«... σαν της εδείχναν ψωλή/ έβγαζε την κεφαλή»: Tα πορνογραφικά «Εντεψίζικα» του Γιώργου Σεφέρη Facebook Twitter

«... σαν της εδείχναν ψωλή/ έβγαζε την κεφαλή»: Tα πορνογραφικά «Εντεψίζικα» του Γιώργου Σεφέρη

3

 

Αν και μοιράστηκε δειλά στο διαδίκτυο τα τελευταία χρόνια, λίγοι γνωρίζουν αυτό το έργο του Σεφέρη που δημοσιεύτηκε πολλά χρόνια μετά το θάνατο του. Τα Εντεψίζικα εκδόθηκαν το 1989 σε 440 αντίτυπα από τις καλαισθητικές Εκδόσεις της Λέσχης του Δίσκου, υπό το ψευδώνυμο Μαθιός Πασχάλης. Είναι μια πολυτελής έκδοση numéroté, μεγάλου σχήματος, 76 σελίδων, εξαιρετικά δυσέρευτη σήμερα. Η φιλολογική επιμέλεια είναι του Γ.Π. Ευτυχίδη (ψευδώνυμο του Γ.Π. Σαββίδη).

ΤΑ ΕΝΤΕΨΙΖΙΚΑ ήταν σύντομα ερωτικά, αθυρόστομα έως πορνογραφικά στιχουργήματα των Τουρκοκρητικών που εκδιώχθηκαν από την Κρήτη, με τις ανταλλαγές των πληθυσμών στα 1923. Η λέξη προέρχεται  από το τουρκικό «edepsiz», που σημαίνει ανάγωγος, χωρίς τρόπους, αυθάδης και βωμολόχος άνθρωπος. Το λεξικό ορίζει τα Εντεψίζικα ως «ξόρκια με πρόστυχα λόγια, με τα οποία προσπαθούσαν οι γυναίκες να ανάψουν τον πόθο ενός άντρα».

 

 

 

ΛΙΜΕΡΙΚΙΑ

1939 ‒ 1961

 

 

1. 
Ήταν ένα πέος στη Δήλο
που ψήλωνε κάτω απ’ τον ήλιο·
όταν τό ειδε φώναξε: «Ω!
αν βρισκόταν εδώ,
με τούτο θα τον τσάκ’ζα στο ξύλο.»

1939

 

 

2.
Η κόρη είχε στο πράμα της πλήθος εφόδια
κ’ ένα ταξίμετρο δεμένο με καλώδια·
σαν της είπα: «Τί θές;»
μ’ αποκρίθη: «Δραχμές
ενενήντα, χωρίς τα διόδια.»


3.
Ήτανε μια κοπέλα στο Βεζούβιο
κ’ εκείνος όλο διάβαζε Βιτρούβιο·
και του λέει: «Βρε συ,
γιά να ιδώ το δεξί –
το ζερβί σου τ’ αρχίδι είναι κλούβιο.»

1940

 

 

4.
Η μικρή στο μοναστήρι αναθράφη
και το μουνί της έμεινε στο ράφι·
σαν έρχουνταν κανείς
βολικός συγγενής,
έδινέ το με λίγο πιλάφι.

5.
Ήτανε μια Κυρία στο «Βρυντίριον»
που έλεγε σε μια φίλη της: «Μυστήριον
τί έχει πάθει αυτός ο Κύριος
κ’ έχει δέσει ο αλιτήριος
στα σκέλη του τοιούτον μολυντήριον.»

6.
Ήτανε μια Κυρία στην Ουγκάντα
που κοίταζε μια τζακαράντα·
κ’ ένας γέρος με ομπρέλα
σαν την είδε την κοπέλα
της έδειξε το πέος του από μια βεράντα.

8. 10. 41

 

 

7.
Ήτανε μια Κυρία στο Λουρένθο Μάρκες
που προτιμούσε να πλακώνεται στις βάρκες·
σα γαμιόταν στη στεριά
φώναζ’: «Όρτσα, ρε παιδιά!
Όρτσα, και θα τρακάρουμε τις νάρκες!»

10. 1941

8.
Ήτανε μια Κυρία στο Καπ-Τάου
πού ‘κραξε: «Αϊ Φανούριε μ’, θα του φάου!»
όταν είδε στην αυλή
να της γνέφει ένα καυλί
πού ‘ζγιαζε παραπάνω από ‘να πάου.

