Ο Κωνσταντίνος Δομηνίκ αφηγείται στοιχειωμένες ιστορίες από ένα χωριό της Κατερίνης

Κακό ανήλιο Facebook Twitter
Το «Κακό Ανήλιο» είναι ένας εντυπωσιακά αλλόκοτος κόσμος γεμάτος από πλάσματα «της άλλης μεριάς».
0

Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΟΜΗΝΙΚ (υπογράφει τα βιβλία του με το μικρό του όνομα, ολόκληρο είναι Κωνσταντίνος Δομηνίκ Πιπήλης) εμφανίστηκε στην ελληνική λογοτεχνία πριν από τρία χρόνια πολύ φιλόδοξα, με τη συλλογή δεκαοχτώ διηγημάτων «Ώπα-ώπα, μπλάτιμοι», όπου περιέγραφε με γλώσσα «βετεράνου» ιστορίες φολκ ελληνικότητας βγαλμένες από τις μνήμες του ή από τις μνήμες των ανθρώπων που ζουν γύρω του, διανθισμένες με μαγικό ρεαλισμό και λαογραφικό τρόμο.

Το ντεμπούτο του, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ενύπνιο –σύντομες αφηγήσεις με το γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής όπου ζει και μεγάλωσε, σε ένα χωριό της Κατερίνης–, ήταν τόσο ολοκληρωμένο και είχε τόσο καλή υποδοχή, που η συνέχεια ήταν ένα μεγάλο στοίχημα. Δεν είναι εύκολο για έναν νεαρό συγγραφέα να ξεπεράσει ένα εντυπωσιακό πρώτο βιβλίο και να μπορεί κανείς να μιλάει για εξέλιξη στη γραφή του, αλλά, ευτυχώς, αυτό δεν ισχύει για τον Κωνσταντίνο.

Το «Κακό Ανήλιο», που κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις Ίκαρος –στο ίδιο κλίμα με το «Ώπα-ώπα, μπλάτιμοι»–, όπως και ο τίτλος υπονοεί, είναι ένας εντυπωσιακά αλλόκοτος κόσμος γεμάτος από πλάσματα «της άλλης μεριάς», «δημιουργήματα μιας φύσης σκοτεινής και παράλογης, που συναντιούνται και αλληλεπιδρούν με καθημερινούς ανθρώπους, προκαλώντας άλλοτε συνταρακτικές καταστροφές και άλλοτε παρήγορα θαύματα». 

«Μου φαίνεται ανεξιχνίαστη η ανάγκη της γραφής. Επίμονη όμως και συχνά ανυπόφορη. Πάντως, με το που ολοκληρώνω κείμενο, ευδαιμονίζομαι σε βαθμό εθισμού».

«Μου φαίνεται πλέον κάπως νευρικό το "Ώπα-ώπα, μπλάτιμοι"», λέει ο Κωνσταντίνος, «ενώ το "Κακό Ανήλιο" πιο στρωμένο – ίσως και με πιο πρωτότυπα κείμενα».

Του ζητάω να ξεκινήσουμε λίγο ανορθόδοξα, σχολιάζοντας το διήγημα που κλείνει το βιβλίο, το «Μύθοι Λειψάνων» που φαίνεται και το πιο αυτοβιογραφικό. «Είναι φανταστικά στοιχεία πάνω σε πραγματικά γεγονότα, που συμπυκνώνουν κάποιες μνήμες που έχω απ’ τη γιαγιά μου», λέει. «Τον οργιαστικό, αγιωτικό της κόσμο και την αντίθεσή του με τον βόρειο, παραμυθώδη της μάνας μου».

cover
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: 
Κωνσταντίνος Δομηνίκ, Κακό Ανήλιο, Εκδόσεις Ίκαρος 

