Αυτή η παρέα φτιάχνει τη «βλάβη», το πιο φρέσκο έντυπο για το βιβλίο

90’ με τη συντακτική ομάδα της «βλάβης» Facebook Twitter
«Η δική μας διερώτηση ήταν “ποιοι είμαστε εμείς που δεν μας ξέρει κανένας και πάμε να βγάλουμε ένα περιοδικό και τι καινούργιο θα έχουμε να πούμε;”» Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
0

Στα «γραφεία» της «βλάβης», ένα δωμάτιο όλο κι όλο που βλέπει στην οδό Μαντζάρου, η συντακτική της ομάδα (Εύα Πλιάκου, Μαρτίνα Ασκητοπούλου, Χρήστος Κρυστάλλης, Γιώργος Πάλλης, Δημήτρης Μπεκιάρης) ετοιμάζει το νέο, ένατο τεύχος του περιοδικού που κυκλοφορεί σε έναν μήνα περίπου με ένα μεγάλο θέμα για τα ζώα. Δεν τους αρέσουν οι φωτογραφίες και η προβολή, δεν τους αρέσει να δίνουν συνεντεύξεις, είναι ωστόσο μια παρέα εξαιρετικών millennials γραφιάδων που γράφουν κείμενα τα οποία δεν θα βρεις πουθενά αλλού – κι αυτό είναι το μεγάλο πλεονέκτημα του εντύπου που δημιουργούν με συνέπεια και αγάπη. Η «βλάβη», που ξεκίνησε πριν από περίπου τρία χρόνια ως ένα ξεχωριστό, εξαιρετικά καλοσχεδιασμένο περιοδικό για το βιβλίο, εξελίχθηκε σε ένα πολιτιστικό έντυπο που κυκλοφορεί τρεις φορές τον χρόνο με κείμενα ριζοσπαστικά και πρωτοποριακά, δείχνοντας ότι η νέα γενιά έχει τη δυναμική να αλλάξει κάπως τα πράγματα στον χώρο του πολιτισμού, και όχι μόνο. Στην κουβέντα συμμετέχουν η Εύα και ο Χρήστος.

«Το καλοκαίρι του ’22 ο Χρήστος Κρυστάλλης, μετέπειτα μέλος της συντακτικής ομάδας της “βλάβης”, μου έστελνε τα προσχέδια κάποιων κειμένων του που δημοσιεύονταν εκείνη την εποχή στο “Πρίσμα” της “Αυγής”, κείμενα λίγο υβριδικά με αφορμή κάποια βιβλία, εν μέρει πολιτικά εν μέρει κριτικές βιβλίων», λέει η Εύα Πλιάκου.

Η λέξη «βλάβη» είναι ένα υπονοούμενο για το ότι ένας κόσμος με βλάβες, ελαττώματα, παρεκκλίσεις κ.λπ. είναι περισσότερο ενδιαφέρων από έναν κόσμο στον οποίο όλα λειτουργούν ρολόι.

«Σκεφτόμουν ότι μου έλειπαν τέτοια κείμενα, δεν υπήρχαν πουθενά συγκεντρωμένα· κείμενα που να μην είναι μια ξερή κριτική ενός βιβλίου ή φιλολογική ανάλυση, που να δίνουν σε κάποιον ένα ερέθισμα ακόμα και αν δεν αφορούν απαραίτητα την εκδοτική επικαιρότητα –μπορεί να πρόκειται για ένα βιβλίο που έχει τυπωθεί πριν από δέκα και δεκαπέντε χρόνια–, και να πηγαίνουν λίγο πιο πέρα από το ίδιο το περιεχόμενο του βιβλίου. Οπότε σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να υπάρχει ένα έντυπο που να φιλοξενεί τέτοια κείμενα και είπα την ιδέα στον πρώτο άνθρωπο που λέω κάθε ιδέα που έχω, τον Κώστα Σπαθαράκη. Εκείνος ενθουσιάστηκε περισσότερο από μένα κι έτσι άρχισα να σχεδιάζω τη “βλάβη”.

ΕΠΕΞ «Έχουμε ταλαντούχους συγγραφείς, αλλά δεν μιλούν για το σήμερα» Facebook Twitter
«Φτιάξαμε κάτι που και εμφανισιακά και ως περιεχόμενο είναι θελκτικό και όμορφο, δεν έχει την κλασική εμφάνιση που θα περίμενε κανείς από ένα έντυπο για το βιβλίο και γι’ αυτό ευθύνονται οι γραφίστες μας, οι thinking».