10. 1941

9.
Ήτανε μια κοπέλα στη Ναμπούλα
πού ‘χε κρεμάσει στο μουνί της μιαν αμπούλα
και διαλάλα: «Κρύο-μπούζι
το πουλάω το καρπούζι,
το πουλάω το καρπούζι με τη βούλα!»

10. 1941

10.
Ήτανε μια κοπέλα στο Κουμπάγκο
που ήταν χωμένη κάτω απ’ έναν πάγκο·
σαν της εδείχναν ψωλή
έβγαζε την κεφαλή
και την πιπίλα’ σαν της δίναν ένα φράγκο.

10. 1941

11.
Ήτανε μια Κυρία στο Ζαμπέζι
που δεν έπαυε ποτέ της να το παίζει·
με μια κόκκινη κλωστή
είχε δέσει μι’ απαυτή
και την τραβούσε το σκυλί της στο τραπέζι.

10. 1941

12.
Ήτανε μια κερά στο Μογκαντίσου
που είπε στον άντρα της: «Μαλάκα, ντύσου.
Α’ δε βρεις κανένα χάπι,
σύρε βρές ένα χασάπη
και πες του να σ’ την κόψει την ψωλή σου.»

10. 1941

13.
Ήτανε μια κερά στη Ζανζιμπάρη
κ’ ήταν μεγάλο το μουνί της σαν αμπάρι·
σαν εφίλευε κανεί
έλεγε: «Είναι τάχα κει;
έχει φύγει; – Δέν τους παίρνω πια χαμπάρι.»

10. 1941

14.
Ήτανε μια κοπέλα στο Βίδι
που ψάρευε με καλαμίδι·
σαν της είπα «Τσιμπά;»
μ’ αποκρίθη: «Πού; … Μπά!
Το τσάκωσε ο λαγός μου το σαυρίδι.»

23. 10. 1948

15.
Ήτανε μια Κυρία στη Φαμαγούστα
πού ‘χε αν μη τι άλλο λοξά γούστα·
σαν ετσάκωνε ψωλή,
τσ’ έκοβε την κεφαλή
κράζοντας καυλωμένη: «Χαίρε, Αυγούστα!»

Βαρώσια [1954;]

16.
Ήτανε στα Κατάπολα μια μούλα
που μόνο στην ανηφόρα ετσούλα’·
την ελέγαν Σεβαστή
κι όταν άφηνε πορδή
γίνουνταν εξωφρενική ρεμούλα.

4. 9. 1961

 

17.
Ήταν ένα παιδόπουλο στο Αίγιο,
κι ένας Λόρδος περνώντας του λέγει: «Ω!
Αν μ' αφήσεις πριν φύγω,
να σ' τον κάτσω για λίγο,
θα σε στείλω μετά στο κολέγιο.»

18.

Ήτανε μια κοπέλα στην Άντρο
κι έπεσε στο μουνί της ένα χάντρο.
Σαν την έπιαναν οίστροι,
ζήταε πούτσο μ' αγκίστρι
για να βγάλει το χάντρο απ' τ' άντρο.
Γ. Σ. 29. 8. 1940

 

«... σαν της εδείχναν ψωλή/ έβγαζε την κεφαλή»: Tα πορνογραφικά «Εντεψίζικα» του Γιώργου Σεφέρη Facebook Twitter
Ο Γιώργος Σεφέρης, η Μαρώ και η εγγονή της Μαρώς, Δάφνη, κόρη της Αννας Λόντου, στον Κάλαμο, τέλη δεκαετίας του '50 - αρχές του '60

 

ΑΡΕΤΗ ΚΑΙ ΡΩΚΡΙΤΟΣ

1961

Α'
Σκηνή: Ξημέρωμα, στην κάμαρα της Αρετής.
Πρόσωπα: ΝΕΝΑ, ΑΡΕΤΗ.


ΝΕΝΑ
Μην το δαχτύλι σ' άγγιξε;

ΑΡΕΤΗ
Οχι, ήταν άλλο πράμα
πού 'νιωσα μες στη φούχτα μου μαζί μ' εκειό το γράμμα·
φείδ' ήτανε το πού 'πιασα κ' εσκιάχτην να τ' αφήσω,
μη με δαγκώσει τη φτωχιά και κακοθανατίσω.
Για να το πνίξω τό 'σφιξα, μα εκείνο πώς θυμώθη
φούσκωσε και κοκκίνησε και στα μεριά μου χώθη.
"Ρωτόκριτέ μου," κράζω του, "τρέξε και βούηθησέ μου·
έν' άγριο φίδι, ένα θεριό, που δέν ειδα ποτέ μου,
γυρεύγει μέσα μου να μπει, βαθιά να με δαγκώσει!"
Κι αυτός φωνάζει μου: "Αρετή, βλέπε μη σε κομπώσει,
γιατ' είναι φίδι πίβουλο, μόν' σφίξε τα μεριά σου ...