Μπαίνω στο παλιό φουρναριό της γιαγιάς να πάρω κάτι εργαλεία – είχα ανέβει στο χωριό για τα Χριστούγεννα και ψευτομαστόρευα στο κτήμα. Ακριβώς απέναντι, δίπλα απ’ την εσωτερική πόρτα της αποθήκης, βρίσκεται το παλιό της εικονοστάσι, χτισμένο τοξωτά μέσα στον τοίχο, όπου σκηνώνει ένα εικόνισμα του Αγίου Διονυσίου του Εν Ολύμπω. Κοντοστέκομαι πάλι και το παρατηρώ: είναι χειροποίητο, από ξύλο λεύκας, κι ο Άγιος πάνω του εικονίζεται σοβαρός, μειλίχιος, με μαύρο πατερικό κάλυμμα στο κεφάλι, ενώ κάτω απ’ τη μυτερή, συννεφιαστή γενειάδα του, στο αριστερό του χέρι, βαστά ένα μικρό εκκλησάκι, ένα ομοίωμα πεντάτρουλου ναού. Το εικονοστάσι το είχε φτιάξει ο πατέρας μου, εδώ πίσω στο φουρναριό, γιατί η μάνα μου, που κρατούσε τότε το υπόλοιπο σπίτι, ήταν μεγαλωμένη προτεσταντικά – γέννημα θρέμμα Βερολίνου. Και θυμάμαι, δεν μ’ άφηνε να φύγω απ’ το σπίτι άμα δεν έτρωγα τα κορνφλέικς μου – ακόμα και τις Κυριακές, προτού κοινωνήσω. Στο δρόμο, μετά, για την εκκλησία δεν άντεχα, σταματούσα στη γιαγιά κι έβαζα τα κλάματα:

«Δεν πειράζει, αντρίνα μου», έλεγε, «γάλα του Θεού είναι – η πρώτη και καλύτερη μεταλαβιά. Άντε τώρα πάμε για τη δεύτερη». Μου φαίνεται πια μυθική η γιαγιά Κώτσαινα, μετά από τόσα χρόνια – έβηχε και ο αέρας γύρω της γέμιζε καπνούς κι εμπύρετους αγίους. 

Κακό ανήλιο Facebook Twitter
Με ενδιαφέρει η παλιά γλώσσα, τα χωριάτικα, που πέρα από λέξεις είναι και ρυθμός. Θέλει προφορά. Άρθρωση. Και μιλιέται από πολλούς στο χωριό, ακόμα κι από πιτσιρικάδες. Στα κείμενά μου δεν υπάρχουν παρά μόνο κάποιες διάσπαρτες λέξεις της – μερικές που τις χρησιμοποιώ στον καθημερινό μου λόγο και κάποιες, τις περισσότερες, που τις μαθαίνω απ’ τους παλαιότερους, μεταξύ ρετσίνας και τσιγάρου.

«Γεννήθηκα στο Βερολίνο, αλλά μεγάλωσα σε χωριό της Πιερίας, την Κάτω Μηλιά. Έχοντας πάντα δυο κόσμους, δυο διαφορετικές νοοτροπίες να πνέουν μέσα μου – τη γερμανική της μάνας μου και την ντόπια του πατέρα και των παππούδων μου. Μικρός ήμουν ντροπαλός και γι’ αυτό κάπως απόμακρος. Διάβαζα όμως, με πάθος – μ’ ενθάρρυναν πολύ και οι γονείς μου. Ενίοτε ψευτοέγραφα. Το πρώτο μυθιστόρημα που διάβασα ήταν ο "Τομ Σόγιερ", του Μαρκ Τουέιν.

Λίγο πριν το γυμνάσιο, ανακάλυψα τον "Φτωχούλη του Θεού", του Καζαντζάκη. Κατόπιν, ανάμεσα σ’ άλλα, τον "Δον Κιχώτη" του Θερβάντες και τον "Μόμπι Ντικ" του Μέλβιλ. Την "Ιστορία δίχως Τέλος" του Έντε και την "Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πιμ" του Πόε. Παράλληλα, όμως, διάβαζα πολύ και Στίβεν Κινγκ. Κάποτε ολίσθησα προς τον Χ. Φ. Λάβκραφτ. Στον Άρθουρ Μάχεν. Συγχρόνως, επέμενα και στον Παπαδιαμάντη.

