«... σαν της εδείχναν ψωλή/ έβγαζε την κεφαλή»: Tα πορνογραφικά «Εντεψίζικα» του Γιώργου Σεφέρη Facebook Twitter

«... σαν της εδείχναν ψωλή/ έβγαζε την κεφαλή»: Tα πορνογραφικά «Εντεψίζικα» του Γιώργου Σεφέρη

3

 

Αν και μοιράστηκε δειλά στο διαδίκτυο τα τελευταία χρόνια, λίγοι γνωρίζουν αυτό το έργο του Σεφέρη που δημοσιεύτηκε πολλά χρόνια μετά το θάνατο του. Τα Εντεψίζικα εκδόθηκαν το 1989 σε 440 αντίτυπα από τις καλαισθητικές Εκδόσεις της Λέσχης του Δίσκου, υπό το ψευδώνυμο Μαθιός Πασχάλης. Είναι μια πολυτελής έκδοση numéroté, μεγάλου σχήματος, 76 σελίδων, εξαιρετικά δυσέρευτη σήμερα. Η φιλολογική επιμέλεια είναι του Γ.Π. Ευτυχίδη (ψευδώνυμο του Γ.Π. Σαββίδη).

ΤΑ ΕΝΤΕΨΙΖΙΚΑ ήταν σύντομα ερωτικά, αθυρόστομα έως πορνογραφικά στιχουργήματα των Τουρκοκρητικών που εκδιώχθηκαν από την Κρήτη, με τις ανταλλαγές των πληθυσμών στα 1923. Η λέξη προέρχεται  από το τουρκικό «edepsiz», που σημαίνει ανάγωγος, χωρίς τρόπους, αυθάδης και βωμολόχος άνθρωπος. Το λεξικό ορίζει τα Εντεψίζικα ως «ξόρκια με πρόστυχα λόγια, με τα οποία προσπαθούσαν οι γυναίκες να ανάψουν τον πόθο ενός άντρα».

 

 

 

ΛΙΜΕΡΙΚΙΑ

1939 ‒ 1961

 

 

1. 
Ήταν ένα πέος στη Δήλο
που ψήλωνε κάτω απ’ τον ήλιο·
όταν τό ειδε φώναξε: «Ω!
αν βρισκόταν εδώ,
με τούτο θα τον τσάκ’ζα στο ξύλο.»

1939

 

 

2.
Η κόρη είχε στο πράμα της πλήθος εφόδια
κ’ ένα ταξίμετρο δεμένο με καλώδια·
σαν της είπα: «Τί θές;»
μ’ αποκρίθη: «Δραχμές
ενενήντα, χωρίς τα διόδια.»


3.
Ήτανε μια κοπέλα στο Βεζούβιο
κ’ εκείνος όλο διάβαζε Βιτρούβιο·
και του λέει: «Βρε συ,
γιά να ιδώ το δεξί –
το ζερβί σου τ’ αρχίδι είναι κλούβιο.»

1940

 

 

4.
Η μικρή στο μοναστήρι αναθράφη
και το μουνί της έμεινε στο ράφι·
σαν έρχουνταν κανείς
βολικός συγγενής,
έδινέ το με λίγο πιλάφι.

5.
Ήτανε μια Κυρία στο «Βρυντίριον»
που έλεγε σε μια φίλη της: «Μυστήριον
τί έχει πάθει αυτός ο Κύριος
κ’ έχει δέσει ο αλιτήριος
στα σκέλη του τοιούτον μολυντήριον.»

6.
Ήτανε μια Κυρία στην Ουγκάντα
που κοίταζε μια τζακαράντα·
κ’ ένας γέρος με ομπρέλα
σαν την είδε την κοπέλα
της έδειξε το πέος του από μια βεράντα.