ΝΕΝΑ
Ωχ, μάνα μου! ...

ΑΡΕΤΗ
... μην πάει πιο μπρος, και λύσε τα βυζιά σου.
Κι α' σου τα τρίβω, δέξου το, γιατί μ' αυτό τόν τρόπο
θε να ψοφήσει έτοιος εχτρός τω' δύσμοιρων ανθρώπω'."

ΝΕΝΑ
Και τά 'λυσες; και σ' τά τριβε; 

ΑΡΕΤΗ
Ήμουν σε τέτοια κρίση.
Μονάχη ξεθηλύκωσα το πράμα που είχε ορίσει
κι αυτός μού τα χεράκωσε και τσίμπαγέ μου αγάλι
τα ρωγοβύζια, και στ' αυτί τη γλώσσα του είχε βάλει.
Το φίδι κοντοστάθηκε, λες κ' ήθελε να φύγει ...

ΝΕΝΑ
Αχ! τέτοιο ανήμερο θεριό τ' αφήνει το κυνήγι; ...
Οϊμέεε ...!

ΑΡΕΤΗ
... λες κι αφουγκράζουνταν πόσο η καρδιά μου χτύπα'·
ξάφνου τινάχτη· τό 'νιωσα στου κώλου μου την τρύπα ...

ΝΕΝΑ
Πόνεσες;


ΑΡΕΤΗ
... να σφηνώνεται και να γλιστρά σα χέλι,
τα πίσω-μπρος, τα πίσω-μπρος ...

ΝΕΝΑ
Γλύκα δεν έχει;

ΑΡΕΤΗ
... μέλι
το κούνημά του στάλαζε στο τρυφερό κορμί μου·
κι αυτός αφήνει το βυζί κι αρπάζει το μουνί μου.
Λέγω του: "Η χέρα στ' άμοιαστα πηγαίνει, παρατράπης."

ΝΕΝΑ
Καλά είπες.

ΑΡΕΤΗ
Μ' αποκρίνεται: "Μονάχα ένας αζάπης
βγάνει το φίδι τ' άγριο που χώθη σου από πίσω."
Λέγω του: "Σα να μέρεψε· λογιάζω να τ' αφήσω
ακόμη λίγο, Ρώκριτε· θα φύγει μοναχό του."
Μ' αυτός στα χείλη του λαγού, πού 'χε το δάχτυλό του
στο στόμα του το σύστρεφε και τη γλώσσα του θέλει ...

ΝΕΝΑ
Ποιανού λαγού;

ΑΡΕΤΗ
Που 'ν' εδεπά ... Μου λύθηκα' τα μέλη,
πείραξην είχα λογισμού, κ' έλεγα ν' αφορμίσω,
τα λογικά μου τά 'χασα, γύρευγα να γυρίσω
νά 'μπει το φίδι κι από μπρος ώς μες στα σωθικά μου,
να σκίσει με, να φάγει με, να πάρει την εξιά μου.
Τό 'νιωσεν ο Ρωτόκριτος και κράζει μου: "Σηκώσου·
καιρός πουνιάλο να χαρείς κάτω απ' τον αφαλό σου."

ΝΕΝΑ
Ωφούουουου!!