Η αλήθεια είναι ότι αν δεν είχαν αναλάβει οι Αντίποδες από την αρχή την έκδοση του περιοδικού μπορεί να μην ήμασταν σε θέση να το κάνουμε ούτε από οικονομικής άποψης ούτε από την άποψη του δικτύου και της διάδοσης. Ο Κώστας ήταν τρομερή βοήθεια σε όλη τη διαδρομή, έστω και συμβουλευτικά. Μάζεψα λοιπόν τότε κάποια άτομα και καταλήξαμε να είμαστε τέσσερις στην αρχή, εγώ, ο Χρήστος Κρυστάλλης, η Μαρτίνα Ασκητοπούλου και ο Πάρης Τσούτσης, άνθρωποι που δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους – τους δύο από τους τρεις τούς ήξερα ελάχιστα, απλά είχα διαβάσει κάπου κείμενά τους. Είπα ότι μπορεί και να ταιριάξουν μεταξύ τους και ξεκινήσαμε κάποιες συναντήσεις, στις οποίες συζητούσαμε ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς, και αυτό περίπου αποτυπώθηκε στο πρώτο τεύχος, την άνοιξη του 2023. Σήμερα η ομάδα έχει αλλάξει λίγο: είμαστε πέντε, συνεχίζουμε χωρίς τον Πάρη, αλλά προστέθηκαν ο Γιώργος Πάλλης και ο Δημήτρης Μπεκιάρης. Είμαστε όλοι πολύ κοντά κι αυτό βοηθάει πάρα πολύ και την ενότητα του περιοδικού».

Τους ρωτάω πώς πήραν το ρίσκο να βγάλουν ένα νέο έντυπο σε μια εποχή που όλοι πάνε ψηφιακά. «Για μας το στοίχημα αυτό ήταν οι άνθρωποι να πιάσουν το έντυπο και να το ξεφυλλίσουν, γι’ αυτό και δεν έχουμε καμία ιντερνετική παρουσία, ανεβάζουμε μόνο το editorial και το εξώφυλλο και καμιά φωτογραφία από σελίδα που δεν πολυδιαβάζεται το κείμενο», λέει η Εύα. «Είχαμε πει από την αρχή ότι δεν θα έχουμε κανένα κείμενο online, γιατί υπάρχει έτσι κι αλλιώς υπερπληροφόρηση στο ίντερνετ, και θέλαμε να δούμε αν μια τέτοια ιδέα μπορεί να δουλέψει. Εφόσον εμείς διαβάζουμε περιοδικά, ασχολούμαστε όλοι με το χαρτί, με το βιβλίο, και το αγαπάμε, θέλαμε να φτιάξουμε κάτι που θα προσεγγίσει και το νεότερο κοινό, γιατί κι εμείς είμαστε όλοι κάτω των 35 – τότε ήμασταν τριαντάρηδες. Aυτό ήταν και το κοινό που υποψιαζόμασταν ότι έχουν και οι Αντίποδες. Το περιοδικό μάς φάνηκε πιο εύκολος τρόπος να προσεγγίσουμε άμεσα αυτό το κοινό και νομίζω ότι πέτυχε. Φτιάξαμε κάτι που και εμφανισιακά και ως περιεχόμενο είναι θελκτικό και όμορφο, δεν έχει την κλασική εμφάνιση που θα περίμενε κανείς από ένα έντυπο για το βιβλίο και γι’ αυτό ευθύνονται οι γραφίστες μας, οι thinking, που δουλεύουν κάθε τεύχος με μεγάλη αγάπη.

Θέλαμε οι αναγνώστες, που ξέραμε ότι υπάρχουν, να επιστρέψουν στο χαρτί και να το στηρίξουν, και να θέλουν να έχουν κάθε τεύχος σαν αντικείμενο στο σπίτι τους. Γιατί μπορεί να το διαβάσουν σε έξι μήνες, να το ξεφυλλίσουν, να χαζέψουν τις εικόνες... δεν έχει σημασία. Εκ του αποτελέσματος φαίνεται ότι αυτό μέχρι στιγμής έχει πετύχει. Δεν έχουμε τεράστιο τιράζ, αλλά είναι μεγάλο για περιοδικό που δεν έχει διανομή σε περίπτερα, βρίσκεται μόνο στα βιβλιοπωλεία και σε ένα ψιλικατζίδικο σε όλη την Αθήνα. Το πρώτο τεύχος βγήκε σε 3.000 αντίτυπα, τα επόμενα σε λίγο λιγότερα, εξαρτάται από το τεύχος. Τα πρώτα τεύχη κιόλας έχουν εξαντληθεί. Και το στοίχημα είναι, ενώ βγαίνει απ’ τους Αντίποδες, να αποκτήσει το κοινό του που θα το στηρίζει. Είναι ένα αυτοχρηματοδοτούμενο περιοδικό, κι αυτό το έχουμε καταφέρει, παρότι είναι ακριβή η παραγωγή του λόγω χαρτιού και λοιπών επεξεργασιών. Είναι και μια σχέση εμπιστοσύνης αυτή με τους αναγνώστες, ότι θα το πάρουν για να βγει το επόμενο. Από την αρχή είχαμε αποφασίσει ότι δεν θα υπάρχει διαφήμιση στο περιοδικό, πράγμα πολύ βασικό, γιατί εξαρτιόμαστε από την εμπιστοσύνη που μας δείχνουν οι αναγνώστες». 