8. 10. 41

 

 

7.
Ήτανε μια Κυρία στο Λουρένθο Μάρκες
που προτιμούσε να πλακώνεται στις βάρκες·
σα γαμιόταν στη στεριά
φώναζ’: «Όρτσα, ρε παιδιά!
Όρτσα, και θα τρακάρουμε τις νάρκες!»

10. 1941

8.
Ήτανε μια Κυρία στο Καπ-Τάου
πού ‘κραξε: «Αϊ Φανούριε μ’, θα του φάου!»
όταν είδε στην αυλή
να της γνέφει ένα καυλί
πού ‘ζγιαζε παραπάνω από ‘να πάου.

10. 1941

9.
Ήτανε μια κοπέλα στη Ναμπούλα
πού ‘χε κρεμάσει στο μουνί της μιαν αμπούλα
και διαλάλα: «Κρύο-μπούζι
το πουλάω το καρπούζι,
το πουλάω το καρπούζι με τη βούλα!»

10. 1941

10.
Ήτανε μια κοπέλα στο Κουμπάγκο
που ήταν χωμένη κάτω απ’ έναν πάγκο·
σαν της εδείχναν ψωλή
έβγαζε την κεφαλή
και την πιπίλα’ σαν της δίναν ένα φράγκο.

10. 1941

11.
Ήτανε μια Κυρία στο Ζαμπέζι
που δεν έπαυε ποτέ της να το παίζει·
με μια κόκκινη κλωστή
είχε δέσει μι’ απαυτή
και την τραβούσε το σκυλί της στο τραπέζι.

10. 1941

12.
Ήτανε μια κερά στο Μογκαντίσου
που είπε στον άντρα της: «Μαλάκα, ντύσου.
Α’ δε βρεις κανένα χάπι,
σύρε βρές ένα χασάπη
και πες του να σ’ την κόψει την ψωλή σου.»

10. 1941

13.
Ήτανε μια κερά στη Ζανζιμπάρη
κ’ ήταν μεγάλο το μουνί της σαν αμπάρι·
σαν εφίλευε κανεί
έλεγε: «Είναι τάχα κει;
έχει φύγει; – Δέν τους παίρνω πια χαμπάρι.»

10. 1941

14.
Ήτανε μια κοπέλα στο Βίδι
που ψάρευε με καλαμίδι·
σαν της είπα «Τσιμπά;»
μ’ αποκρίθη: «Πού; … Μπά!
Το τσάκωσε ο λαγός μου το σαυρίδι.»

23. 10. 1948

15.
Ήτανε μια Κυρία στη Φαμαγούστα
πού ‘χε αν μη τι άλλο λοξά γούστα·
σαν ετσάκωνε ψωλή,
τσ’ έκοβε την κεφαλή
κράζοντας καυλωμένη: «Χαίρε, Αυγούστα!»

Βαρώσια [1954;]

16.
Ήτανε στα Κατάπολα μια μούλα
που μόνο στην ανηφόρα ετσούλα’·
την ελέγαν Σεβαστή
κι όταν άφηνε πορδή
γίνουνταν εξωφρενική ρεμούλα.

4. 9. 1961

 

17.
Ήταν ένα παιδόπουλο στο Αίγιο,
κι ένας Λόρδος περνώντας του λέγει: «Ω!
Αν μ' αφήσεις πριν φύγω,
να σ' τον κάτσω για λίγο,
θα σε στείλω μετά στο κολέγιο.»

18.

Ήτανε μια κοπέλα στην Άντρο
κι έπεσε στο μουνί της ένα χάντρο.
Σαν την έπιαναν οίστροι,
ζήταε πούτσο μ' αγκίστρι
για να βγάλει το χάντρο απ' τ' άντρο.
Γ. Σ. 29. 8. 1940

 

«... σαν της εδείχναν ψωλή/ έβγαζε την κεφαλή»: Tα πορνογραφικά «Εντεψίζικα» του Γιώργου Σεφέρη Facebook Twitter
Ο Γιώργος Σεφέρης, η Μαρώ και η εγγονή της Μαρώς, Δάφνη, κόρη της Αννας Λόντου, στον Κάλαμο, τέλη δεκαετίας του '50 - αρχές του '60

 

ΑΡΕΤΗ ΚΑΙ ΡΩΚΡΙΤΟΣ

1961

Α'
Σκηνή: Ξημέρωμα, στην κάμαρα της Αρετής.
Πρόσωπα: ΝΕΝΑ, ΑΡΕΤΗ.


