήθηκε ακόμη και αυξημένη θνησιμότητα από ορισμένους συμπαγείς όγκους. Σε μεταγενέστερη παρακολούθηση δεν επιβεβαιώθηκε προστατευτική επίδραση. Η σύγχυση προκύπτει επειδή σε ορισμένες μελέτες με άτομα μέσης ηλικίας ή με μακροχρόνια χρήση έχει φανεί πιθανό όφελος, ιδιαίτερα για τον καρκίνο του παχέος εντέρου, όμως αυτό αφορά διαφορετικούς πληθυσμούς και κυρίως χρήση που ξεκινά νωρίτερα στη ζωή και για πολλά χρόνια. Τα ευρήματα αυτά δεν μπορούν να μεταφερθούν απευθείας σε ανθρώπους που αρχίζουν ασπιρίνη μετά τα 70 έτη. Παράλληλα, η ασπιρίνη δεν είναι αθώα: αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρών αιμορραγιών, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους. Για τον λόγο αυτό οι διεθνείς οδηγίες δεν συνιστούν την έναρξή της αποκλειστικά για πρόληψη καρκίνου σε αυτήν την ηλικιακή ομάδα χωρίς εξατομικευμένη ιατρική εκτίμηση. Γενικώς είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η ασπιρίνη δεν πρέπει να θεωρείται γενικό «προστατευτικό» κατά του καρκίνου για τους ηλικιωμένους. Η λήψη ή μη πρέπει να αποφασίζεται μόνο με βάση το συνολικό ιατρικό προφίλ και σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό.
Η βασική εξαίρεση όπου η ασπιρίνη φαίνεται να έχει πραγματικό προληπτικό αντικαρκινικό όφελος αφορά άτομα με το σύνδρομο Lynch, μια κληρονομική κατάσταση που αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου και άλλων όγκων σε νεότερη ηλικία.
— Υπάρχει κάποια ηλικιακή ομάδα ή προφίλ ασθενών που όντως ωφελείται αντικαρκινικά από την ασπιρίνη, ή σήμερα το ισοζύγιο οφέλους-κινδύνου για τους περισσότερους ηλικιωμένους είναι αρνητικό;
Η βασική εξαίρεση όπου η ασπιρίνη φαίνεται να έχει πραγματικό προληπτικό αντικαρκινικό όφελος αφορά άτομα με το σύνδρομο Lynch, μια κληρονομική κατάσταση που αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου και άλλων όγκων σε νεότερη ηλικία. Σε αυτήν την ομάδα υψηλού γενετικού κινδύνου, μελέτες δείχνουν ότι η μακροχρόνια λήψη ασπιρίνης μπορεί να μειώσει την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου, γι’ αυτό και συχνά προτείνεται ως προληπτική στρατηγική στο πλαίσιο εξειδικευμένης ιατρικής παρακολούθησης. Εδώ το ισοζύγιο οφέλους-κινδύνου θεωρείται συνήθως ευνοϊκό, επειδή ο βασικός κίνδυνος καρκίνου είναι πολύ υψηλός. Αντίθετα, για τον γενικό πληθυσμό, και ιδιαίτερα για υγιείς ηλικιωμένους, το ισοζύγιο δεν είναι θετικό: δεν υπάρχει αποδεδειγμένη αντικαρκινική προστασία από την έναρξη λήψης ασπιρίνης, ενώ ο κίνδυνος σοβαρών αιμορραγιών παραμένει υπαρκτός. Για τον λόγο αυτό η χρήση της για πρόληψη καρκίνου πρέπει να εξατομικεύεται και να αποφασίζεται μόνο με ιατρική καθοδήγηση.