ΕΠΕΞ «Έχουμε ταλαντούχους συγγραφείς, αλλά δεν μιλούν για το σήμερα» Facebook Twitter
«Από την αρχή είχαμε αποφασίσει ότι δεν θα υπάρχει διαφήμιση στο περιοδικό, πράγμα πολύ βασικό, γιατί εξαρτιόμαστε από την εμπιστοσύνη των αναγνωστών». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
   

ΕΠΕΞ «Έχουμε ταλαντούχους συγγραφείς, αλλά δεν μιλούν για το σήμερα» Facebook Twitter
«Βλάβη», Issue 07
ΕΠΕΞ «Έχουμε ταλαντούχους συγγραφείς, αλλά δεν μιλούν για το σήμερα» Facebook Twitter
«Βλάβη», Issue 04

«Δεν θέλαμε διαφήμιση», προσθέτει ο Χρήστος Κρυστάλλης. «Το πρόβλημα με τα έντυπα που έχουν διαφήμιση είναι ότι το λογιστήριο μπορεί να γίνει πιο ισχυρό από τη συντακτική ομάδα, κι αυτό χωρίς να λέγεται κανονικά αλλά ως μια άρρητη συμφωνία ότι “αυτά δεν μπορούμε να τα πούμε”. Δηλαδή υπάρχει ένα διαφημιστικό πακέτο, ένα πλαίσιο που μας υποστηρίζει, ορίζει τη βιωσιμότητά μας, οπότε κάποια πράγματα δεν μπορούν να ειπωθούν, όχι απαραίτητα με τη μορφή της λογοκρισίας, της Ιεράς Εξέτασης, παρ’ όλα αυτά υπάρχει μια μορφή συναίνεσης. Αυτή η συνθήκη ήρθε με την κρίση του Τύπου, εδραιώθηκε και πλέον τον αφορά συνολικά.

Συνεπώς, η έλλειψη διαφήμισης είναι ένα μήνυμα στο αναγνωστικό κοινό ότι εδώ συνάπτουμε μια σχέση εμπιστοσύνης η οποία αφορά την αισθητική μας, τον τρόπο που μεταφέρονται οι απόψεις, οι θέσεις, οι αναφορές μας, η κληρονομιά που αποποιούμαστε ή μοιραζόμαστε. Κι αυτή η εμπιστοσύνη φτιάχνει το αναγνωστικό κοινό του εντύπου – γιατί τα έντυπα φτιάχνουν το κοινό τους, όχι το ανάποδο. Δεν υπάρχει το έτοιμο κοινό που το κυνηγάμε και αυτό το υπό διαμόρφωση κοινό αναδιαμορφώνει κι εσένα. Όσο φτιάχνουμε το αναγνωστικό μας κοινό, αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό είναι δυνητικά άπειρο, γιατί ένα άτομο μπορεί να πάρει δύο τρία τεύχη για να τα κάνει δώρο, μπορεί να το πάρει και κάποιος που δεν ξέρει καν τη γλώσσα· έχει συμβεί, ήμουν σε ένα βιβλιοπωλείο στον Πειραιά, κι ένας άνθρωπος από το τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας Πανεπιστημίου της Σαγκάης ενθουσιάστηκε με το περιοδικό και πήρε ένα τεύχος για τη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου. Και τώρα το περιοδικό είναι σε κάποιο ράφι στην Κίνα, γιατί κάποιος φοιτητής το βρήκε όμορφο».  