ΝΕΝΑ
Μην το δαχτύλι σ' άγγιξε;

ΑΡΕΤΗ
Οχι, ήταν άλλο πράμα
πού 'νιωσα μες στη φούχτα μου μαζί μ' εκειό το γράμμα·
φείδ' ήτανε το πού 'πιασα κ' εσκιάχτην να τ' αφήσω,
μη με δαγκώσει τη φτωχιά και κακοθανατίσω.
Για να το πνίξω τό 'σφιξα, μα εκείνο πώς θυμώθη
φούσκωσε και κοκκίνησε και στα μεριά μου χώθη.
"Ρωτόκριτέ μου," κράζω του, "τρέξε και βούηθησέ μου·
έν' άγριο φίδι, ένα θεριό, που δέν ειδα ποτέ μου,
γυρεύγει μέσα μου να μπει, βαθιά να με δαγκώσει!"
Κι αυτός φωνάζει μου: "Αρετή, βλέπε μη σε κομπώσει,
γιατ' είναι φίδι πίβουλο, μόν' σφίξε τα μεριά σου ...

ΝΕΝΑ
Ωχ, μάνα μου! ...

ΑΡΕΤΗ
... μην πάει πιο μπρος, και λύσε τα βυζιά σου.
Κι α' σου τα τρίβω, δέξου το, γιατί μ' αυτό τόν τρόπο
θε να ψοφήσει έτοιος εχτρός τω' δύσμοιρων ανθρώπω'."

ΝΕΝΑ
Και τά 'λυσες; και σ' τά τριβε; 

ΑΡΕΤΗ
Ήμουν σε τέτοια κρίση.
Μονάχη ξεθηλύκωσα το πράμα που είχε ορίσει
κι αυτός μού τα χεράκωσε και τσίμπαγέ μου αγάλι
τα ρωγοβύζια, και στ' αυτί τη γλώσσα του είχε βάλει.
Το φίδι κοντοστάθηκε, λες κ' ήθελε να φύγει ...

ΝΕΝΑ
Αχ! τέτοιο ανήμερο θεριό τ' αφήνει το κυνήγι; ...
Οϊμέεε ...!

ΑΡΕΤΗ
... λες κι αφουγκράζουνταν πόσο η καρδιά μου χτύπα'·
ξάφνου τινάχτη· τό 'νιωσα στου κώλου μου την τρύπα ...

ΝΕΝΑ
Πόνεσες;


ΑΡΕΤΗ
... να σφηνώνεται και να γλιστρά σα χέλι,
τα πίσω-μπρος, τα πίσω-μπρος ...

ΝΕΝΑ
Γλύκα δεν έχει;

ΑΡΕΤΗ
... μέλι
το κούνημά του στάλαζε στο τρυφερό κορμί μου·
κι αυτός αφήνει το βυζί κι αρπάζει το μουνί μου.
Λέγω του: "Η χέρα στ' άμοιαστα πηγαίνει, παρατράπης."

ΝΕΝΑ
Καλά είπες.

ΑΡΕΤΗ
Μ' αποκρίνεται: "Μονάχα ένας αζάπης
βγάνει το φίδι τ' άγριο που χώθη σου από πίσω."
Λέγω του: "Σα να μέρεψε· λογιάζω να τ' αφήσω
ακόμη λίγο, Ρώκριτε· θα φύγει μοναχό του."
Μ' αυτός στα χείλη του λαγού, πού 'χε το δάχτυλό του
στο στόμα του το σύστρεφε και τη γλώσσα του θέλει ...