καθηγήτρια Βιολογίας και Νανοϊατρικής στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ
— Επίσης, υπάρχουν ενδείξεις ότι μια ημερήσια χαμηλή δόση ασπιρίνης μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο υποτροπής ορισμένων καρκίνων του παχέος εντέρου έπειτα από χειρουργείο. Πώς το σχολιάζετε;
Υπάρχουν πράγματι ενδείξεις ότι η χαμηλή ημερήσια δόση ασπιρίνης μπορεί, σε ορισμένους ασθενείς, να μειώσει τον κίνδυνο υποτροπής έπειτα από θεραπεία για καρκίνο παχέος εντέρου. Το σημαντικό όμως είναι ότι αυτό το όφελος δεν αφορά όλους τους ασθενείς, αλλά φαίνεται να εντοπίζεται κυρίως σε όσους έχουν συγκεκριμένα μοριακά χαρακτηριστικά στον όγκο τους. Πρόκειται δηλαδή για μια πιο «στοχευμένη» χρήση της ασπιρίνης, στο πλαίσιο της εξατομικευμένης ογκολογίας, και όχι για γενική σύσταση έπειτα από κάθε χειρουργείο. Παράλληλα, ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να σταθμίζεται προσεκτικά ο κίνδυνος αιμορραγίας, ιδιαίτερα σε μεγαλύτερες ηλικίες. Συνεπώς, η ασπιρίνη μπορεί να αποτελεί συμπληρωματική επιλογή για επιλεγμένους ασθενείς, αλλά μόνο ύστερα από ιατρική αξιολόγηση και όχι ως καθολική πρακτική.
— Υπάρχει η εντύπωση ότι σήμερα, με ένα γενετικό τεστ, μπορούμε να προβλέψουμε σχεδόν τα πάντα για την υγεία ενός ανθρώπου ή ενός εμβρύου. Ποια είναι στην πραγματικότητα τα επιστημονικά όρια της γενετικής πρόβλεψης; Τι μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα και τι παραμένει πιθανότητα ή αβεβαιότητα;
Παρά τη διαδεδομένη εντύπωση, ένα γενετικό τεστ σήμερα δεν μπορεί να «προβλέψει το μέλλον» της υγείας ενός ανθρώπου ή ενός εμβρύου με ακρίβεια. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμο και αξιόπιστο όταν εντοπίζει σπάνιες, ισχυρές γενετικές μεταλλάξεις που συνδέονται άμεσα με συγκεκριμένα νοσήματα, για παράδειγμα μονογονιδιακά νοσήματα, ορισμένα κληρονομικά σύνδρομα ή σοβαρές χρωμοσωμικές ανωμαλίες, όπου μπορεί να δοθεί σαφής εκτίμηση κινδύνου και να καθοδηγηθεί η πρόληψη ή η παρακολούθηση. Ωστόσο, για τις περισσότερες συχνές ασθένειες, όπως τα καρδιαγγειακά νοσήματα, ο διαβήτης ή η πλειονότητα των καρκίνων, η γενετική παρέχει κυρίως πιθανότητες και όχι βεβαιότητες.
Η εμφάνισή τους επηρεάζεται από πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις μεταξύ πολλών γονιδίων, περιβαλλοντικών παραγόντων, τρόπου ζωής και βιολογικής «τυχαιότητας». Επιπλέον, ορισμένες μεταλλάξεις μπορεί να εμφανιστούν de novo, να προκύψουν δηλαδή αυθόρμητα και να μην έχουν κληρονομηθεί από τους γονείς, ενώ για αρκετές γενετικές παραλλαγές που ανιχνεύονται δεν γνωρίζουμε ακόμη την παθογονικότητά τους και ταξινομούνται ως «αβέβαιης κλινικής σημασίας». Την ίδια στιγμή, η γενετική έχει ήδη οδηγήσει σε σημαντική πρόοδο στην ανάπτυξη στοχευμένων θεραπειών, πιο ακριβών διαγνώσεων και εξατομικευμένων προσεγγίσεων στην ιατρική. Όμως το DNA δεν είναι «μοίρα»: η υγεία διαμορφώνεται από τη συνεχή αλληλεπίδραση γονιδίων, περιβάλλοντος, συμπεριφοράς και χρόνου. Κάθε μέρα μαθαίνουμε περισσότερα, αλλά ακόμη δεν μπορούμε να προβλέψουμε με ακρίβεια ποιος θα αρρωστήσει, πότε ή πόσο σοβαρά.