«Όταν ξεκινήσαμε αποφασίσαμε ότι στο εξώφυλλο θα γράφει “περιοδικό για το βιβλίο”», συνεχίζει η Εύα, «ασχέτως του αν τα κείμενα δεν είναι αυτό που θα περίμενε κανείς διαβάζοντας αυτή την “ταμπέλα”: άλλα έχουν έναν αναστοχασμό, μια σύνδεση με την εποχή, σε άλλα το βιβλίο μπορεί να λειτουργεί μόνο ως αφορμή και να φιλοξενούν απόψεις που σίγουρα κάπου τις έχεις διαβάσει, ακόμα κι αν δεν παρατίθεται όλη η βιβλιογραφία, να γράφουν κάποια πράγματα τα οποία αργότερα μπορεί να βρεις σε κάποιο βιβλίο. Υπάρχει αυτή η διαλεκτική πάντα με το βιβλίο ή με τον κινηματογράφο, το θέατρο...

Εμείς έχουμε το προνόμιο του χρόνου. Όλοι κάνουμε άλλες δουλειές, ακόμη κι αν είμαστε μέσα στον χώρο του βιβλίου. Δεν είναι full-time δουλειά η “βλάβη”, δεν είναι καν δουλειά, αλλά όταν βγάζεις ένα τεύχος το τετράμηνο έχεις τον χρόνο να το δεις, να το ξαναδείς, να απορρίψεις κάποια κείμενα ενδεχομένως, να τους κάνεις μια σοβαρή επιμέλεια – σε ένα καθημερινό έντυπο ή σε ένα site είναι πιο δύσκολος ο έλεγχος, είναι πιο μεγάλη η πιθανότητα να σου φύγουν πράγματα και είναι πιο εκτεθειμένα όλα στην εν θερμώ κριτική. Τώρα τον Μάρτιο θα βγάλουμε το ένατο τεύχος, και με το δέκατο κλείνουμε τρία χρόνια. Δεν έχουμε και μεγάλη εμπειρία, αλλά σίγουρα στην αρχή μάς ξέφευγαν πάρα πολλά πράγματα, πολύ περισσότερα απ’ ό,τι τώρα – συνεχίζουν να μας ξεφεύγουν βέβαια. Είναι δύσκολος ο ρόλος του “εκδότη” ακόμα και στη μικρή δική μας κλίμακα, δεν μπορούν να γίνονται τα πράγματα συνέχεια σωστά. 

ΕΠΕΞ «Έχουμε ταλαντούχους συγγραφείς, αλλά δεν μιλούν για το σήμερα» Facebook Twitter
ΕΠΕΞ «Έχουμε ταλαντούχους συγγραφείς, αλλά δεν μιλούν για το σήμερα» Facebook Twitter

Πρώτα ήρθε η ιδέα του περιοδικού και μετά ήρθε ο τίτλος. Κάναμε διάφορες προτάσεις και θυμηθήκαμε το διήγημα του Ντίρενματ "Η βλάβη", που ξεκινάει με την ερώτηση αν υπάρχουν ακόμη ιστορίες να γραφτούν. Οπότε ο τίτλος είναι πράγματι αυτοσαρκαστικός. Η δική μας διερώτηση ήταν “ποιοι είμαστε εμείς που δεν μας ξέρει κανένας και πάμε να βγάλουμε ένα περιοδικό και τι καινούργιο θα έχουμε να πούμε;”, αυτό ακριβώς που αναρωτιέται και ο Ντίρενματ στις πρώτες σελίδες. Δηλαδή μας απασχολούσε το αν εμείς έχουμε να προσφέρουμε κάτι ή το περιοδικό θα είναι απλώς μια ενόχληση, μια βλάβη χωρίς λόγο. Βέβαια, από την άλλη, αναγνωρίζαμε ότι υπήρχε ένα κενό: υπήρχαν κάποια λογοτεχνικά περιοδικά που ήταν τελείως αντίθετα με τις δικές μας αξίες και τις δικές μας πολιτικές απόψεις, με κείμενα που προσπαθούν να περάσουν μια σχεδόν ακροδεξιά πολιτική αλλά έχουν ως επίφαση το βιβλίο, και άλλα περιοδικά με πολύ ωραία κείμενα που δεν θεωρούσαμε ότι μπορούν να προσεγγίσουν τα παιδιά της γενιάς μας, γιατί τα κείμενά τους είναι πιο ακαδημαϊκά.