Θα μπορούσα να πω ότι ο Άρθουρ Μάχεν με τον "Λευκό Λαό" του –κατά τη γνώμη μου ένα απ’ τα πιο όμορφα κι ανατριχιαστικά διηγήματα τρόμου– μου άλλαξε τη ζωή. Ο Φίλιπ Ντικ και το μυθιστόρημά του "Βάλις". Ο Μπόρχες και ο Άλτζερνον Μπλάκγουντ. Ο Ράμσεϊ Κάμπελ. Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης και ο Κώστας Ακρίβος. Ο Ισίδωρος Ζουργός, ο Παντελής Γιαννουλάκης και ο Χρήστος Γιανναράς. Ο Σωτήρης Δημητρίου κ.ά.

Μου φαίνεται ανεξιχνίαστη η ανάγκη της γραφής. Επίμονη όμως και συχνά ανυπόφορη. Πάντως, με το που ολοκληρώνω κείμενο, ευδαιμονίζομαι σε βαθμό εθισμού».

Φορώντας μια τσάντα στον ώμο, μ’ ένα μικρό τσεκούρι να ξεπροβάλλει από μέσα, ο Φάνης ο Ντεβιλάς κοντοστέκεται μπροστά στην εκκλησία, καπνίζοντας και κοιτάζοντας γύρω, νευρικά, τα ερημοσόκακα του Πρόδρομου. Μεσημέρι ασήκωτο, με σάχνα. Φτηνοσυννεφιά. Πιο πριν, βρισκόταν πάλι πάνω στο βουνό, στο παλιό χωριό, να βογκοσέρνεται μπροστά στον τάφο του πατέρα του, του παπα-Χαράλαμπου, που όταν του ζήτησε ο Δεσπότης, πριν από κάνα εξάμηνο, να παραιτηθεί, κατηγορώντας τον, εμμέσως, ότι έκλεβε απ’ το παγκάρι της ενορίας, έπεσε να χαθεί στο κρεβάτι του, χτυπημένος από διπλό εγκεφαλικό, και δεν ξανασηκώθηκε παρά μόνο για τον θάψουνε. (Ο Ντεβιλές)

«Οι ιστορίες που γράφω προκύπτουν από δικές μου ουρανοκατέβατες ιδέες. Από μνήμες κι εμμονές, αλλά κι από ιστορίες που μου διηγήθηκαν άλλοι. Με ενδιαφέρει η παλιά γλώσσα, τα χωριάτικα, που πέρα από λέξεις είναι και ρυθμός. Θέλει προφορά. Άρθρωση. Και μιλιέται από πολλούς στο χωριό, ακόμα κι από πιτσιρικάδες.

Εντούτοις, στα κείμενά μου δεν υπάρχουν παρά μόνο κάποιες διάσπαρτες λέξεις της – μερικές που τις χρησιμοποιώ στον καθημερινό μου λόγο και κάποιες, τις περισσότερες, που τις μαθαίνω απ’ τους παλαιότερους, μεταξύ ρετσίνας και τσιγάρου. Ενίοτε, για τη γραφή τους, συμβουλεύομαι λεξικό. Ενώ άλλες τις έχω επινοήσει. Μου βγαίνουν όμως όλες εκείνη την ώρα που γράφω – προκύπτουν δηλαδή, απ’ το ύφος και την ατμόσφαιρα. Ενώ προσπαθώ να επικεντρώνομαι αλλού: στην επαφή με το μαγικό και το αλλόκοτο».

— Πού πιστεύεις ότι οφείλεται η έκρηξη των διηγημάτων (ή και μυθιστορημάτων) με ντοπιολαλιά μετά το «Γκιακ»; Είναι πιο απενοχοποιημένη η νέα γενιά ή είναι τάση;

Νομίζω ότι βρίσκουνε πρόσφορο έδαφος κάποιες φυγόκεντρες τάσεις που μέχρι πρότινος, οι περισσότερες, κινούνταν με τη νεκρά. Να πρόκειται πλέον για κάποιου είδους εξωτισμό; Πιθανόν. Αλλά μόνο μέσα απ’ τα κιάλια της πόλης.