— Έπειτα από υποθέσεις όπως αυτή του Δανού δότη και με την ευρεία διαφήμιση προγεννητικών ελέγχων, πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι η γενετική μπορεί να «εγγυηθεί» ένα υγιές παιδί. Πού τελειώνει η επιστήμη και πού αρχίζει η υπερβολή ή η παραπληροφόρηση;
Η σύγχρονη γενετική μπορεί να προσφέρει εξαιρετικά χρήσιμες πληροφορίες και να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο ορισμένων σοβαρών παθήσεων, όμως δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι ένα παιδί θα είναι υγιές. Kαι εδώ ακριβώς αρχίζει συχνά η παρερμηνεία της επιστήμης. Οι προγεννητικοί και προεμφυτευτικοί έλεγχοι είναι ιδιαίτερα αξιόπιστοι όταν αναζητούν συγκεκριμένες, γνωστές χρωμοσωμικές ανωμαλίες ή καλά μελετημένες κληρονομικές μεταλλάξεις. Ωστόσο, κανένα τεστ δεν μπορεί να ελέγξει το σύνολο των πιθανών γενετικών παραλλαγών. Ακόμη και οι δότες γαμετών δεν είναι δυνατόν να εξεταστούν «για τα πάντα», γιατί η γενετική ποικιλότητα του ανθρώπου είναι τεράστια και πολλές παραλλαγές είτε δεν έχουν ακόμη ανακαλυφθεί είτε δεν γνωρίζουμε αν έχουν κλινική σημασία. Στην πραγματικότητα, όλοι οι άνθρωποι φέρουμε εκατοντάδες ή και χιλιάδες γενετικές μεταβολές, οι περισσότερες από τις οποίες δεν γνωρίζουμε αν επηρεάζουν την υγεία ή όχι.
Γι’ αυτό και ένα σημαντικό ποσοστό ευρημάτων χαρακτηρίζεται ως «παραλλαγές αβέβαιης κλινικής σημασίας», δηλαδή η επιστήμη δεν μπορεί ακόμη να πει αν συνδέονται με νόσο, κάτι που έχει φανεί και σε υποθέσεις που απασχόλησαν τη δημοσιότητα, όπως εκείνη του Δανού δότη, όπου μια γενετική παραλλαγή θεωρήθηκε προβληματική εκ των υστέρων, καθώς εξελίχθηκε η επιστημονική γνώση. Επιπλέον, η γενετική ενός ανθρώπου δεν είναι πάντα ενιαία και σταθερή. Μπορεί να υπάρχει μωσαϊκισμός, δηλαδή διαφορετικά γενετικά προφίλ σε διαφορετικά κύτταρα του ίδιου οργανισμού, κάτι που μπορεί να μην ανιχνεύεται σε έναν τυπικό έλεγχο αίματος ή ιστού.
Ταυτόχρονα, νέες μεταλλάξεις μπορούν να εμφανιστούν αυθόρμητα κατά τον σχηματισμό των γαμετών ή στα πρώτα στάδια της εμβρυϊκής ανάπτυξης, χωρίς να υπάρχουν στους γονείς και χωρίς να μπορούν να προβλεφθούν εκ των προτέρων. Ακόμη και όταν εντοπίζεται μια γνωστή μετάλλαξη, δεν είναι πάντα δυνατό να προβλεφθεί αν, πότε ή πόσο σοβαρά θα εκδηλωθεί μια νόσος, καθώς πολλά χαρακτηριστικά της υγείας εξαρτώνται από πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις μεταξύ πολλών γονιδίων, περιβαλλοντικών επιδράσεων, συνθηκών της κύησης και βιολογικής τυχαιότητας. Με απλά λόγια, η γενετική μπορεί να μειώσει την αβεβαιότητα, να εντοπίσει συγκεκριμένους κινδύνους και να βελτιώσει την πρόληψη και την ιατρική φροντίδα, αλλά δεν μπορεί να εξαλείψει τον κίνδυνο ούτε να εξασφαλίσει ένα «τέλεια υγιές» παιδί. Όταν παρουσιάζεται ως απόλυτη εγγύηση, αυτό δεν αντανακλά τα πραγματικά επιστημονικά δεδομένα αλλά μια υπεραπλουστευμένη, και συχνά παραπλανητική, εικόνα τού τι μπορεί να προσφέρει η γενετική σήμερα. Κάθε μέρα μαθαίνουμε περισσότερα, όμως η βιολογία παραμένει πιο σύνθετη από οποιονδήποτε έλεγχο μπορούμε να κάνουμε.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.