Αυτό το κενό θα θέλαμε να καλύψει η “βλάβη”, να γίνει μια διαταραχή σε αυτό το παγιωμένο σύστημα, στον τρόπο με τον οποίο έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε το βιβλίο ως κάτι μη δυναμικό, που η μόνη πιθανή κριτική του αφορά την αισθητική ή την “ποιότητα”, σαν να ήταν ένα οποιοδήποτε άλλο προϊόν. Εμείς αντιμετωπίζουμε τα βιβλία σαν ζωντανούς οργανισμούς με τους οποίους μπορούμε να επικοινωνήσουμε, και μέσω αυτών μπορούμε να επικοινωνήσουμε κι εμείς μεταξύ μας. Τελικά, η λέξη “βλάβη” έφτασε να σημαίνει για εμάς κάτι περισσότερο. Είναι ένα υπονοούμενο για το ότι ένας κόσμος με βλάβες, ελαττώματα, παρεκκλίσεις κ.λπ. είναι περισσότερο ενδιαφέρων από έναν κόσμο στον οποίο όλα λειτουργούν ρολόι, οι κανόνες τηρούνται και οι άνθρωποι κοιτάζουν απλώς τη δουλειά τους».

Τους ρωτάω αν λογοτεχνία σήμερα είναι ακίνδυνη. Αν έχει εξημερωθεί από τα βραβεία, τις λίστες και τα social media. «Εξαρτάται από το τι διαβάζεις. Όταν υπάρχουν συγγραφείς όπως ο Εντουάρ Λουί, η Ανί Ερνό ή ο Ντιντιέ Εριμπόν, δεν μπορώ να πω ότι η λογοτεχνία έχει γίνει ακίνδυνη», λέει η Εύα. «Ίσα ίσα, νομίζω ότι ενοχλεί πάρα πολύ, γι’ αυτό μερικές φορές υποτιμούνται διάφοροι συγγραφείς ή σνομπάρονται από τις λίστες, από τα βραβεία, ακριβώς επειδή είναι επικίνδυνοι. Από την άλλη, προφανώς υπάρχουν συγγραφείς που κυνηγάνε αυτή την αναγνώριση, οπότε πρέπει να μπούνε σε μια νόρμα η οποία θα τους επιτρέψει να ενταχθούν στους κανόνες της εκάστοτε εποχής. Κι όταν διαταράσσονται αυτοί οι κανόνες υπάρχουν και μεγάλες αντιδράσεις: για το Νόμπελ της Ανί Ερνό ακούστηκαν αδιανόητα πράγματα, λέγανε ότι “χάλασαν τα Νόμπελ”, ακριβώς επειδή η λογοτεχνία της ενοχλεί. Από την άλλη, υπάρχουν στην ιστορία της λογοτεχνίας πάρα πολλά κείμενα που, παρότι έζησαν ένδοξα, έχουν καταλήξει να σκονίζουν στα ράφια. Το επικίνδυνο περιεχόμενό τους μας ενδιαφέρει κι ας έρχονται από μακριά και από παλιά. Aσφαλώς σήμερα γράφονται επίσης πάρα πολλά αντισυμβατικά βιβλία, και δεν τους δίνεται ο χώρος που θα έπρεπε να τους δίνεται. Εμείς αυτά τα κείμενα διαβάζουμε, αυτά μας ενδιαφέρουν, είτε σημερινά είτε πιο παλιά, οπότε μοιραία με αυτά ασχολούμαστε στο περιοδικό».

ΕΠΕΞ «Έχουμε ταλαντούχους συγγραφείς, αλλά δεν μιλούν για το σήμερα» Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