ΑΡΕΤΗ
Γυρίζω ανάσκελα, με δάγκωσε στον ώμο,
τότες μου φάνη κ' έσφαζε το δόλιο το λαγό μου
που σπάραζε και σπάραζε· τι 'ταν χοντρό το φίδι
που ώς το μανίκι τού 'μπηξε, κ' έκοβγε σα λεπίδι.
Ωσά λαγήνι που γενεί πολλά πλατύ στον πάτο
και στο λαιμό πολλά στενό και ποθυμιά γεμάτο,
εδέτσι ηταν το πράμα μου μέσα σε τέτοια πάθη.
Η αποκοτιά τω' δυο κορμιώ' τόσο μεγάλη στάθη
π' αγριέψασι σαν τα θεριά, πώς κάνουσι σα σμίγου'·
τα δόντια μας τη σάρκα μας δαγκώνασι κ' ετρύγου'.
Λέγω του: "Αφού ξεκίνησες την όρεξή σου εις τούτο,
κούνα το το δοξάρι σου γρήγορα στο λαγούτο,
πιο γρήγορα ... πιο γρήγορα ... πιο γρήγορα ... πιο γρήγορα ...
Σύντριψέ με, κάψε με, να μην μπορώ να φύγω ..."
Ζιμιό τραβήχτη, αντρειεύεται· το χώνει πιο βαθιά μου·
το δάχτυλό του ανάδευε την τρύπα στα μεριά μου,
με τ' άλλο χέρι μάλαζε τα βυζιά μου π' ανάψα'·
ήταν καμίνι η σμίξη του κ' εκόρωνα στην κάψα,
ώσπου ένιωσα το κύμα του μες στου λαγού το στόμα
να σπάζει, να γεμίζει το - κι άλλο να θέλω ακόμα.

ΝΕΝΑ
Αλίμονο! σε γάμησε! ... Πώς θα μανιάσει ο Κύρης,
σα μάθει πως ο Ρώκριτος σού 'γινε νοικοκύρης
κ' εμπήκε και σ' ετρύγησε κάτω απ' τον αφαλό σου.
Αχ! μαγειρεύγου' βάσανα οι κοπέλες σαν καυλώσου'!


15. 9. 1961

Β'

Σχεδίασμα άλλης σκηνής

 

ΑΡΕΤΗ
Τώρα γροίκα το δεύτερο, μια π' άκουσες το πρώτο.
Πως έσφαλα * * * * το ξέρω και θωρώ το·
μα τι να κάνω η άμοιρη, τέτοιου λογιού μ' εσπείρα'
και το κορμί μου αποζητά τό τού 'ταξεν η μοίρα ...
............

ΝΕΝΑ
Τα καλοκαίρια η νιότη μας θερμαίνεται και πράττει
πολλά που τ' αλησμόνησα στο πρώτο μου κρεβάτι ...
............

ΑΡΕΤΗ
... η μοίρα δεν ξεγράφει
τα πού 'ταξε στον άνθρωπο να κάμει α' θε να ζήσει...

1961;




Βιβλίο
3

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

σχόλια

3 σχόλια
Ειναι ευρεως γνωστη η απαξια που ενοιωθε ο Σεφερης για τον ποιητη Καββαδια και εδω ειναι ενα επεισοδιο με "ηθικου ερεισματος" αφορμη:Ο Σεφερης ταξιδεψε στην Βυρηττο με το πλοιο που ηταν ασυρματιστης ο ΚαββαδιαςΟταν ανεβαιναν οι διακεκριμενοι επιβατες οπως ο Σεφερης, οι αξιωματικοι ηταν παρατεταγμενοι να τους χαιρετησουν τιμητικα. Ο Σεφερης τους χαιρετησε ολους και παρεκαμψε τον Καββαδια. Σε μια σταση του καραβιου στην Βυρηττο, ο Σεφερης καπως βρεθηκε στον ιδιο ταξι με τον Καββαδια που με την ευκαιρια τον ξεναγουσε. Καθως περνουσαν απο μια περιοχη ο Σεφερης ακουσε εκπληκτος τους περισσοτερους εκει να μιλουν Ελληνικα. Ο Καββαδιας του εξηγησε οτι εκει ηταν τα καμπαρε και τα κοκκινα φαναρια της πολης. Ο Σεφερης γυριζει και του λει με υφος "κυριε, δεν γινεται να ειμαστε και οι δυο σε αυτο το αυτοκινητο". Ο Καββαδιας ευγενικα σταματησε το ταξι και κατεβηκε...Προφανως η αθυροστομια και η ηθικη παρακαμψη δεν του ηταν απαραδεκτα αρκει να μην συνδυαζονταν με τον Καββαδια, τον οποιο απαξιωνε με αφορμη ομως την ηθικη...
Προσωπικά απόλαυσα αυτή την ωμή Διονυσιακή προσέγγιση του Έρωτα ως γενετήσια ορμή, αντί ως συναίσθημα. Βέβαια, αντιλαμβάνομαι ότι είναι ζήτημα ατομικής ιδιοσυγκρασίας (και εμπειριών ίσως?) το να μην θεωρηθεί τούτο το έργο ως χυδαίο ή γελοίο από κάποιους αναγνώστες.