ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΟΤΙ βρεθήκαμε να συζητάμε για το κατοχυρωμένο υποτίθεται δικαίωμα στην άμβλωση το 2026, ακριβώς σαράντα χρόνια μετά την επίσημη νομιμοποίησή της, ως κάτι αμφιλεγόμενο και «προς διαβούλευση», είναι σαν να έχουμε ξαφνικά –και βίαια– τηλε-μεταφερθεί σ’ εκείνα τα χρόνια, κι ακόμα πιο πίσω. Πολύ πιο πίσω.
Η (μαύρη) αλήθεια όμως είναι ότι αν δεν είχε αναστήσει το «ζήτημα» των αμβλώσεων η (γιατρός) Μαρία Καρυστιανού με τις χθεσινές δηλώσεις της, κάποιος θα βρισκόταν να το κάνει. Η πόρτα έχει ανοίξει και τα «κεκτημένα» επανεξετάζονται υπό το πρίσμα του νεοσυντηρητικού αναθεωρητισμού που θολώνει τα πάντα στο διάβα του.
Στο μέλλον, η ιστορία (ή η τεχνητή νοημοσύνη) ίσως γράψει ότι κάποτε η Ισπανία έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου για διάφορα κρίσιμα ζητήματα, μόνη συχνά ανάμεσα στις χώρες της «πολιτισμένης» Ευρώπης, αλλά κανείς δεν την άκουγε.
Ο σκοταδισμός επελαύνει παντού και δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση μια χώρα με τις δικές μας γερές υποδομές στην προκατάληψη και τη θρησκοληψία. Λίγη ώρα αργότερα, σε δική του τηλεοπτική εμφάνιση, ο δικηγόρος της κυρίας Καρυστιανού, Στέλιος Σούρλας, όχι μόνο υπερασπίστηκε τις θέσεις της αλλά ανέβασε τον πήχη ακόμα παραπάνω, δηλώνοντας ότι δεν βλέπει γιατί να μη γίνει διαβούλευση και για άλλα vintage ζητήματα, όπως η μοναρχία αλλά και η μοιχεία. «Γιατί όχι;» είπε. Υποθέτει κανείς ότι πιεζόταν από τον τηλεοπτικό χρόνο, αλλιώς θα είχε προλάβει να ανακινήσει κι άλλα αμφιλεγόμενα πράγματα που χρήζουν επανεξέτασης, όπως η προίκα ή οι σχολικές ποδιές, αφού, καθώς είπε, «οι καιροί έχουν αλλάξει, τα δεδομένα είναι εντελώς διαφορετικά σήμερα».
Αυτό ξαναπέσ' το. Οι καιροί αλλάζουν όλο και προς το χειρότερο (κι αυτό πλέον δεν είναι μια δυσοίωνη, αλλά μια ψύχραιμη και νηφάλια άποψη), οι νόμοι επίσης, και κανένα δικαίωμα δεν πρέπει να θεωρείται άπαξ και διά παντός κατοχυρωμένο, όσο θεμελιώδες κι αν πιστεύουμε ότι είναι. Πριν από δύο χρόνια περίπου εγκρίθηκε στην Ιταλία, πρώτα από τη Βουλή και ακολούθως από τη Γερουσία, μια νέα κυβερνητική διάταξη-έμπνευση της Τζόρτζια Μελόνι και των «Αδελφιών της Ιταλίας», η οποία επιτρέπει σε ομάδες «υποστήριξης της μητρότητας» να μπουκάρουν σε κλινικές αμβλώσεων με στόχο να εμποδίσουν τις γυναίκες που επιθυμούσαν να διακόψουν την εγκυμοσύνη τους. Η Ιταλίδα πρωθυπουργός είχε δηλώσει τότε ότι η ιδέα ήταν να δοθεί στις γυναίκες αυτές «η ευκαιρία να σκεφτούν πριν λάβουν την οριστική απόφαση», προκαλώντας έντονες αντιδράσεις τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο εξωτερικό.
Χαρακτηριστική ήταν η στάση της Ισπανίδας υπουργού Ισότητας Άνα Ρεντόντο, η οποία είχε γράψει τότε στο Χ: «Το να επιτρέπονται οργανωμένες πιέσεις κατά των γυναικών που θέλουν να διακόψουν την κύηση σημαίνει ότι αμφισβητείται ένα δικαίωμα το οποίο είναι κατοχυρωμένο από τον νόμο. Είναι η στρατηγική της άκρας δεξιάς: η διαρκής απειλή αφαίρεσης κεκτημένων δικαιωμάτων με στόχο να περιορίσει την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών». Στο μέλλον, η ιστορία (ή η τεχνητή νοημοσύνη) ίσως γράψει ότι κάποτε η Ισπανία έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου για διάφορα κρίσιμα ζητήματα, μόνη συχνά ανάμεσα στις χώρες της «πολιτισμένης» Ευρώπης, αλλά κανείς δεν την άκουγε.