«Τα τελευταία χρόνια έχουν φτιαχτεί γύρω από το βιβλίο δύο νέοι επάλληλοι κύκλοι: ο ένας συνίσταται από influencers, bookstagrammers κ.ο.κ., δηλαδή νέους, τυπικά ή άτυπα, εργαζόμενους στη διαφήμιση των βιβλίων, και ο δεύτερος είναι ένας κοινωνικός κύκλος που συγκροτείται πάνω στα βιβλία. Είναι οι λέσχες ανάγνωσης που υπάρχουν σχεδόν σε κάθε βιβλιοπωλείο, γειτονιά κ.λπ.», προσθέτει ο Χρήστος. «Έχουμε και εμείς μία στη “βλάβη”. Αυτή η νέα συνθήκη έχει δημιουργήσει μια νέα μορφή εγγραμματισμού γύρω από την εκδοτική παραγωγή και τα βιβλία. Οι συζητήσεις για την ποιότητα μιας μετάφρασης ή για τη σημασία ενός βιβλίου έχουν φύγει από τη σφαίρα των ειδικών και έχουν γίνει αντικείμενο πραγμάτευσης σε μια νέα δημόσια σφαίρα. Αυτός ο νέος εγγραμματισμός δεν φτιάχνει μια κοινή γλώσσα, στην πραγματικότητα παράγεται από μια σύγκρουση διαφορετικών γλωσσών. Η γλώσσα των δελτίων Τύπου των εκδοτών και όσων την αναπαράγουν με στόμφο διαφέρει από την κριτική επεξεργασία των βιβλίων, όπως η γλώσσα που υπερασπίζεται το αδιαμφισβήτητο κύρος των μεγάλων Ελλήνων ανδρών συγγραφέων διαφέρει από τη γλώσσα που αντλεί από την κουίρ λογοτεχνία, την κουλτούρα των μεταναστών ή της εργατικής τάξης κ.λπ. Πιστεύουμε πως αυτή η διαμάχη συμβαίνει μέσα σε κάθε λέσχη ανάγνωσης. Πολλές φορές εισβάλλει και στην επίσημη δημόσια σφαίρα, παράγοντας ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Η δημόσια διαμάχη γύρω από τον Καραγάτση και τη γενιά του ’30 είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Εμείς, μέσα από τη δική μας λέσχη ανάγνωσης, βρήκαμε νέους σταθερούς συντάκτες, ακόμα και μία νέα συνεργάτιδα για τους Αντίποδες, κι αυτό συνέβη γιατί μοιραστήκαμε μια κριτική στάση απέναντι στο βιβλίο».

«Τα περιοδικά παίζουν ακόμα ρόλο στη διαμόρφωση ρεύματος ή λειτουργούν περισσότερο ως αρχεία μιας στιγμής;» «Αυτό που πιστεύω ότι μπορεί να διαμορφώσει η “βλάβη” και τα άλλα τα περιοδικά που βγαίνουν σήμερα, το “Yusra”, το “Kaboom” ή το “Humba”, που είναι άλλου τύπου, είναι έναν άλλο τρόπο διαχείρισης του αναγνωστικού χρόνου», απαντάει η Εύα. «Κι αυτό που θα θέλαμε είναι να επιστρέψει το κοινό στο ίδιο το κείμενο, να έρθει σε επαφή με το αντικείμενο του περιοδικού ξανά και να απομακρυνθεί για λίγο από το γρήγορο ποστ ή το άρθρο σε μια εφημερίδα, το οποίο μπορεί να είναι πολύ καλό, αλλά χάνεται λόγω του εφήμερου. Δεν νομίζω ότι θα μπορούσε ποτέ να κάνει η “βλάβη” αυτό που έκανε το “Αντί”, το “01” ή το “Κοντροσόλ στο Χάος”. Eίναι άλλη η εποχή, άλλη η διάδοση των εντύπων, αλλά μπορεί να ανοίξει ένας διάλογος είτε σε σχέση με το κεντρικό της ζήτημα είτε ακόμη και με ένα άρθρο τελείως εκτός αφιερώματος. Όταν μιλάμε εμείς για τη νοσταλγία και μετά ξαφνικά βλέπουμε να γίνεται μια συζήτηση στον δημόσιο χώρο για τη νοσταλγία γενικά, θεωρούμε ότι είμαστε κι εμείς κομμάτι αυτού του πράγματος, ότι το είδαμε κι εμείς, και για μας είναι πολύ σημαντικό να συμβαίνει αυτό. Δεν λέμε ότι το πετυχαίνει η “βλάβη” αυτό, απλώς ότι εμείς παρακολουθούμε τα πράγματα που γίνονται γύρω μας και συμμετέχουμε με έναν τρόπο στον διάλογο, κι αυτό μερικές φορές μπορεί να είναι ευχάριστο και χρήσιμο για τους αναγνώστες».   