Κακό ανήλιο Facebook Twitter
Προτιμώ τη μικρή φόρμα, λόγω ανυπομονησίας – τρώγομαι να δω το κείμενό μου τελειωμένο. Μάλλον επειδή γράφω δύσκολα, αργά.

Νιώθω περισσότερο μια πνευματική συγγένεια με κάποιους συγγραφείς που εντρυφούν στη λογοτεχνία τρόμου και που τους θαυμάζω πολύ, όπως ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης, ο Ανδρέας Νικολακόπουλος, ο Θοδωρής Πρασίδης, ο Δημήτρης Δελαρούδης, ο Νίκος Μούρας κ.ά. Αν δεν υπήρχαν π.χ. οι «Παγανιστικές Δοξασίες» του Τσαπραΐλη, ίσως να μην έγραφα και το «Ώπα-ώπα, μπλάτιμοι».

Και το παλιντάμι, βουτώντας κάποια στιγμή, με μια φοβερή δρασκελιά, μες στα νερά του ποταμού, φτάνει στην άλλη όχθη και ξεκινάει ν’ ανεβαίνει τον ανήφορο, προς τον εκσκαφέα, που παρ’ όλες τις λάσπες του, φεγγογυαλίζει, άψυχος, ασάλευτος, μέσα στη νύχτα, σαν ήρεμη νέμεση. Ενώ εμείς να ψάχνουμε, μπουσουλώντας και γλιστρώντας πέρα δώθε, έντρομοι, ανάμεσα στα παλαβωμένα έπιπλα, να βρούμε την εξώπορτα – είχε εξαφανιστεί· δεν βλέπουμε πια παρά μόνο καπνούς και καρβουνιασμένα δοκάρια ολόγυρα. Εντέλει, καταλήγουμε να κλοτσάμε απελπισμένοι το παράθυρο, ώσπου κάποια στιγμή ένα εκκωφαντικό τράνταγμα μας τινάζει με δύναμη κάτω στο πάτωμα, ενώ την ίδια ώρα τα ντουβάρια γύρω διαλύονται ξαφνικά, αποσυναρμολογούνται κι αρχίζουνε να σκορπίζουνε στον αέρα παραισθητικά, γεμίζοντας τον τόπο με μυριάδες φολιδοειδείς ψηφίδες και πυκνή αφόρητη σκόνη, καθώς το καταραμένο αυτό σπίτι έπεφτε, γκρεμιζότανε πάνω στο σκληρό μεταλλικό όγκο του εκσκαφέα. (Το παλιντάμι)

— Αυτό που γίνεται στο πλαίσιο της μελέτης της γλώσσας και της καταγραφής λέξεων από τους συγγραφείς της νέας γενιάς θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως κιβωτός για τη διατήρηση μιας γλωσσικής παράδοσης που χάνεται;

Ενδεχομένως. Φοβάμαι όμως μην καταντήσει σαν φανταχτερό απολίθωμα, ως κάτι το μουσειακό – η γλώσσα πρέπει να μιλιέται.

Προτιμώ τη μικρή φόρμα, λόγω ανυπομονησίας – τρώγομαι να δω το κείμενό μου τελειωμένο. Μάλλον επειδή γράφω δύσκολα, αργά. Διαβάζω όμως διηγήματα και μυθιστορήματα. Πρόσφατα τελείωσα τη «Ζωή ενός αγοριού», του Ρόμπερτ ΜακΚάμον.

Τη μεγάλη φόρμα, μέχρι στιγμής, την αποφεύγω. Παλιότερα ήμουν πλανόδιος, ψαχνόμουν και σ’ άλλα είδη, πέραν του φανταστικού.