ΝΕΝΑ
Ποιανού λαγού;

ΑΡΕΤΗ
Που 'ν' εδεπά ... Μου λύθηκα' τα μέλη,
πείραξην είχα λογισμού, κ' έλεγα ν' αφορμίσω,
τα λογικά μου τά 'χασα, γύρευγα να γυρίσω
νά 'μπει το φίδι κι από μπρος ώς μες στα σωθικά μου,
να σκίσει με, να φάγει με, να πάρει την εξιά μου.
Τό 'νιωσεν ο Ρωτόκριτος και κράζει μου: "Σηκώσου·
καιρός πουνιάλο να χαρείς κάτω απ' τον αφαλό σου."

ΝΕΝΑ
Ωφούουουου!!

ΑΡΕΤΗ
Γυρίζω ανάσκελα, με δάγκωσε στον ώμο,
τότες μου φάνη κ' έσφαζε το δόλιο το λαγό μου
που σπάραζε και σπάραζε· τι 'ταν χοντρό το φίδι
που ώς το μανίκι τού 'μπηξε, κ' έκοβγε σα λεπίδι.
Ωσά λαγήνι που γενεί πολλά πλατύ στον πάτο
και στο λαιμό πολλά στενό και ποθυμιά γεμάτο,
εδέτσι ηταν το πράμα μου μέσα σε τέτοια πάθη.
Η αποκοτιά τω' δυο κορμιώ' τόσο μεγάλη στάθη
π' αγριέψασι σαν τα θεριά, πώς κάνουσι σα σμίγου'·
τα δόντια μας τη σάρκα μας δαγκώνασι κ' ετρύγου'.
Λέγω του: "Αφού ξεκίνησες την όρεξή σου εις τούτο,
κούνα το το δοξάρι σου γρήγορα στο λαγούτο,
πιο γρήγορα ... πιο γρήγορα ... πιο γρήγορα ... πιο γρήγορα ...
Σύντριψέ με, κάψε με, να μην μπορώ να φύγω ..."
Ζιμιό τραβήχτη, αντρειεύεται· το χώνει πιο βαθιά μου·
το δάχτυλό του ανάδευε την τρύπα στα μεριά μου,
με τ' άλλο χέρι μάλαζε τα βυζιά μου π' ανάψα'·
ήταν καμίνι η σμίξη του κ' εκόρωνα στην κάψα,
ώσπου ένιωσα το κύμα του μες στου λαγού το στόμα
να σπάζει, να γεμίζει το - κι άλλο να θέλω ακόμα.

ΝΕΝΑ
Αλίμονο! σε γάμησε! ... Πώς θα μανιάσει ο Κύρης,
σα μάθει πως ο Ρώκριτος σού 'γινε νοικοκύρης
κ' εμπήκε και σ' ετρύγησε κάτω απ' τον αφαλό σου.
Αχ! μαγειρεύγου' βάσανα οι κοπέλες σαν καυλώσου'!


15. 9. 1961

Β'

Σχεδίασμα άλλης σκηνής

 

ΑΡΕΤΗ
Τώρα γροίκα το δεύτερο, μια π' άκουσες το πρώτο.
Πως έσφαλα * * * * το ξέρω και θωρώ το·
μα τι να κάνω η άμοιρη, τέτοιου λογιού μ' εσπείρα'
και το κορμί μου αποζητά τό τού 'ταξεν η μοίρα ...
............

ΝΕΝΑ
Τα καλοκαίρια η νιότη μας θερμαίνεται και πράττει
πολλά που τ' αλησμόνησα στο πρώτο μου κρεβάτι ...
............

ΑΡΕΤΗ
... η μοίρα δεν ξεγράφει
τα πού 'ταξε στον άνθρωπο να κάμει α' θε να ζήσει...