«Πώς βλέπετε τη σημερινή ελληνική λογοτεχνική παραγωγή; Γιατί δεν βγήκε τα τελευταία χρόνια ένας Έλληνας Λατρόνικο;» «Είναι αλήθεια ότι το βάρος της εκδοτικής παραγωγής και της αναγνωστικής προσοχής πέφτει κυρίως στη μεταφρασμένη λογοτεχνία», λέει η Εύα. «Από την άλλη, υπήρξαν βιβλία όπως το Deepfake του Μαλαφέκα, το Δε λες κουβέντα και η Μεσακτή του ίδιου – ήταν αντίστοιχου τύπου βιβλία, κριτικές στο σημερινό αθηναϊκό υποκείμενο, και είχαν και σημαντική επιτυχία, το Deepfake έδωσε κοντά στα 10.000 αντίτυπα. Όσον αφορά τους Έλληνες και τις Ελληνίδες συγγραφείς, πιστεύω ότι δεν εμπιστεύονται πάρα πολύ το σήμερα, νιώθουν ότι το παρόν δεν έχει πάρα πολλές ιστορίες να δώσει. Υπάρχουν πάρα πολύ καλά βιβλία, διάβασα μόλις το Επί σκοπώ πλουτισμού της Ελισάβετ Χρονοπούλου, ένα πραγματικά πολύ καλό βιβλίο, το οποίο πάλι μιλάει για μια άλλη εποχή. Είναι πολύ σημαντικό να γράφονται τέτοια βιβλία, να επιστρέφουμε στην Ιστορία και στα αποσιωπημένα κομμάτια της. Αλλά μοιάζει και σαν κάποιοι νέοι συγγραφείς να θεωρούν ότι είναι πιο εύκολο να μιλήσουν για μια εποχή που δεν την έχουν ζήσει και να επινοήσουν κάτι παρά να μιλήσουν για το σήμερα. Επειδή μπορεί να κατηγορηθούν ότι κάνουν αυτοβιογραφία; Επειδή τους φαίνεται λίγο πιο χαμηλό και φοβούνται ότι θα θεωρηθεί εύκολο; Επειδή αναζητούν απλώς το κύρος στο παρελθόν; Κι όμως, είναι το πιο δύσκολο πράγμα να μιλήσεις για το τώρα. Όταν οι ιστορικοί ψάχνουν να βρουν τι συνέβαινε τη δεκαετία του 1930 ή του 1940, προφανώς ανατρέχουν σε ιστορικές πηγές, αλλά μελετάνε και τη λογοτεχνία κάθε χώρας και κάθε εποχής.

ΕΠΕΞ «Έχουμε ταλαντούχους συγγραφείς, αλλά δεν μιλούν για το σήμερα» Facebook Twitter
«Βλάβη», Issue 01
ΕΠΕΞ «Έχουμε ταλαντούχους συγγραφείς, αλλά δεν μιλούν για το σήμερα» Facebook Twitter
«Βλάβη», Issue 02

Δεν ξέρω, λοιπόν, ποιο θα είναι το βιβλίο που θα αναζητούσε ο ιστορικός του μέλλοντος για να δει τι συνέβαινε στην Αθήνα μετά τον Covid ή στην ελληνική επαρχία. Πιστεύω ότι έχουμε πολύ καλούς συγγραφείς, με πολύ ταλέντο, που όμως δυσκολεύονται να αναμετρηθούν με το σήμερα. Αυτό μοιραία κάνει το αναγνωστικό κοινό να μη συνδέεται εξίσου εύκολα. Υπάρχουν πολύ ταλαντούχοι συγγραφείς που δεν έχουν γράψει την ελληνική Τελειότητα ή, κι αν την έχουν γράψει, δεν είναι σε θέση να πείσουν το αναγνωστικό κοινό ότι το αφορά. Η Τελειότητα είναι μια σάτιρα που θα μπορούσε να την είχε γράψει ένας Έλληνας ή μια Ελληνίδα συγγραφέας με την ίδια ευκολία – είναι σαν να μιλάμε για τους digital nomads που κυκλοφορούν στα Εξάρχεια όπως μιλάμε μεταξύ μας. Ένα πολύ ωραίο μυθιστόρημα που κινείται σε αυτή την κατεύθυνση είναι το Εκεί που ζούμε του Χρίστου Κυθρεώτη, το οποίο δεν αναμετρήθηκε με τα “μεγάλα ζητήματα”, είχε στο επίκεντρό του τη ζωή ενός νεαρού δικηγόρου στο κέντρο της Αθήνας. Πρόκειται για ένα βιβλίο που πήγε και πάρα πολύ καλά, ακριβώς επειδή μίλησε με κανονικό τρόπο για την εποχή μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα άλλα βιβλία δεν πρέπει να γράφονται ή δεν είναι καλά και σημαντικά – απλώς υπάρχει ένα κενό».     