Μέσα στη θανατερή ομίχλη, με τις υφαντοειδείς μορφές τους να συστρέφονται, ν’ αλλάζουν συνεχώς σχήμα, τρεμουλιάζοντας σαν μυζηθρόπανα που στροβιλίζονται επιτόπου, προχωρούν, άτακτα, μετέωροι, στον αέρα, σαρκωμένοι ρόγχοι και ψιθύρου ιδέες, πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο, σχηματίζοντας λευκές ακανόνιστες οροσειρές – φαντάροι, γέροι και μικρά παιδιά· γυναίκες εγκυμονούσες με τα έμβρυά τους, να κυματίζουμε στον άνεμο. Ο μπάρμπα-Λένιας, πίσω, τους βλέπει, αναγνωρίζει τον καθένα τους. Νιώθει τη θλίψη, την αγωνία. Την παραφροσύνη. Μυρίζει τη λαχτάρα τους για το ζεστό ψωμί, αισθάνεται την άγρια δίψα τους για τον ηδονικό σπασμό μες στα παπλώματα. Ενώ δεξιά κι αριστερά, πίσω απ’ τα σφραγιστά παντζούρια, μπορεί κι ακούει, ολοκάθαρα, τις πνιχτές ανάσες των ζωντανών – ξέρουν κι εκείνοι ότι αν τυχόν κρυφοκοιτάξουν, θα καταπιούν, μεμιάς, όλο τους το καντηλόλαδο. (Στον Ψυχό)

— Με τι άλλο ασχολείσαι εκτός από τη συγγραφή;
Εργάζομαι ως στέλεχος σε ξενοδοχειακή μονάδα.

— Τι γράφεις τώρα;
Κάποια νέα διηγήματα – ίσως και μια δειλή νουβέλα.

— Τι σου λείπει από το λογοτεχνικό τοπίο;
Περισσότερο έκσταση και μεταφυσικό δέος, πέρα απ’ τους μόνιμους κοινωνικοπολιτικούς προβληματισμούς.

— Πες μου ένα «παρήγορο θαύμα».
Τα αληθινά θαύματα είναι μυστικά.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Βιβλίο
0

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Σωτήρης Δημητρίου: «Ζούμε διαρκώς σε ένα επικίνδυνο αύριο. Δεν είμαστε ποτέ στο τώρα»

Βιβλίο / Σωτήρης Δημητρίου: «Ζούμε διαρκώς σε ένα επικίνδυνο αύριο. Δεν είμαστε ποτέ στο τώρα»

Μια δυνατή, εκ βαθέων συνέντευξη με έναν από τους κορυφαίους σύγχρονους λογοτέχνες μας με αφορμή το τελευταίο του μυθιστόρημα «Ουρανός απ’ άλλους τόπους».
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Πόσο διαβάζεται σήμερα ο Νίκος Καζαντζάκης;

Βιβλία και Συγγραφείς / Πόσο διαβάζεται σήμερα ο Νίκος Καζαντζάκης;

Πεθαίνει σαν σήμερα ο συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης. Ο Νίκος Μπακουνάκης συζητάει με την Έρη Σταυροπούλου, ομότιμη καθηγήτρια Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, για τον συγγραφέα του «Αλέξη Ζορμπά» και την αντοχή του έργου του.
ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ
Το συναρπαστικό ντεμπούτο της Ρένας Λούνα είναι καλή λογοτεχνία

Βιβλίο / Το συναρπαστικό ντεμπούτο της Ρένας Λούνα είναι καλή λογοτεχνία

Οι «Αλεπούδες του Περ-Λασαίζ» είναι ένα μυθιστόρημα άριστα δομημένο, με πυκνό λόγο και πλήθος πραγματολογικών στοιχείων, που αναπλάθει τη γαλλική επαρχία των ’50s μέσα από μια απελπισμένη ερωτική ιστορία με φεμινιστική χροιά. 
M. HULOT

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«ASTY», η Αθήνα του 2999: Μια πόλη στα όρια της ασφυξίας

Design / Αθήνα 2999: Μια πόλη στα όρια της ασφυξίας

Ο αρχιτέκτονας και δημιουργός κόμικς Δημήτρης Πασχάλης μετατρέπει την ανησυχία του για τη σύγχρονη Αθήνα σε μια δυστοπική αφήγηση που εκτυλίσσεται στο έτος 2999. Μέσα από το «ASTY» εξερευνά την υπεραστικοποίηση, την απώλεια του προσωπικού χώρου και τη σχέση ανάμεσα στην αρχιτεκτονική, την ψυχική υγεία και το μέλλον της πόλης.
M. HULOT
O Ντέιβιντ Λοτζ μάς διαβεβαιώνει ότι ο παράδεισος είναι δίπλα μας