1961;




Βιβλίο
3

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Βιβλίο / Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Τρίτης Ηλικίας, η ψυχίατρος-αναλύτρια και συγγραφέας εξηγεί τι είναι το νέο γήρας και πώς μπορούν οι ηλικιωμένοι σήμερα να καταρρίψουν τα στερεότυπα, να εξέλθουν από την κοινωνική απομόνωση και να διεκδικήσουν όλα όσα επιθυμούν και τους αξίζουν. 
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
Γιώργος Χωματηνός: «Οι Βρίκελοι είμαστε εμείς, οι ζωντανόνεκροι της ιστορίας»

Βιβλίο / Ο Γιώργος Χωματηνός έγραψε ένα βιβλίο για τους βρικόλακες της ιστορίας: εμάς

Οι «Βρίκελοι» είναι ένα μυθιστόρημα-επίτευγμα, όπου, με συναρπαστική γλώσσα και μοναδικό ρυθμό, συναντιούνται το δημοτικό τραγούδι, η αρχαία τραγωδία, η λαϊκή και λόγια παράδοση, σε ένα έργο που μιλά για μια κοινωνία που έχει χάσει την αίσθηση του συνανήκειν.
M. HULOT
Βερένα Κέσλερ: «Υπάρχουν πράγματι πολλά κοινά μεταξύ της κουλτούρας των ναρκωτικών και αυτής των αναβολικών και των λογής συμπληρωμάτων διατροφής»

Βιβλίο / Βερένα Κέσλερ: «Όσο πιο πολλά “άψογα” σώματα βλέπεις, τόσο νιώθεις ότι το δικό σου υστερεί»

Η Γερμανίδα συγγραφέας που γνώρισε μεγάλη επιτυχία με το «Γυμναστήριο», ένα μυθιστόρημα-θρίλερ για την εμμονή με την αυτοβελτίωση και την κουλτούρα της γυμναστικής, μιλά στη LiFO. 
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Βιβλίο / Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Ο κορυφαίος Κουβανός συγγραφέας μάς ξεναγεί στην πόλη που αγάπησε βαθιά και αρνήθηκε να εγκαταλείψει. Στη συναρπαστική «Αβάνα» του, τη δείχνει τραυματισμένη αλλά και ακατάλυτη, να αντιστέκεται πεισματικά στη λήθη.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Γεωργία Παπαγεωργίου, επιμελήτρια κειμένων

Οι Αθηναίοι / Γεωργία Παπαγεωργίου: «Δεν υπάρχει βιβλίο χωρίς λάθος»

Από τα παιδικά χρόνια στο Παγκράτι και τη Φιλοσοφική μέχρι τη γνωριμία με τον Φίλιππο Βλάχο και τη δημιουργία του εκδοτικού «Κείμενα», η ακαταπόνητη επιμελήτρια βιβλίων μιλά για την τέχνη της διόρθωσης, την ενασχόληση με την τυπογραφία, τις προσωπικότητες που συνάντησε και την ελπίδα που βλέπει σήμερα.
M. HULOT
Τι θα κάνατε αν βρίσκατε 350.000 ευρώ;

Το πίσω ράφι / Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης ρωτά: Τι κάνεις αν βρεις 350.000 ευρώ;

Στο μυθιστόρημά του «Η πόλη και η σιωπή», ο διακεκριμένος συγγραφέας αφηγείται την ιστορία ενός σκληρά δοκιμαζόμενου ανθρώπου που παλεύει να διαφυλάξει την ακεραιότητά του, εν μέσω της οικονομικής κρίσης, στα τέλη της δεκαετίας του 2000.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026)

Guest Editors / Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026): Η γυναίκα που μελέτησε πώς πενθούν οι Έλληνες