cover
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

«Είναι εμφανές ότι υπάρχουν κάποιες συνήθειες που είναι διεθνείς και παγκόσμιες, δηλαδή συγκροτούν μια κουλτούρα η οποία μας αφορά το ίδιο», λέει ο Χρήστος. «Αυτό περιγράφει ο Λατρόνικο: στην Ιταλία, στο Βερολίνο, στην Πορτογαλία, εντοπίζει μια συνθήκη που αφορά και τους Έλληνες, μια κοινωνική εμπειρία που δεν είναι αποκλειστικά εθνική. Από την άλλη, υπάρχει ένας λογοτεχνικός κανόνας εδώ που διεκδικεί μια εθνική ιδιαιτερότητα –να πούμε αυτά που μας κάνουν μοναδικούς ως Έλληνες, αυτά που δεν μπορούν να καταλάβουν οι άλλοι–, υπάρχει μια τέτοια αξίωση. Προφανώς αυτό υπάρχει, όπως και κάποιου είδους κανόνας που το επιβάλλει, ο οποίος δίνεται από την κοινωνική πρακτική που ορίζει έναν κανόνα, ένα παράδειγμα. Απ’ την άλλη, φαίνεται ότι υπάρχει μια διεθνική κοινωνική εμπειρία που επιμένει να ξεγελά τον κανόνα. Θα διαβάσω αυτά που λέει ο Ιταλός ή η μουσουλμάνα πιτσιρίκα απ’ τις Κανάριες Νήσους στον Σουπερόσαυρο, θα με απασχολήσει αυτό, οι τέσσερις Ισπανοί που πήγαν να κάνουν αγροτικές δουλειές στη Νότια Γαλλία στα Ζωντανά πλάσματα».

— Πότε θα βγει το επόμενο τεύχος σας;   
Το επόμενο τεύχος, το τεύχος εννιά, θα βγει τέλη Μαρτίου και θα έχει ένα μικρό αφιέρωμα στα ζώα. Είναι ένα παράδοξο θέμα, αλλά η συγκυρία μάς έφερε σε αυτό, όλη η τάση των millennials που συμπεριφέρονται στα ζώα σαν να είναι τα παιδιά τους (κι εμείς αυτό κάνουμε), και όλο αυτό που συνέβη με τα αιγοπρόβατα και την ευλογιά, αυτό το αδιανόητο γεγονός της θανάτωσης 450.000 ζώων. Θα έχουμε και μια πάρα πολύ ωραία και μεγάλη κουβέντα του Μάριο Μπανούσι με τον Δημήτρη Παπανικολάου που για μας είναι πολύ σημαντική, και πολιτική και συγκινητική. Θα περιλαμβάνει επίσης κείμενα για την ανδρόσφαιρα και το ακροδεξιό influencing, ένα κείμενο υπεράσπισης της Gen Z κ.ά. Το μεθεπόμενο τεύχος, το δέκατο και επετειακό, θα είναι πολύ ειδικό, θα περιέχει μόνο συνεντεύξεις: άνθρωποι που δουλεύουν σε όλα τα στάδια παραγωγής και διανομής ενός βιβλίου μιλάνε για τις δουλειές τους και για το πώς εν τέλει φτιάχνεται ένα βιβλίο.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Κώστας Σπαθαράκης, εκδότης.

Κώστας Σπαθαράκης / Κώστας Σπαθαράκης: «Δεν έχουμε αφηγήσεις για τις ερωτικές μας σχέσεις, για τα νιάτα μας»

Για τον άνθρωπο πίσω από τις εκδόσεις αντίποδες, το μεγαλύτερο όφελος ήταν ότι, ενώ του άρεσε να είναι χωμένος μέσα στα βιβλία – μια μοναχική και ίσως ναρκισσιστική συνήθεια –, στην πορεία έμαθε να τη μετατρέπει σε εργαλείο κοινωνικότητας και επαφής με τους γύρω του.
M. HULOT
«The Face»: το περιοδικό που σημάδεψε την αισθητική μιας ολόκληρης γενιάς

Φωτογραφία / «The Face»: Το περιοδικό που σου έλεγε πώς να ζεις

Το θρυλικό έντυπο που σημάδεψε την αισθητική μιας ολόκληρης γενιάς, καταγράφοντας όλες τις υποκουλτούρες της δεκαετίας του ’80 και του ’90 με εξαιρετικά κείμενα και πρωτοποριακές φωτογραφίες, είναι ακόμα επιδραστικό.
M. HULOT
Για τα περάσματα που δεν βρέθηκαν ποτέ: η ιστορία του underground περιοδικού «Ανοιχτή Πόλη»

Βιβλίο / «Ανοιχτή Πόλη»: Ένα από τα πιο επιδραστικά εναλλακτικά έντυπα της Ελλάδας

Οι δημιουργοί του Κώστας Μανδηλάς και Βλάσσης Ρασσιάς, καταγράφουν την πορεία του στο βιβλίο «Για τα περάσματα που δεν βρέθηκαν ποτέ: Η ιστορία του περιοδικού “Ανοιχτή Πόλη”».
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