Το πίσω ράφι / O Ντέιβιντ Λοτζ μάς διαβεβαιώνει ότι ο παράδεισος είναι δίπλα μας

Στο μυθιστόρημά του «Νέα από τον παράδεισο» ο Βρετανός θεωρητικός της λογοτεχνίας και συγγραφέας μάς κάνει συμμέτοχους στους προβληματισμούς του γύρω από την πίστη, τη μαζική νεύρωση των διακοπών και τις ανθρώπινες σχέσεις.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Γιατί (ξανα)διαβάζουμε μανιακά Λατινοαμερικανούς συγγραφείς;

Βιβλίο / Γιατί (ξανα)διαβάζουμε μανιωδώς Λατινοαμερικανούς συγγραφείς;

Οι τίτλοι της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας που κυκλοφορούν στα ελληνικά πολλαπλασιάζονται, αναδεικνύοντας ένα νέο, πιο ριζοσπαστικό κύμα συγγραφέων που ασχολούνται με την ακραία πολιτική κατάσταση της ηπείρου τους, την πατριαρχία και τα ζητήματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«Αρνούμαι να είμαι πολίτης δεύτερης κατηγορίας στη δική μου γη»: Η νικήτρια του Booker μιλά για την Ταϊβάν

Πολιτισμός / «Αρνούμαι να είμαι πολίτης δεύτερης κατηγορίας στη δική μου γη»: Η νικήτρια του Booker μιλά για την Ταϊβάν

Η Γιανγκ Σουάνγκ-ζι, που μόλις κέρδισε το Διεθνές Βραβείο Booker με το «Taiwan Travelogue», μιλά για την απειλή του Πεκίνου, την ταϊβανέζικη ταυτότητα, την queer επιθυμία και τη λογοτεχνία που δεν μπορεί να μείνει μακριά από την πολιτική
THE LIFO TEAM
Φέρντια Λένον, ο Ιρλανδός που έγραψε για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο

Βιβλίο / Φέρντια Λένον, ο Ιρλανδός που έγραψε για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο

Στο πρώτο του μυθιστόρημα, «Ένδοξα Κατορθώματα», ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται μια αληθινή αλλά απίστευτη ιστορία: Αθηναίοι αιχμάλωτοι πολέμου σώζονται, απαγγέλλοντας στίχους του Ευριπίδη.
M. HULOT
Romantasy: Το σύγχρονο εκδοτικό φαινόμενο που σπάει ταμεία και κατακτά τους νεαρούς αναγνώστες

Βιβλίο / Romantasy: Έρωτες, δράκοι και επική δράση στη νέα υβριδική λογοτεχνία της γενιάς του ΤιkTok

Συνδυάζοντας έρωτα, δράκους και επικές περιπέτειες, το υβριδικό αυτό είδος σημειώνει εντυπωσιακές πωλήσεις παγκοσμίως, μετατρέπει συγγραφείς όπως η Ρεμπέκα Γιάρος και η Σάρα Τζ. Μάας σε σταρ της γενιάς του TikTok
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
ΕΠΕΞ 22η ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, σε τροχιά σύνδεσης με τις νέες τάσεις αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Βιβλίο / ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Απολογισμός της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 10 Μαΐου και διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά από το ΕΛΙΒΙΠ. Ποιες σημαντικές καινοτομίες υπήρξαν και τι μένει να γίνει ακόμα;
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Βιβλία και Συγγραφείς / Η συγγραφέας πίσω από τo «Μπούτια και Διανόηση»

Η πιο αναγνωρίσιμη βιβλιοφιλική φωνή του ελληνικού Instagram, η Ματίνα Αποστόλου, γνωστή από τον λογαριασμό της «Intellectual Thighs», μιλά για την αγάπη της για τα βιβλία αλλά και για το νέο της μυθιστόρημα, «Ρίζες».
M. HULOT
«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