Καθηγήτρια επί δύο δεκαετίες στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, προτού διαδεχθεί τον Γιώργο Σαββίδη στην Έδρα Σεφέρη του Χάρβαρντ, η επιδραστική ερευνήτρια της ελληνικής γραμματείας έφυγε πριν από λίγες ημέρες από τη ζωή, αφήνοντας μια σπουδαία παρακαταθήκη.
ΚΙΜΩΝ ΒΕΛΙΤΖΑΝΙΔΗΣ
Ίαν ΜακΓιούαν: «Ξέρεις πόσο ανόητοι μπορούν να γίνουν οι έξυπνοι;» 

Βιβλίο / Ίαν ΜακΓιούαν: «Ξέρεις πόσο ανόητοι μπορούν να γίνουν οι έξυπνοι;» 

Λίγο προτού έρθει στην Ελλάδα, ο σπουδαίος Βρετανός συγγραφέας μιλά αποκλειστικά στη LiFO για το νέο του μυθιστόρημα «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε», την τεχνητή νοημοσύνη, την κλιματική αλλαγή, τη μνήμη και τους νέους.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Μάκης Μαλαφέκας, συγγραφέας

Οι Αθηναίοι / Μάκης Μαλαφέκας: «Τα social media παράγουν ακατάσχετα μέσους όρους»

Από τα παιδικά χρόνια στη Νεάπολη Εξαρχείων και τα πρώτα διαβάσματα μέχρι τις σπουδές στο Παρίσι και τη συγγραφή αστυνομικών, ο γνωστός συγγραφέας μιλάει στη LiFO για τη χαρά της δημιουργίας, την επιτυχία του «Deepfake» και για το πόσο μοιάζει στον ήρωά του Μιχάλη Κρόκο.
M. HULOT

σχόλια

3 σχόλια
Ειναι ευρεως γνωστη η απαξια που ενοιωθε ο Σεφερης για τον ποιητη Καββαδια και εδω ειναι ενα επεισοδιο με "ηθικου ερεισματος" αφορμη:Ο Σεφερης ταξιδεψε στην Βυρηττο με το πλοιο που ηταν ασυρματιστης ο ΚαββαδιαςΟταν ανεβαιναν οι διακεκριμενοι επιβατες οπως ο Σεφερης, οι αξιωματικοι ηταν παρατεταγμενοι να τους χαιρετησουν τιμητικα. Ο Σεφερης τους χαιρετησε ολους και παρεκαμψε τον Καββαδια. Σε μια σταση του καραβιου στην Βυρηττο, ο Σεφερης καπως βρεθηκε στον ιδιο ταξι με τον Καββαδια που με την ευκαιρια τον ξεναγουσε. Καθως περνουσαν απο μια περιοχη ο Σεφερης ακουσε εκπληκτος τους περισσοτερους εκει να μιλουν Ελληνικα. Ο Καββαδιας του εξηγησε οτι εκει ηταν τα καμπαρε και τα κοκκινα φαναρια της πολης. Ο Σεφερης γυριζει και του λει με υφος "κυριε, δεν γινεται να ειμαστε και οι δυο σε αυτο το αυτοκινητο". Ο Καββαδιας ευγενικα σταματησε το ταξι και κατεβηκε...Προφανως η αθυροστομια και η ηθικη παρακαμψη δεν του ηταν απαραδεκτα αρκει να μην συνδυαζονταν με τον Καββαδια, τον οποιο απαξιωνε με αφορμη ομως την ηθικη...
Προσωπικά απόλαυσα αυτή την ωμή Διονυσιακή προσέγγιση του Έρωτα ως γενετήσια ορμή, αντί ως συναίσθημα. Βέβαια, αντιλαμβάνομαι ότι είναι ζήτημα ατομικής ιδιοσυγκρασίας (και εμπειριών ίσως?) το να μην θεωρηθεί τούτο το έργο ως χυδαίο ή γελοίο από κάποιους αναγνώστες.